80 χρόνια από τη δολοφονία του Τρότσκι – Ο Τρότσκι και η πάλη για την Τέταρτη Διεθνή

80 χρόνια από τη δολοφονία του Τρότσκι – Ο Τρότσκι και η πάλη για την Τέταρτη Διεθνή

  • |

του Πάμπλο Ριέζνικ

[Το κείμενο που ακολουθεί γράφτηκε το 2012,όμως συνεχίζει να διατηρεί την επικαιρότητά του θέτοντας μια σειρά ζητημάτων για την ιστορία της πάλης για την οικοδόμηση της Τετάρτης Διεθνούς. Ένα μέρος των αυτοαποκαλούμενων Τροτσκιστών, πρωτίστως οι της κρατικοκαπιταλιστικής τάσης, αλλά και άλλοι πιο «πούροι», συνήθως αυτήν την πάλη του Τρότσκι την ξεχνούν ή την θεωρούν… τραγικό «λάθος». Ο εκλιπών (το 2015) σύντροφος Πάμπλο Ριέζνικ, στέλεχος του Παρτίδο Ομπρέρο, στο παρόν άρθρο ανατρέχει σε πηγές που στοιχειοθετούν τη σημασία που έδινε ο Λέον Τρότσκι στην πάλη για την Τέταρτη Διεθνή.]

Σύνοψη

Ο ίδιος ο Λέον Τρότσκι θεωρούσε ότι το σημαντικότερο καθήκον του στη μακρά πολιτική του ζωή ήταν η ίδρυση της Τέταρτης Διεθνούς. Ήταν σε μια εποχή που σημαδεύτηκε από την αντεπανάσταση, χαρακτηριστικό γνώρισμα της οποίας ήταν ο Ναζισμός και ο Σταλινισμός, όταν η σοβιετική γραφειοκρατία είχε αναλάβει τη φυσική εκκαθάριση όσων απέμεναν από το παλαιό Μπολσεβίκικο κόμμα. Αυτό το άρθρο εξετάζει το ρόλο που διαδραμάτισε ο Τρότσκι σε εκείνη την καθοριστική δεκαετία της δεκαετίας του 1930, όταν ανέλαβε συνειδητά τη θέση του ως επιζών μιας γενιάς επαναστατών μοναδικών στην ιστορία.

«Το έργο στο οποίο έχω εμπλακεί αυτή τη στιγμή [η εναντίωση στον Στάλιν και η ίδρυση της Τέταρτης Διεθνούς], παρά την ακραία ανεπάρκειά του και τον κατακερματισμένο χαρακτήρα του, είναι το πιο σημαντικό έργο της ζωής μου, πιο σημαντικό ακόμα και από την περίοδο του εμφυλίου πολέμου ή οποιαδήποτε άλλη […] Δεν μπορώ να μιλήσω για το“απαραίτητο”του έργου μου, ακόμα και την περίοδο 1917-1921. Αλλά τώρα η αποστολή μου είναι “απαραίτητη” με την πλήρη έννοια του όρου. Δεν υπάρχει αλαζονεία σε αυτή τη δήλωση. Η κατάρρευση των δύο Διεθνών δημιούργησε ένα πρόβλημα που κανένας από τους επικεφαλής αυτών των Διεθνών δεν είναι σε θέση να λύσει. Οι αντιξοότητες του προσωπικού μου πεπρωμένου με έφεραν αντιμέτωπο με αυτό το πρόβλημα και με εξόπλισαν με σημαντικές εμπειρίες για να πετύχω τη λύση του. Σήμερα δεν έχει απομείνει κανείς, εκτός από εμένα, για να εκπληρώσει την αποστολή του εξοπλισμού μιας νέας γενιάς με την επαναστατική μέθοδο […] Χρειάζομαι τουλάχιστον άλλα πέντε χρόνια αδιάλειπτης εργασίας για να εξασφαλίσω τη συνέχεια».

Λέον Τρότσκι, Ημερολόγιο της εξορίας, 1935.

Λίγο καιρό πριν δολοφονηθεί, ο Τρότσκι θεωρούσε ότι το πιο σημαντικό καθήκον στη μακρά πολιτική του ζωή ήταν να ιδρύσει την Τέταρτη Διεθνή. Δηλαδή, πιο σημαντικό ακόμα και από τον ηγετικό του ρόλο στην Οκτωβριανή Επανάσταση και απ’ αυτόν που είχε στήνοντας στα πόδια τουτον Κόκκινο Στρατό. Ήταν επίσης πιο σημαντικός και από τον ρόλο που διαδραμάτισε όταν ηγήθηκε της ιστορικής καινοτομίας του σοβιέτ της Πετρούπολης το 1905, κατά τη διάρκεια της λεγόμενης πρώτης Ρωσικής επανάστασης – μια αποφασιστική εκδήλωση της εισόδου της εργατικής τάξης στη σύγχρονη επανάσταση από την οποία ο Τρότσκι κατέληξε, πριν από οποιονδήποτε άλλο ηγέτη της εποχής, στο συμπέρασμα ότι ήταν το σημάδι μιας νέας ιστορικής στιγμής. Η εποχή της αστικής δημοκρατίας είχε εκπληρώσει τη λειτουργία της. Για τις χώρες που δεν την γνώρισαν, όπως στην περίπτωση της Ρωσίας, τα οφέλη της επανάστασης που θα εκκαθάριζε το παλαιό αριστοκρατικό-φεουδαρχικό καθεστώς δεν θα επαναλαμβάνονταν πλέον, σύμφωνα με το έπος που βρήκε την πιο ολοκληρωμένη μορφή του στη Γαλλία το 1789. Ο αγώνας για τη δημοκρατία, από την άλλη πλευρά, θα οδηγούσε το προλεταριάτο στην εξουσία στην οπισθοδρομική Τσαρική αυτοκρατορία, υποστηριζόμενο από την εξέγερση των αγροτών ως πρώτη πράξη της παγκόσμιας επανάστασης της νέας εποχής. Η πρώιμη πρόγνωση του Τρότσκι, που παρουσιάστηκε στο έργο του με τίτλο Αποτελέσματα και Προοπτικές (γραμμένο λίγο μετά το 1905, το οποίο σύμφωνα με τον Ισαάκ Ντόϋτσερ μπορεί να συγκριθεί μόνο με το Κομμουνιστικό Μανιφέστο λόγω της τεχνικής και της τόλμης του), μεταμορφώθηκε σε υλική και συγκεκριμένη ιστορία με τη συμμετοχή του ίδιου του συγγραφέα στο προσκήνιο, το οποίο από μόνο του αποτελεί εξαιρετική περίπτωση.

Τριάντα χρόνια μετά το 1905, με τις αποσκευές μιας απαράμιλλης πολιτικής εμπειρίας, ο Τρότσκι διατύπωσε την κρίση για «το σημαντικότερο καθήκον της ζωής του. Πιθανώς την πιο παρεξηγημένη, ακόμη και μεταξύ των συντρόφων του -συμπεριλαμβανομένου και του ίδιου του Ντόϋτσερ- που διατυπώθηκε σε μια εποχή που σημαδεύτηκε από την αντεπανάσταση, χαρακτηριστικό γνώρισμα της οποίας ήταν ο Ναζισμός και ο Σταλινισμός. Η σοβιετική γραφειοκρατία είχε τότε αναλάβει τη φυσική εκκαθάριση αυτού που είχε απομείνει από το παλιό μπολσεβίκικο κόμμα και ο Τρότσκι έπαιρνε με πλήρη συνείδηση τη θέση που κατείχε ως επιζών μιας γενιάς επαναστατών μοναδικών στην ιστορία. «Άλλα πέντε χρόνια αδιάλειπτης εργασίας» ήταν ο τρόπος του Τρότσκι να αναπτύξει αυτό που θεωρούσε τη μεγαλύτερη πρόκληση για το έργο του ως μαχητή επί τέσσερις δεκαετίες: να αφήσει την Τέταρτη Διεθνή όρθια. «Για να εξασφαλίσει τη συνέχεια…» δήλωσε, ως τελευταία προφητεία για την ακριβή περίοδο που κράτησε πέντε χρόνια μέχρις ότου το οργανωμένο έγκλημα του Στάλιν τερμάτισε τη ζωή του, στις 20 Αυγούστου 1940. Το ιστορικό των θεμελιωδών πτυχών αυτού του αγώνα έχει τεράστια μεθοδολογική αξία για να υπεισέλθουμε στα προβλήματα που πρέπει να αντιμετωπίσουν οι τακτικές και η στρατηγική σε μια εποχή που, ιστορικά μιλώντας, εξακολουθεί να είναι δική μας.

Τον Νοέμβριο του 1931, σε ένα άρθρο με τίτλο «Το κλειδί της διεθνούς κατάστασης βρίσκεται στη Γερμανία», ο Λέον Τρότσκι έθεσε το συγκεκριμένο ενδεχόμενο χρεοκοπίας της Τρίτης Διεθνούς, συγκρίσιμο με την κατάρρευση της Δεύτερης Διεθνούς, η οποία είχε καταρρεύσει ανεπανόρθωτα με την έναρξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου τη στιγμή που τα κύρια κόμματά της άρχισαν να στηρίζουν τις αντίστοιχες αστικές τους τάξεις στον αγώνα για την αναδιανομή του κόσμου και με κόστος την πρωτοφανή ανθρώπινη σφαγή. Ο «σοσιαλπατριωτισμός» έθαψε, τότε, τον προλεταριακό διεθνισμό.

Το 1931, ο προσανατολισμός της Τρίτης Διεθνούς, δηλαδή της γραφειοκρατίας του Στάλιν που είχε σφετεριστεί την εξουσία στην πρώην Σοβιετική Ένωση, απείλησε να επιφέρει μια κατάσταση εξίσου καταστροφικών συνεπειών για την υπόθεση του παγκόσμιου προλεταριάτου, που προκαλούσε η άνοδος του Ναζισμού. Το επίκεντρο της διεθνούς κατάστασης ήταν η Γερμανία, διότι διακυβευόταν η μοίρα του μεγαλύτερου κομμουνιστικού κόμματος εκτός της ΕΣΣΔ και η μοίρα συνολικά ενός προλεταριάτου το οποίο, λόγω της κοινωνικής του βαρύτητας, των ισχυρών οργανώσεών του και της μακράς παράδοσης και πολιτικής του εμπειρίας, κατείχε αποφασιστική θέση στη διαδικασία της Ευρωπαϊκής και παγκόσμιας επανάστασης.

Στη Γερμανία, λοιπόν, συγκεντρώθηκαν τα χαρακτηριστικά μιας προ-επαναστατικής κατάστασης, με μια δομική κρίση του πολιτικού καθεστώτος μέσα στο πλαίσιο της αποσύνθεσης της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας. Η εμφάνιση του Ναζισμού και ο στόχος του να εξαφανίσει την ύπαρξη του εργατικού κινήματος αποτέλεσε την αποφασιστική αντιπαράθεση μεταξύ της επανάστασης και της αντεπανάστασης, η οποία έθετε στο Γερμανικό προλεταριάτο το πρωταρχικό καθήκον να ανακόψει την άνοδο του Χίτλερ μέσω της άμεσης δράσης των οργανώσεων και των κομμάτων του σε ένα κοινό μέτωπο.Το Γερμανικό Κομμουνιστικό Κόμμα (KPD), ωστόσο, υπό την ηγεσία του Κρεμλίνου και της Τρίτης Διεθνούς, πίστευε ότι η άνοδος του Ναζισμού στην εξουσία θα πρέπει να χαρακτηριστεί ως το «μικρότερο κακό», καθώς ο βασικός εχθρός που έπρεπε να ηττηθεί ήταν η σοσιαλδημοκρατία. Η άνοδος του Χίτλερ στην κυβέρνηση θεωρήθηκε δευτερεύον αποτέλεσμα του βασικού αγώνα, ακόμη και παγίδα για τους ίδιους τους Ναζί που δεν θα μπορούσαν να επιβιώσουν χωρίς τη συμμετοχή των σοσιαλιστών. «Μετά τον Χίτλερ εμείς». Αυτή ήταν η γραμμή του KPD. Αυτό οδήγησε στη δικαιολόγησητης διοργάνωσης κοινών διαδηλώσεων με τις Ναζιστικές παραστρατιωτικές ομάδες για την ήττα νόμων που είχε περάσει η Γερμανική σοσιαλδημοκρατία. Αν αυτή η εγκληματική πολιτική δεν αλλάξει -προειδοποίησε ο Τρότσκι- θα σημάνει,

«… την προδοσία από την Κομμουνιστική Διεθνή με εμβέλεια τουλάχιστον ίση με αυτή της Γερμανικής Σοσιαλδημοκρατίας στις 4 Αυγούστου 1914 [όταν ψήφισε τις πολεμικές πιστώσεις για την ιμπεριαλιστική κυβέρνηση]. Μόνο που οι συνέπειες θα είναι πολύ πιο τρομακτικές σήμερα».

Η κατάληψη της εξουσίας από τους Ναζί σημαίνει,

«…εξόντωση του άνθους του Γερμανικού προλεταριάτου, την καταστροφή των οργανώσεών του, το χάσιμο της εμπιστοσύνης στις δικές του δυνάμεις και στο μέλλον του, […] οι συνέπειές της θα επεκταθούν χρονικά για δέκα ή είκοσι χρόνια, [εγκαθιδρύοντας] μια ρήξη με την επαναστατική κληρονομιά, το ναυάγιο της Κομμουνιστικής Διεθνούς, τον θρίαμβο του ιμπεριαλισμού στην πιο απεχθή και αιμοδιψή του μορφή […], θα οδηγούσε αναπόφευκτα σε πόλεμο εναντίον της ΕΣΣΔ […], μια τρομερή απομόνωση και έναν αγώνα μέχρι θανάτου στις πιο θλιβερές και επικίνδυνες συνθήκες». (Τρότσκι, 1931)

Η Αριστερή Αντιπολίτευση και η μεταρρύθμιση της Τρίτης Διεθνούς

Ο Τρότσκι ήταν τότε εξόριστος στο Τουρκικό νησί Πρίγκηπος. Ο ηγέτης, μαζί με τον Λένιν, της Οκτωβριανής Επανάστασης, είχε συγκροτήσει το 1923 την Αριστερή Αντιπολίτευση στην ΕΣΣΔ για να αντιμετωπίσει τον αυξανόμενο εκφυλισμό τού Μπολσεβίκικου κόμματος, που ήδη τότε ήταν υπό την ηγεσία του Στάλιν. Η Αντιπολίτευση πήρε οριστική μορφή με την Επιστολή προς την Κεντρική Επιτροπή του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης (CPSU) εκείνης της χρονιάς, η οποία κατήγγειλε την ασφυξία του δικαιώματος κριτικής του κόμματος από τα μέλη του. Σύμφωνα με τον Ζαν Βαν Χάϊγενουρτ, γραμματέα του Τρότσκι την περίοδο 1929-1940, ήταν «το πρώτο έγγραφο του κινήματός μας» (αναφέρεται στην Τέταρτη Διεθνή) και θα μπορούσε να συγκριθεί με αυτό που η περίφημη ψηφοφορία για το καταστατικό του κόμματος το 1902 ήταν για τους Μπολσεβίκους, η οποία οδήγησε στη διαίρεση μεταξύ Μπολσεβίκων και Μενσεβίκων (Βαν Χάϊγενουρτ, 1988).

Αν το 1923 η συζήτηση ξεκίνησε με το ζήτημα του εσωτερικού καθεστώτος του κόμματος, ο αγώνας μεγάλωσε σταδιακά μέχρι που συμπεριέλαβε όλα τα προβλήματα της επαναστατικής τακτικής και στρατηγικής στην ΕΣΣΔ: τον χαρακτήρα του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού, το ρόλο του προλεταριάτου και της αγροτιάς, την εν εξελίξειοικονομική πολιτική κ.λπ. Το Κ.Κ.Σ.Ε. σχεδίαζε τότε μια γενική στροφή στη σοβιετική πολιτική, με το πρόσχημα της οικοδόμησης «σοσιαλισμού σε μια χώρα», μια φόρμουλα που έκρυβε έναν προσανατολισμό συνεργασίας με την παγκόσμια αστική τάξη προκειμένου να διατηρήσει τα προνόμια της η γραφειοκρατική κάστα που διεκδικούσε την εξουσία. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο οι αποκλίνουσες θέσεις επεκτάθηκαν στο επίπεδο της διεθνούς πολιτικής όπου ο Σταλινισμός υποστήριξε τη Βρετανική συνδικαλιστική γραφειοκρατία που ματαίωσε τη γενική απεργία του 1926 και όπου από τη Μόσχα οι Κινέζοι κομμουνιστές αναγκάστηκαν να διαλυθούν μέσα στο εθνικιστικό κίνημα, ο ηγέτης του οποίου, Τσαγκ Καϊ Σεκ, κατέληξε να τους σφαγιάσει με την ευκαιρία της επαναστατικής εξέγερσης του 1927. Την ίδια χρονιά, ο Τρότσκι διαγράφθηκε από το Κ.Κ.Σ.Ε. και τέθηκε υπό περιορισμό στην Άλμα Άτα, σε μια μακρινή περιοχή της Κεντρικής Ασίας, στο αχανές έδαφος της πρώην ΕΣΣΔ.

Η Αντιπολίτευση μετατράπηκε σε διεθνή οργάνωση το 1930, λίγο μετά την απέλαση του Τρότσκι από την ΕΣΣΔ. Συστάθηκε επίσημα ως «Μπολσεβίκικη-Λενινιστική» ομάδα όταν πραγματοποιήθηκε στο Παρίσι διάσκεψη με εκπροσώπους των Αντιπολιτεύσεων της Γαλλίας, των Ηνωμένων Πολιτειών, της Γερμανίας, του Βελγίου, της Ισπανίας, της Ιταλίας, της Τσεχοσλοβακίας και της Ουγγαρίας και στην οποία συμμετείχαν ομάδες που εναντιώνονταν στον Σταλινισμό από τη Ρωσία, την Κίνα, την Αυστρία, το Μεξικό, την Αργεντινή και την Ελλάδα. Η Διεθνής Αριστερή Αντιπολίτευση αυτοπροσδιορίστηκε ως Μπολσεβίκικη-Λενινιστική ομάδα για την ανοικοδόμηση της Τρίτης Διεθνούς στη βάση μιας διεθνιστικής και επαναστατικής πολιτικής. Απέρριψε την εθνικιστική στενότητα του προσανατολισμού που επιδίωκε να θυσιάσει την παγκόσμια επανάσταση στη μη βιώσιμη οικοδόμηση του «σοσιαλισμού σε μια χώρα» και συνέταξε ένα πρόγραμμα για την καταπολέμηση της πολιτικής της ηγεσίας της Τρίτης Διεθνούς, που υποτάχθηκε στις προσταγές της Μόσχας. Μια πολιτική που ενίσχυε την απομόνωση της ΕΣΣΔ και του μηχανισμού, ο οποίος ως διαμεσολαβητής και χωροφύλακας στην εξουσία, είχε οδηγήσει στη γραφειοκρατία και τον εκφυλισμό του εργατικού κράτους.

Αυτή ήταν η πολιτική που, στις αρχές της δεκαετίας του 1930, θα οδηγούσε το διεθνές εργατικό κίνημα στην καταστροφή, ως αποτέλεσμα της ανόδου του Ναζισμού στην εξουσία. Στις πολύ δύσκολες συνθήκες της εξορίας του, με πολύ επισφαλή μέσα, με αυξανόμενη παρενόχληση από τον Σταλινισμό, με τους υποστηρικτές του να διώκονται σε όλο τον κόσμο από την GPU (την ισχυρή μυστική αστυνομία της γραφειοκρατίας), ο Τρότσκι έδινε μια εξαιρετική μάχη. Όλες οι προσπάθειές του είχαν ως στόχο να προειδοποιήσουν την εργατική πρωτοπορία για την καταστροφή που θα ερχόταν αν δεν άλλαζε η πορεία της επίσημης πολιτικής των Κομμουνιστών.

«Κομμουνιστές εργάτες [της Γερμανίας]», διακήρυξε ένα Δελτίο της Αντιπολίτευσης, «είστε εκατοντάδες χιλιάδες, εκατομμύρια, που δεν θα έχουν πουθενά να πάνε […]. Αν ο Φασισμός έρθει στην εξουσία, θα περάσει μέσα από το κεφάλι σας και θα σπάσει τις σπονδυλικές σας στήλες σαν ένα τρομακτικό τανκ. Η μόνη διέξοδος είναι μέσω ανελέητης μάχης. Μόνο η προσέγγιση της πάλης με τους Σοσιαλδημοκράτες εργάτες μπορεί να βοηθήσει στη νίκη. Πρέπει να βιαστούμε, Κομμουνιστές εργάτες, γιατί δεν έχει μείνει πολύς χρόνος. (Trotsky, 1933a). Ο Τρότσκι κάλεσε τους Γερμανούς κομμουνιστές να διακρίνουν δύο βασικά ζητήματα: από τη μία πλευρά, την πολιτική ευθύνη και τη συνενοχή της σοσιαλδημοκρατίας στην ανάπτυξη του ναζισμού κι από την άλλη, την απόλυτη ασυμβατότητα που υπάρχει μεταξύ του φασισμού και των εργατικών οργανώσεων στις οποίες στηρίζεται η Σοσιαλδημοκρατία. Εξήγησε ότι η Σοσιαλδημοκρατία δεν θα μπορούσε να αναπτύξει την επιρροή της χωρίς μια μαζική εργατική οργάνωση και ότι, ταυτόχρονα, ο Φασισμός θα μπορούσε να εδραιώσει την εξουσία του μόνο μέσω της καταστροφής των εργατικών οργανώσεων. Αν για την αστική τάξη τα κοινοβουλευτικά και τα φασιστικά καθεστώτα αντίστοιχα αποτελούν διαφορετικά μέσα κυριαρχίας στα οποία μπορεί να προσφύγει σύμφωνα με τις ιστορικές συνθήκες, θα πρέπει να γίνει κατανοητό ότι για τη Σοσιαλδημοκρατία και για το Φασισμό, η εναλλακτική λύσημεταξύ του ενός και του άλλου έχει ανεξάρτητο νόημα, επιπλέον και για τους δύο πρόκειται για ζήτημα πολιτικής ζωής ή θανάτου.

Για μια νέα Διεθνή

«Δεν έχει μείνει πολύς χρόνος», προειδοποίησε ο Τρότσκι. Και ο χρόνος που ήταν λίγος σπαταλήθηκε από την πολιτική τoy KPD. Στις 30 Ιανουαρίου 1933, ο Χίτλερ διορίστηκε επικεφαλής της Γερμανικής κυβέρνησης. Η εργατική τάξη, προδομένη από τους ηγέτες της, έπεσε αμαχητί. Η Σοσιαλδημοκρατία εμφανίστηκε διαβρωμένη μέχρι το κόκκαλο χωρίς τη βοήθεια του καπιταλισμού, η ηγεσία του KPD, με τη σειρά της, δεσμεύτηκε σε μια πολιτική πορεία που οδήγησε στη δική της αυτοκαταστροφή. Μέσα σε δύο μήνες, η ακραία καταστολή και το κυνήγι μαγισσών εξαπολύθηκε με όλη την οργή των φασιστών εναντίον των εργατικών οργανώσεων. Οι συμμορίες του Χίτλερ εισέβαλαν στα γραφεία τους, το KPD τέθηκε σε παρανομία, χιλιάδες από τους ηγέτες του συνελήφθησαν. Ο ηγέτης του KPD παραδόθηκε στους Ναζί από τους ίδιους του τους σωματοφύλακες. Η μπότα του ναζισμού συνέτριψε μια αποκαρδιωμένη και χρεοκοπημένη οργάνωση. Στις 12 Μαρτίου, ο Τρότσκι διατύπωσε μια εντελώς κατηγορηματική εκτίμηση σε μια επιστολή προς τη Διεθνή Γραμματεία της Αντιπολίτευσης:

«Ο Γερμανικός Σταλινισμός βρίσκεται στα πρόθυρα της κατάρρευσης, περισσότερο ως συνέπεια της αποσύνθεσής του παρά από τα χτυπήματα του φασισμού […]ˑ καθήκον μας ήταν να προσπαθήσουμε να τον αναγεννήσουμε όσο παρέμενε η παραμικρή ελπίδα… αλλά θα ήταν εγκληματικό να παραμείνουμε κολλημένοι σε ένα πτώμα και το KPD δεν είναι πλέον παρά ένα πτώμα».

Χρειαζόταν μια στροφή και…

«…φυσικά η μεταστροφή δεν συνίσταται στην “αυτοανακήρυξη” του νέου κόμματος […]. Προτείνουμε το Γερμανικό κόμμα να διαλυθεί επίσημα, δεν θα μπορέσει να αναστηθεί, δεν θέλουμε να κληρονομήσουμε τα εγκλήματά του. Η εμπροσθοφυλακή των Γερμανών εργατών πρέπει να δημιουργήσει ένα νέο κόμμα. Εμείς οι Μπολσεβίκοι-Λενινιστές προτείνουμε τη συνεργασία μας».

Το γερμανικό τμήμα της αντιπολίτευσης ενέκρινε την αλλαγή προσανατολισμού μόλις τον Ιούλιο. Αλλά δύο ημέρες αργότερα, στις 14 Μαρτίου, ο Τρότσκι επανήλθε με ένα άρθρο «προς συζήτηση» μεταξύ των συντρόφων του: «Ο σταλινισμός στη Γερμανία -είπε- είχε την 4η Αυγούστου του […], οι Γερμανοί εργάτες της εμπροσθοφυλακής θα είναι σε θέση να μιλήσουν για την περίοδο της Σταλινικής κυριαρχίας μόνο με ένα πικρό αίσθημα ντροπής, με λόγια μίσους και κατάρας. Το Γερμανικό Κομμουνιστικό Κόμμα είναι καταδικασμένο […] Το Γερμανικό προλεταριάτο θα σηκωθεί, ο Σταλινισμός ποτέ» (Τρότσκι, 1933a).

Στο ίδιο άρθρο, ανέφερε ότι μόνο το μέλλον θα δείξει «σε ποιο βαθμό η τραγική εμπειρία της Γερμανίας θα είναι σε θέση να οδηγήσει στην αναβίωση άλλων τμημάτων της Κομμουνιστικής Διεθνούς». Ήλπιζε να παρατηρήσει αν κάποιο σημάδι ζωής, οποιαδήποτε αντίδραση, ανιχνευόταν στο αποσυντιθέμενο σώμα της Διεθνούς και των τμημάτων της.

Δεν θα υπήρχε όμως. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο τέσσερις μήνες αργότερα -όταν του απομέναν δύο ημέρες για να φύγει από την Πρίγκιπο και να μεταβεί στη Γαλλία, όπου είχε λάβει μια επισφαλή άδεια παραμονής-, μια νέα επιστολή, υπογεγραμμένη με το ψευδώνυμο Γκ. Γκούρωφ στις 15 Ιουλίου 1933, ανέφερε ότι η στροφή πρέπει να ολοκληρωθεί και η Τρίτη Διεθνή πρέπει να θεωρηθεί οριστικά χαμένη. Τα τμήματά της είχαν ακολουθήσει τις εντολές της Μόσχας για να αποφύγουν να συζητήσουν τους λόγους της νίκης του Χίτλερ, κάτι που έθετε σε κίνδυνο το μέλλον του ανθρώπινου πολιτισμού. Κανείς δεν είχε αμφισβητήσει το τελεσίγραφο, κανείς δεν είχε συγκαλέσει συνέδριο για να συζητήσει το θέμα. «Μια οργάνωση που δεν έχει ξυπνήσει από τη βροντή του φασισμού», έλεγε τότε ο Τρότσκι, «και που ταπεινά υπομένει τέτοιου είδους υπερβολές από τη γραφειοκρατία, αποδεικνύει από αυτό ακριβώς το γεγονός ότι είναι νεκρή και ότι τίποτα δεν θα την αναστήσει» (Τρότσκι, 1933b).Ήταν απαραίτητο να γυρίσουμε σελίδα στην ιστορία: «Είναι απαραίτητο να οικοδομήσουμε νέα κομμουνιστικά κόμματα και μια νέα Διεθνή […]. Η Αριστερή Αντιπολίτευση δεν θεωρεί πλέον τον εαυτό της ως Αντιπολίτευση και παύει να ενεργεί υπό αυτή την έννοια. Μετατρέπεται σε ανεξάρτητη οργάνωση που πρέπει να χαράξει το δικό της μονοπάτι». Όπως το έθεσε τον Μάρτιο για την περίπτωση της Γερμανίας, ο Τρότσκι επανέλαβε ότι «δεν πρόκειται για άμεση ανακήρυξη νέων κομμάτων και ανεξάρτητης Διεθνούς, αλλά για την προετοιμασία τους. Τα προβλήματα και οι προκλήσεις του νέου έργου ήταν τεράστια, αλλά δεν υπήρχε εναλλακτική λύση: «πρέπει να προχωρήσουμε σε μια διαδρομή γεμάτη εμπόδια και συντρίμμια από το παρελθόν…· όποιος φοβάται, ας κάνει στην άκρη» (ό.π.).

Η πρόταση για την οικοδόμηση μιας νέας Διεθνούς (η οποία σε κάποιο σημείο ο Τρότσκι πρότεινε να ονομαστεί «Μπολσεβίκικη-Λενινιστική» αν και τελικά κατέληξε να την ονομάσει Τέταρτη Διεθνή για να υπογραμμίσει, πιο άμεσα, την ιστορική της θέση μετά την χρεοκοπία της Τρίτης) δεν προτάθηκε μόνο ως απάντηση στα δραματικά γεγονότα της εποχής, εστιάζοντας στη Γερμανική κατάσταση και τις συνέπειές της πέρα από τα σύνορά της.Έλαβε επίσης υπόψη τον τρόπο με τον οποίο οι εργατικές οργανώσεις αφομοίωσαν τα γεγονότα αυτά. Γι’ αυτό και η αναμονή μερικών μηνών μεταξύ της ανόδου του Χίτλερ και της διακήρυξης του αγώνα για τη νέα Διεθνή. Δηλαδή, ήταν μια πολιτική που στόχευε στην παρέμβαση σε αυτή τη διαδικασία, με τις αντιφάσεις της, τις προόδους και τις υποχωρήσεις της, και τις νέες ευκαιρίες για τη δική της ανάπτυξη τόσο στο «αντικειμενικό» όσο και στο «υποκειμενικό» επίπεδο. Ο Τρότσκι έλαβε επίσης υπόψη τα σχεδόν μηδενικά αποτελέσματα, στην πράξη,της πάλης για την αναγέννηση της Τρίτης Διεθνούς κατά την προηγούμενη περίοδο. Οι τερατώδεις Σταλινικές διώξεις, οι διαγραφές, οι συκοφαντίες, η ατελείωτη βία που αντιμετώπιζαν οι Τροτσκιστές μαχητές στην ΕΣΣΔ, που μετατράπηκε πρακτικά σε εκστρατεία εξόντωσης, είχε υψωθεί σαν ένα ανυπέρβλητο τείχος. Αν και οι άγριες διώξεις κατά της Αντιπολίτευσης αποκάλυψαν ότι είχε μετατραπεί σε πραγματικό παράγοντα στον αγώνα για το μέλλον της ΕΣΣΔ και της παγκόσμιας επανάστασης, η αποτυχία της να σπάσει τη γραμμή που επέβαλε ο Στάλιν είχε οδηγήσει στην πλήρη αποσύνθεση της Τρίτης Διεθνούς.

Ταυτόχρονα, αναζητώντας ένα πρακτικό μονοπάτι ανάπτυξης, ο Τρότσκι είχε αρχίσει να ενδιαφέρεται για τις πολιτικές επιπτώσεις της εκατόμβης στη Γερμανία σε ορισμένες σοσιαλιστικές οργανώσεις της αριστεράς, οι οποίες είχαν αποκοπεί από την παλιά Σοσιαλδημοκρατία ή είχαν παραμείνει στο περιθώριο τόσο της Δεύτερης όσο και της Τρίτης Διεθνούς. Μεταξύ αυτών ήταν και το Γερμανικό Εργατικό Κόμμα (SAP), ένα κόμμα με 25.000 – 30.000 μέλη, το οποίο προήλθε από ένα σχίσμα στο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα το 1931 και ενισχύθηκε το 1932 με την είσοδο σχεδόν χιλίων παλαιών κομμουνιστών αγωνιστών οι οποίοι, επιπλέον, είχαν έρθει σε επαφή με μαχητές της Αριστερής Αντιπολίτευσης. Ο Τρότσκι στη συνέχεια ασχολήθηκε με το ενδεχόμενο μιας διεθνούς ανασυγκρότησης με τις οργανώσεις που διέκοψαν τις σχέσεις τους με τη Δεύτερη και τηνΤρίτη Διεθνή, γνωρίζοντας ότι δεν υπήρχε ομοιογένεια μεταξύ τους και ότι στις τάξεις τους υπήρχαν διαφορετικές τάσεις. Θεώρησε, ωστόσο, ότι μια προσέγγιση πάνω σε συγκεκριμένες αρχές θα σήμαινε ένα νέο κεφάλαιο στην ανάπτυξη του αγώνα για μια νέα διεθνή, ανοίγοντας μια δυνατότητα «υπό μια ορισμένη απρόβλεπτη έννοια» δραστηριότητας και προόδου για τους «Μπολσεβίκους Λενινιστές». Το SAP ήταν επίσης μέρος της λεγόμενης «Διεθνούς Εργατικής Κοινότητας» που περιελάμβανε το Νορβηγικό Εργατικό Κόμμα (DNA), το οποίο αποκλείστηκε το 1923 από την Κομμουνιστική Διεθνή, το Ανεξάρτητο Σοσιαλιστικό Κόμμα των Κάτω Χωρών (RSP) και το Ανεξάρτητο Εργατικό Κόμμα της Αγγλίας (ILP). Το τελευταίο, που ιδρύθηκε το 1898, ήταν μέρος του Εργατικού Κόμματος, από το οποίο αποχωρίστηκε το 1932 αποκηρύσσοντας την πολιτική της «εθνικής ένωσης» που πρότεινε η ηγεσία του.Στις τάξεις του ILP υπήρξε πάλη μεταξύ εκείνων που ήταν υπέρ της προσέγγισης με τηΣταλινική διεθνή και εκείνων που είχαν την τάση να διατηρήσουν τη δική τους πορεία παράλληλα με τις προαναφερθείσες αριστερές σοσιαλιστικές ομάδες. Τον Ιούνιο του 1933, η «διεθνής εργατική κοινότητα» πρότεινε επίσημα τη συγκρότηση μιας «νέας διεθνούς», σημειώνοντας την χρεοκοπίατης Δεύτερης και Τρίτης Διεθνούς, και ζητώντας την «αναβίωση του διεθνούς εργατικού κινήματος», για την οποία ζήτησε μια διεθνή διάσκεψη όλων των οργανώσεων που βρίσκονταν στο περιθώριο και των δύο διεθνών. Ο Τρότσκι, ο οποίος βρισκόταν ήδη στη Γαλλία εκείνη την εποχή, φοβόταν ότι η ετερογένεια των οργανώσεων που συναντήθηκαν στο Παρίσι στα τέλη Αυγούστου θα κατέληγε να εμποδίσει τηνμετακίνηση προς τα αριστερά των πιο προοδευτικών ομάδων.Κάλεσε τους υποστηρικτές του να παρέμβουν στη συζήτηση που ξεκίνησε, συναντήθηκε με τους ηγέτες των παρόντων οργανώσεων και τελικά προώθησε τη διακήρυξη που θα γίνει γνωστή ως «Διακήρυξη των Τεσσάρων» (SAP, RSP, OSP και η ίδια η Αριστερή Αντιπολίτευση).Η διακήρυξη ανάφερε την επιτακτική ανάγκη να ανασυγκροτηθεί η προλεταριακή εμπροσθοφυλακή σε μια νέα διεθνή, βάσει πολιτικών αρχών, του αγώνα για τη δικτατορία του προλεταριάτου και χωρίς παραχωρήσεις στον ρεφορμισμό και τον Σταλινισμό. Επαναβεβαίωσε την ανάγκη υπεράσπισης του «εργατικού κράτους» -της ΕΣΣΔ-, εναντίον του ιμπεριαλισμού και της εσωτερικής αντεπανάστασης. Τέλος, τόνισε την ανάγκη για δημοκρατία στο κόμμα, ελευθερία της κριτικής, εκλογή ηγετών σε όλα τα επίπεδα και μια εσωτερική ζωή βασισμένη στον δημοκρατικό συγκεντρωτισμό.

Ο αγώνας για την Τέταρτη Διεθνή

Ήταν μόνο το σημείο εκκίνησης. Τους μήνες που ακολούθησαν, καθ’όλη τη διάρκεια του δευτέρου εξαμήνου του 1933, οι δεσμοί μεταξύ της Αντιπολίτευσης και των υπόλοιπων οργανώσεων επηρεάστηκαν από πολυάριθμες συζητήσεις σχετικά με το κοινό έργο και τη φύση της πολιτικής που πρέπει να ακολουθηθεί, που παρουσιάστηκαν συχνά με τη μορφή αποκλίσεων σχετικά με το παρελθόν: τα προβλήματα της Γερμανικής επανάστασης στη δεκαετία του 1920, τα χαρακτηριστικά της Δεξιάς Αντιπολίτευσης στον σταλινισμό (και τις παλινορθωτικές τάσεις που εμφάνιζε η Δεξιά αντιπολίτευση), τη διακήρυξη για την οικοδόμηση της Τέταρτης Διεθνούς από την Αντιπολίτευση, ο χαρακτήρα της ίδιας της ηγεσίας του Τρότσκι και ούτω καθεξής.

Μέσα στην ίδια την Αριστερή Αντιπολίτευση υπήρχαν επίσης εμπόδια για την από κοινού δουλειά στις διάφορες χώρες, με οργανώσεις πολύ διαφορετικής προέλευσης και ακόμη και σε σχέση με την τυπική έναρξη της Τετάρτης Διεθνούς που ορισμένα μέλη θεώρησαν πρόωρη επειδή αντιμετώπιζαν μια κατάσταση υποχώρησης του παγκόσμιου προλεταριάτου και επειδή η έλλειψη ισχυρών εθνικών κομμάτων της στερούσε κάθε δυνατή ανάπτυξη. Επίσης αμφισβητήθηκε το γεγονός ότι η κρίση της Τρίτης Διεθνούς μπορούσε να συγκριθεί με αυτή της Δεύτερης Διεθνούς, όπως και το πέρασμά της στον «σοσιαλπατριωτισμό». Σε εκείνη την περίπτωση οι σοσιαλιστές μοιράστηκαν την εξουσία με την αστική τάξη, ενώ οι Κομμουνιστές ως αποτέλεσμα ενός καταστροφικού προσανατολισμού είχαν καταλήξει να καταδιώκονται, να φυλακίζονται και να σκοτώνονται. Αλλά για τον Τρότσκι το βασικό ερώτημα ήταν ότι η Σοσιαλδημοκρατική ηγεσία το 1914, όπως και η Σταλινική ηγεσία το 1933, είχαν κινηθεί όχι με βάση τα ταξικά συμφέροντα του προλεταριάτου, αλλά με βάση τον μηχανισμό που ενσωμάτωναν και χρησιμοποιούσαν για δικό τους όφελος, καταστρέφοντας τις ιστορικές θέσεις της εργατικής τάξης. Στη μία περίπτωση θυσίασαν τον διεθνισμό για να ακολουθήσουν τους «εθνικούς» καπιταλιστές τους, στην άλλη για να ακολουθήσουν την πολιτική ενός «εθνικού» μηχανισμού της γραφειοκρατίας που αντικατέστησε την εργατική κυβέρνηση στη χώρα των Σοβιέτ. Η κρίση της ηγεσίας του παγκόσμιου προλεταριάτου έφτασε στη ρίζα της και έθετε το ζήτημα μιας ουσιαστικής στροφής για να σωθεί το νήμα της συνέχειας ενός ιστορικού αγώνα που έπρεπε να διαμορφωθεί σε ένα πρόγραμμα και μια οργάνωση, δηλαδή ένα κόμμα ως απαραίτητο εργαλείο της πρωτοπορίας του εργατικού κινήματος. Αυτό ήταν το καθήκον που έπρεπε να αναλάβει η Τέταρτη Διεθνής.

Δεν ήταν αλήθεια, από την άλλη πλευρά, ότι η Δεύτερη και η Τρίτη Διεθνής ιδρύθηκαν υπό συνθήκες επαναστατικής ανόδου. Εμφανίστηκαν για να αντιμετωπίσουν μια κρίση στην ηγεσία του εργατικού κινήματος, η οποία, αν εγκαταλείπονταν στις δικές του στοιχειώδεις δυνάμεις, δεν θα μπορούσε να ανταποκριθεί στις συνθήκες μιας σοσιαλιστικής πολιτικής, καθοδηγούμενης από την κατανόηση των ιστορικών συμφερόντων του: την απαλλοτρίωση του κεφαλαίου και τη δικτατορία του προλεταριάτου ως μετάβαση σε μια νέα κοινωνία. Το κόμμα είναι αναντικατάστατο σε αυτή τη λειτουργία και πρέπει να αναπτυχθεί μέσω της παρέμβασής του στον αγώνα του εργατικού κινήματος και των συγκεκριμένων σκαμπανεβασμάτων του.

Άλλη μια στροφή

Το 1934 το αναδυόμενο τοπίο μετά τη νίκη του Χίτλερ άλλαξε. Όταν στη Γαλλία τον Φεβρουάριο οι φασίστες προσπάθησαν να οργανώσουν πραξικόπημα εναντίον του Κοινοβουλίου, η εργατική τάξη αντέδρασε και κινητοποιήθηκε. Ερχόμενη σε ρήξη με την υπνηλία και την παθητικότητα οι οποίες «άνθιζαν» μέσα στη Σοσιαλδημοκρατία και το Κομμουνιστικό Κόμμα, επέβαλαν μια κοινή πορεία δράσης: στη διαδήλωση της 12ης Φεβρουαρίου, εν μέσω γενικής απεργίας, οι σοσιαλιστές και κομμουνιστές διαδηλωτές, που οι οργανώσεις τους κάλεσαν χωριστά και σε διαφορετικά μέρη, επέβαλαν μια κοινή συγκέντρωση στην οποία συνέκλιναν με την κραυγή «ενότητα, ενότητα».

Αλλά δεν κινητοποιήθηκε μόνο στη Γαλλία το προλεταριάτο. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, τρεις μεγάλες απεργίες των φορτηγατζήδων, στις τάξεις των οποίων μια ομάδα τροτσκιστών παίζει σημαντικό ρόλο, σηματοδότησαν την αρχή μιας γενικότερης εργατικής ανόδου. Τον Αύγουστο και το Σεπτέμβριο, μια γενική απεργία συγκέντρωσε περισσότερους από 400 χιλιάδες εργάτες της κλωστοϋφαντουργίας που εντάχθηκαν μαζικά στο συνδικάτο. Η καταστολή ήταν πολύ βίαιη, αλλά από αυτό το κίνημα ένα νέο συνδικαλιστικό κέντρο, το Συνέδριο Βιομηχανικών Οργανώσεων (CIO), θα αναδυόταν την επόμενη χρονιά, σπάζοντας το μονοπώλιο της αντιδραστικής γραφειοκρατίας της Αμερικανικής Ομοσπονδίας Εργασίας (AFL). Τον Οκτώβριοτου 1934, επίσης,στη βορειοδυτική Ισπανία ξέσπασε μια εξέγερση ανθρακωρύχων, στις Αστούριες, η οποία θα γνωρίσει μεν άγρια καταστολή, αλλά θα σηματοδοτούσε την αρχή της ισπανικής επανάστασης. Η κατάσταση δεν ήταν πλέον αυτή της Γερμανίας. Η Ισπανία και η Γαλλία πλησίαζαν σε μια επαναστατική κρίση και αντιμετωπίζοντας το πρόβλημα της ίδια της επιβίωσής τους, τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα ριζοσπαστικοποιήθηκαν και χιλιάδες εργάτες και προσχώρησαν σε αυτά. Ήταν μια καινούρια κατάσταση.

Τον Ιούνιο του 1934, ο Τρότσκι πρότεινε μια νέα στροφή για τις μικρές ομάδες των Μπολσεβίκων-Λενινιστών, καλώντας τους να εισέλθουν ως φράξια στη Σοσιαλδημοκρατία που κινούνταν προς τα αριστερά:

«…δεν αρνούμαστε τίποτα», ανέφερε, «σημειώνουμε μόνο με ειλικρίνεια ότι η οργάνωσή μας είναι πολύ αδύναμη για να φιλοδοξεί να έχει στην πράξη ανεξάρτητο ρόλο στους αγώνες που ανακοινώνονται. Με την ένταξή μας στα σοσιαλιστικά κόμματα θα έχουμε μια συνεχή επαφή με δεκάδες χιλιάδες εργαζόμενους, το δικαίωμα συμμετοχής στον αγώνα και τη συζήτηση και […] τη δυνατότητα επαλήθευσης των ιδεών και των συνθημάτων μας μέσα στη δράση των μαζών».

Ο Τρότσκι αντιλήφθηκε ότι ο μόνος τρόπος για να επηρεάσει τη βάση της εργατικής τάξης των κομμουνιστικών κομμάτων ήταν να δράσει στη σοσιαλδημοκρατική βάση της εργατικής τάξης. Αντιμέτωπος με την αντίσταση των δικών του υποστηρικτών, επέκρινε τον σεχταρισμό εκείνων που αντιπαρέθεταν τις γενικές αρχές σε κάθε προσπάθεια να ενταχθούν μέσα στο εργατικό κίνημα.

Κατήγγειλε εκείνους που ισχυρίστηκαν ότι η νέα τακτική αντιπροσώπευε τη διάλυση των Μπολσεβίκων-Λενινιστών, οι οποίοι ήταν αποφασισμένοι να οικοδομήσουν μια νέα διεθνή, οι οποίοι μέσα στις συγκεκριμένες συνθήκες προσχωρούσαν σε κόμματα που ήταν φιλικά σε νέα στρώματα εργατών, κλονισμένα από την πίεση των περιστάσεων. Επέμεινε στην ιδιαίτερη προσέγγισή του «εισοδισμού» ακριβώς σε αντίθεση με οποιαδήποτε πολιτική διάλυση:

«…σε μια συνάντηση μοναρχικών και καθολικών εργατών, θα μιλούσα με σύνεση για τον Θρόνο και την Αγία Τράπεζα. Αλλά στο πρόγραμμα του κόμματός μου και σε όλη την πολιτική του, είναι απαραίτητο η στάση μου απέναντι στη θρησκεία και τη μοναρχία να οριστεί με αυστηρή ακρίβεια. Σε μια συνάντηση ενός ρεφορμιστικού συνδικάτου, ως μέλος, θα ήμουν σίγουρα υποχρεωμένος να μην πω τα πάντα, αλλά το κόμμα στο σύνολό του, στον Τύπο, στις δημόσιες συναντήσεις του, στα φυλλάδια και στις εκκλήσεις του, είναι αναγκασμένο να πει τα πάντα».

Τον Αύγουστο του 1934, μετά από πολλές συζητήσεις και εκδηλώσεις αντίστασης (στη νέα στροφή), η οργάνωση των Μπολσεβίκων Λενινιστών στη Γαλλία (Κομμουνιστική Ένωση) εντάχθηκε στο Σοσιαλιστικό Κόμμα ως τάση, διατηρώντας τον δικό της Τύπο – La Verité. Στην Ισπανία, οι σύντροφοι του Τρότσκι, οι οποίοι ανήκαν στην Κομμουνιστική Αριστερά, απέρριψαν την πρόταση και αρνήθηκαν να ενταχθούν στο PSOE. Το ίδιο συνέβη και στο Βέλγιο, όπου το αντίστοιχο τμήμα αποφάσισε να μην προσχωρήσει στο Εργατικό Κόμμα του Βελγίου, αν και αργότερα θα επανεξέταζε την απόφασή του. Ο Τρότσκι πρότεινε επίσης στους Αμερικανούς τροτσκιστές να ενταχθούν στο Σοσιαλιστικό Κόμμα, στο οποίο συμμετείχε μια ριζοσπαστικοποιημένη νεολαία μετά τις μεγάλες απεργίες που έλαβαν χώρα στη χώρα εκείνη την εποχή.

Λιγότερο από ένα χρόνο μετά τη «στροφή» που πρότεινε ο Τρότσκι, ωστόσο, η κατάσταση άλλαξε και πάλι. Στη Γαλλία, σχηματίστηκε η Λαϊκή Συσπείρωση, η οποία σύντομα μετονομάστηκε σε Λαϊκό Μέτωπο και συγκέντρωσε σχεδόν εκατό οργανώσεις και κόμματα, συμπεριλαμβανομένων κομμουνιστών και σοσιαλιστών. Το Ριζοσπαστικό Κόμμα ήταν επίσης μέρος του Μετώπου, μερικοί από τους ηγέτες του οποίου ήταν στο υπουργικό συμβούλιο της Γαλλικής ιμπεριαλιστικής κυβέρνησης. Το πρόγραμμα της «ενότητας» ήταν ένα πρόγραμμα υπεράσπισης της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων και με τη φρασεολογία του εκδημοκρατισμού, δεν αμφισβητούσε την ατομική ιδιοκτησία και υπερασπιζόταν την αποικιοκρατική αυτοκρατορία της Γαλλίας. Ο Τρότσκι κατάλαβε ότι μετά από αυτήν την ανασυγκρότηση θα άρχιζε το κυνήγι κατά των Τροτσκιστών στις τάξεις της σοσιαλδημοκρατίας, κάτι που πραγματικά συνέβη όταν αρκετά μέλη της σοσιαλιστικής νεολαίας διαγράφθηκαν, με την κατηγορία ότι μίλησαν υπέρ της Τέταρτης Διεθνούς.

Οι συνθήκες που ευνοούσαν τον «εισοδισμό» είχαν εξαντληθεί. Ο Τρότσκι επέμεινε ότι η Τροτσκιστική ομάδα, η οποία είχε τριπλασιάσει τις γραμμές της από τότε που εντάχθηκε στο Σοσιαλιστικό Κόμμα, θα πρέπει να προσανατολιστεί προς τη δημιουργία ενός ανεξάρτητου κόμματος και να προετοιμαστεί να παρέμβει στην προεπαναστατική κρίση που έπληττε τη χώρα. Για άλλη μια φορά οι αγωνιστές αντιστάθηκαν στην πρόταση, οι οποίοι τώρα απέρριψαν την αποχώρηση από τη σοσιαλδημοκρατική οργάνωση. Διαφωνίες για πολιτικές τακτικές, έλλειψη πειθαρχίας, έλλειψη ωριμότητας και εμπειρίας επηρέασαν το έργο της Αντιπολίτευσης και την πρόοδο του αγώνα για την Τέταρτη Διεθνή. Ο Τρότσκι εκνευρίστηκε από τις σεχταριστικές τάσεις και την έλλειψη πρωτοβουλίας. Αυτή είναι η στιγμή που έγραψε στο «Ημερολόγιό» του το σημείωμα για τον αναντικατάστατο ρόλο του στο έργο της Τετάρτης Διεθνούς.

Η γραμματεία της Αντιπολίτευσης συνεδρίαζε σποραδικά. Ο Τρότσκι προσπάθησε να επανεκκινήσει το έργο στη Διεθνή Διάσκεψη που συγκλήθηκε στη Γενεύη για να αποφύγει την πιθανή καταστολή και η οποία συνεδρίασε πραγματικά στο Παρίσι τον Ιούλιο του 1936, και αποφάσισε να ξεκινήσει επίσημα το «κίνημα για την Τέταρτη Διεθνή», μια παραχώρηση σε εκείνους εντός της Αντιπολίτευσης που θεωρούσαν ότι δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή για να διακηρύξουν την ύπαρξη μιας νέας Διεθνούς. Τώρα, μόνο κόμματα και ομάδες της Μπολσεβίκικης Λενινιστικής φράξιας ήταν παρόντα για να συζητήσουν τις συνθήκες ενός νέου κύματος αγώνων που θα αποκτούσε επαναστατικά χαρακτηριστικά στη Γαλλία, με τη γενική απεργία, και στην Ισπανία, ενάντια στο φασιστικό πραξικόπημα του Φράνκο, το οποίο προκάλεσε μια εργατική και λαϊκή εξέγερση σε ολόκληρη τη χώρα. Αλλά οι δυσκολίες δεν σταμάτησαν: η Διάσκεψη επέλεξε ένα είδος διευρυμένης ηγεσίας που δεν ήταν ποτέ σε θέση να συναντηθεί και πολλά από τα μέλη της οποίας εγκατέλειψαν σύντομα τη Διεθνή. Μόνο η τετραμελής Διεθνής Γραμματεία μπόρεσε να λειτουργήσει: ο Πιερ Ναβίλ, ο Ζαν Ρους, ο Έρβιν Βολφ και ο Ρούντολφ Κλέμεντ. Οι δυο τελευταίοι όμως δολοφονήθηκαν σύντομα από την Σταλινική Γκε Πε Ου. Από την άνοιξη του 1935, από την άλλη πλευρά, οι Σταλινικές υπηρεσίες είχαν τοποθετήσει έναν από τους πράκτορές τους, τον Μαρκ Ζμπορόβσκι, γνωστό και ως Ετιέν, δίπλα στο γιο του Τρότσκι και βασικό συνεργάτη του, τον Λέων Σεντώφ. Ως εκ τούτου, η Μόσχα γνώριζε όλα όσα έκαναν και πρότειναν οι τέσσερις διεθνιστές, ασκώντας παράλληλα πίεση στην κυβέρνηση της Γαλλίας, όπου ο Τρότσκι είχε φτάσει από την Πρίγκηπο, και στη συνέχεια στην κυβέρνηση της Νορβηγίας, όπου μετέβη όταν η κατάσταση στη Γαλλία έγινε αφόρητη. Απελάθηκε επίσης από τη Νορβηγία, από όπου έφυγε για το Μεξικό. Η Τέταρτη Διεθνής και ο ηγέτης της βρισκόταν στην κατάσταση του παρία, περικυκλωμένοι από τη Σταλινική μυστική αστυνομία, ενώ μέσα στην ΕΣΣΔ οι Τροτσκιστές σφαγιάστηκαν ανελέητα σε μια καταστολή που δεν γνώριζε όρια.

Λαϊκό Μέτωπο και Προδομένη Επανάσταση

Μετά το σχηματισμό του Λαϊκού Μετώπου στη Γαλλία το 1934 και το 7ο Συνέδριο της Σταλινικής Κομμουνιστικής Διεθνούς, η υπεραριστερή πολιτική, η οποία είχε οδηγήσει στην ακαταμάχητη άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία, θάφτηκε επίσημα. Χωρίς την παραμικρή κριτική σκέψη, η γραμμή του Λαϊκού Μετώπου απέκτησε πλέον παγκόσμιο χαρακτήρα, θέτοντας το ζήτημα της ενότητας με τη Σοσιαλδημοκρατία και τη «δημοκρατική» αστική τάξη.Το νέο «μεγαλύτερο κακό» ήταν τώρα η σοσιαλιστική επανάσταση, η οποία λίγοκαιρό πριν διακηρυσσόταν φραστικά για να αντιμετωπίσει τους λεγόμενους χειρότερους εχθρούς, τον «σοσιαλφασισμό». Προωθούνταν τώρα στο όνομα της υπεράσπισης της «δημοκρατίας» κατά του φασισμού, μια τυπικά Κοπερνίκεια αντιστροφή. Η εργατική εξέγερση, ο αγώνας για τη δική μας κυβέρνηση, η ανεξάρτητη δράση του προλεταριάτου θεωρούνταν πλέον προβοκάτσια. Το κοινό στοιχείο ήταν η εχθρότητα προς μια επαναστατική πολιτική που θα έφερνε το προλεταριάτο ως τάξη πιο κοντά στον αγώνα για τη δική του εξουσία.

Με το νέο λαϊκομετωπικό προσανατολισμό σταλινισμός ζήτησε την άρση της γαλλικής γενικής απεργίας τον Ιούλιο του 1936 και προχώρησε, ένα χρόνο αργότερα, στην κυριολεκτική συντριβή της εμπροσθοφυλακής των Ισπανών εργατών που είχαν επιβάλει τη δική τους κυβέρνηση για να αντιμετωπίσουν το πραξικόπημα του φασίστα στρατηγού Φρανσίσκο Φράνκο. Στην Καταλονία, ο στρατός υπό την ηγεσία του Ισπανικού Κομμουνιστικού Κόμματος (PCE) εγκατέλειψε το πολεμικό μέτωπο κατά του Φράνκο και επέστρεψε στη Βαρκελώνη για να τερματίσει την επανάσταση, να αποκαταστήσει την ατομική ιδιοκτησία και να εξασφαλίσει την «τάξη». Οι Αναρχικοί αγωνιστές και οι οπαδοί των Τροτσκιστών γνώρισαν σφοδρή καταστολή και οι ηγέτες τους δολοφονήθηκαν από τις μυστικές υπηρεσίες του Σταλινισμού. Ο Τρότσκι κατήγγειλε ότι, αφού διέλυσε το ενιαίο μέτωπο των εργατών για την αντιμετώπιση του ναζισμού, το «δημοκρατικό» σχοινί ήταν τώρα τεντωμένο γύρω από το λαιμό του εργατικού κινήματος για να πνίξει την προλεταριακή επανάσταση που βρισκόταν σε εξέλιξη: «Η Ισπανική επανάσταση δείχνει και πάλι ότι είναι αδύνατη η υπεράσπιση της [αστικής Σ.τ.Μ.] δημοκρατίας ενάντια στις επαναστατικές μάζες με μεθόδους διαφορετικές από εκείνες της φασιστικής αντίδρασης». Και, από την άλλη, είναι αδύνατο να αναπτυχθεί ένας πραγματικός αγώνας κατά του φασισμού χωρίς τις μεθόδους της προλεταριακής επανάστασης (Τρότσκι, 1937).

Οι εκτελεστές της Μόσχας έφθασαν στα άκρα την πολιτική της εξόντωσης κάθε είδους αντιπολίτευσης και διαφωνίας μέσα στην ίδια την ΕΣΣΔ. Ο αριθμός των νεκρών είχε φθάσει τα εκατομμύρια όταν οι «εκκαθαρίσεις» έφτασαν στο αποκορύφωμά τους το 1936 και το 1938. Αυτές περιελάμβαναν τη δολοφονία δύο γιών του Τρότσκι, ο οποίος κατηγόρησε επίσης τον Στάλιν για την αυτοκτονία της μεγαλύτερης κόρης του. Η ιστορία της συνεχούς δίωξης του Τρότσκι δεν μειώνει την μαρτυρία της προσωπικής του τραγωδίας, πριν από τη δολοφονία του.

Υπό αυτές τις συνθήκες ο Τρότσκι δημιούργησε ένα από τα πιο εξαιρετικά έργα του -την Προδομένη Επανάσταση– για να κατανοήσει την ιστορική διαδικασία του λεγόμενου Σοβιετικού Θερμιδόρ, αναφερόμενος στον ίδιο μήνα του ημερολογίου που επιβλήθηκε από τη Γαλλική Επανάσταση κατά τον οποίο έλαβε χώρα η εκκαθάριση του Ροβεσπιέρου και της ηγεσίας των Ιακωβίνων. Ήταν η αντεπανάσταση που δεν άλλαξε τα κοινωνικά θεμέλια του νέου καθεστώτος, αλλά άνοιξε μια περίοδο πολιτικής αντίδρασης, η οποία στην περίπτωση της Γαλλίας οδήγησε από μια επαναστατική δημοκρατία στη ναπολεόντεια δικτατορία και στην πρώην Ρωσία στην κυριαρχία της εγκληματικής γραφειοκρατίας με επικεφαλής τον “Κάιν” Στάλιν. Αλλά σε αντίθεση με τη Γαλλία, όπου ιδρύθηκε μια νέα τάξη ιδιοκτησίας, η δύναμη και η αδυναμία της σοβιετικής γραφειοκρατίας στηριζόταν στην κρατική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, που προέκυψε από την προλεταριακή επανάσταση του 1917. Αφενός, είχε τη διαχείριση του κρατικού μηχανισμού για να εξασφαλίσει τα προνόμιά της χωρίς τον περιορισμό ή τον έλεγχο μιας ιδιοκτήτριας τάξης, η οποία έδινε στη διοίκηση των πόρων εξουσίας έναν κτηνώδη και αδίστακτο χαρακτήρα. Από την άλλη πλευρά, η έλλειψη ατομικής ιδιοκτησίας και κληρονομικών δικαιωμάτων εμπόδιζε την κυριαρχία της να έχει ισχυρότερο και διαρκέστερο χαρακτήρα.

Ο Τρότσκι προέβλεψε ότι η γραφειοκρατική εξουσία προχωρούσε προς την παλινόρθωση του καπιταλισμού, στην οποία θα έπρεπε να αντιταχθεί ο αγώνας για μια πολιτική επανάσταση που θα εκτόπιζε την κάστα που είχε σφετεριστεί την εξουσία, η οποία θα επέστρεφε στην οργανωμένη εργατική τάξη, στη συλλογική της οργάνωση και διαχείριση των μέσων παραγωγής. Δεν είχε σχεδιασθεί για να τροποποιήσει την κοινωνική βάση της ΕΣΣΔ -την απαλλοτρίωση του κεφαλαίου-. Αντίθετα, η απαλλοτρίωση της αστικής τάξης ήταν η προϋπόθεση για να δοθεί στο προλεταριάτο, η οργάνωσή του και η συνειδητή παρέμβασή του, τα μέσα για να ηγηθεί του μετασχηματισμού της κοινωνίας, το αποφασιστικό εφαλτήριο για ολόκληρη την επαναστατική διαδικασία. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ο Τρότσκι πάντα προσπαθούσε να υπερασπιστεί την ΕΣΣΔ από οποιαδήποτε εξωτερική επίθεση του καπιταλιστικού ιμπεριαλισμού, στόχος του οποίου θα ήταν, αντ’ αυτού, και όποια και αν ήταν η δικαιολογία, να αποκαταστήσει την ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής.

Η Προδομένη Επανάσταση περιγράφει με μοναδική συνέπεια και πληρότητα την ιστορική διαδικασία που οδήγησε στη γραφειοκρατικοποίηση του Κράτους, στον εκφυλισμό του Μπολσεβικικού κόμματος και της επαναστατικής πολιτικής ως αποτέλεσμα της απομόνωσης της επανάστασης, της φτώχειας των πόρων της χώρας, της διασκορπισμού των επαναστατικών ενεργειών μετά τον αδυσώπητο αγώνα που, κάτω από εξαιρετικά εχθρικές συνθήκες, η νεαρή δημοκρατία των σοβιέτ έπρεπε να διεξάγει στην εποχή της.

Τρότσκι, ιστορία και πολιτική

Με αυτό το έργο για την ΕΣΣΔ, είκοσι χρόνια μετά την επανάσταση στην οποία ήταν ένας από τους αποφασιστικούς πρωταγωνιστές, ο Τρότσκι μας παρέδωσε ένα πραγματικά εξαιρετικό έργο χαρακτηρισμού των κύριων πολιτικών φαινομένων της ιστορίας του πρώτου μέρους του 20ού αιώνα.Ένα έργο που ξεκίνησε στην εξορία του με τη μνημειώδη Ιστορία της Ρωσικής Επανάστασης και συνεχίστηκε με την ανάλυση του φασισμού και τον εκφυλισμό του πρώτου εργατικού κράτους ως εκφράσεις μιας εποχής αποσύνθεσης της καπιταλιστικής κοινωνίας και, ταυτόχρονα, της αναποτελεσματικότητας της τάξης της οποίας το ιστορικό συμφέρον της την ώθησε να ανοίξει την πορεία της μετάβασης σε μια νέα κοινωνία. Η καθυστέρηση της προλεταριακής επανάστασης και η επιβίωση ενός παρακμιακού καπιταλισμού θα επωάσουν τις τάσεις για μια νέα εκατόμβη πλανητικής εμβέλειας, ενός νέου παγκόσμιου πολέμου, ως έκφραση μιας εποχής βαρβαρότητας που εκτείνεται στο χρόνο.

Ο Τρότσκι είχε διαμορφωθεί θεωρητικά και πολιτικά, όπως ολόκληρη η Μπολσεβίκικη πρωτοπορία, στην κατανόηση της φύσης της εποχής, την ιστορική θέση του παγκόσμιου πολέμου, του αναντικατάστατου ρόλου μιας επαναστατικής πολιτικής για την αντιμετώπιση των αντιφάσεων της στιγμής και της υλοποίησής της στο πρόγραμμα και την οργάνωση της προλεταριακής εμπροσθοφυλακής ως κόμματος.Γι’ αυτό είχε αρχίσει την «αντίθεσή» του όταν από πολύ νωρίς, στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1920, ο Στάλιν άρχισε να αδειάζει το Μπολσεβίκικο κόμμα από κάθε είδους ζωής, δηλαδή από την εσωτερική συζήτηση ως το έδαφος για την επεξεργασία της πρακτικής εμπειρίας του πιο συνειδητού και ανεπτυγμένου μέρους του προλεταριάτου. Κανένα στάδιο στην εξέλιξη του εργατικού κινήματος δεν παραλείφθηκε, και όταν η Τρίτη Διεθνής μετατράπηκε σε ένα αντεπαναστατικό σκεύος, έριξε την πρόταση της Τέταρτης Διεθνούς ως το παγκόσμιο κόμμα της επανάστασης. Δεν μπορούσε να πείσει τους πρώτους συμμάχους του και έπρεπε να πολεμήσει εναντίον των ίδιων του των οπαδών. Το 1938, το ιδρυτικό Συνέδριο της Τέταρτης Διεθνούς ψήφισε ένα πρόγραμμα που θα συνοψίσει την εμπειρία του ιστορικού κινήματος που ο ίδιος ο Τρότσκι είχε αναπτύξει στο τεράστιο προηγούμενο έργο του και που θα επικεντρωθεί στο Μεταβατικό Πρόγραμμα.

Ήταν απαραίτητο να ξαναρχίσουμε και ο Τρότσκι παρατήρησε ακόμη και τη βαθιά απομόνωσή του:

«Καμία προοδευτική ιδέα δεν προέκυψε ποτέ από “μια μαζική βάση”, διαφορετικά δεν θα ήταν προοδευτική. Μόνο μακροπρόθεσμα η ιδέα συναντά τις μάζες, εφόσον, φυσικά, ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της κοινωνικής ανάπτυξης. Όλες οι μεγάλες κινήσεις έχουν ξεκινήσειως “συντρίμμια” προηγούμενων κινήσεων. Στην αρχή, ο Χριστιανισμός ήταν τα“συντρίμμια” του Ιουδαϊσμού. Ο Προτεσταντισμός τα “συντρίμμια” του Καθολικισμού, δηλαδή του εκφυλισμένου Χριστιανισμού. Η ομάδα Μαρξ-Ένγκελς αναδύθηκε από τα “συντρίμμια” της Εγελιανής Αριστεράς. Η Κομμουνιστική Διεθνής προετοιμάστηκε εν μέσω πολέμου από τα “συντρίμμια” της διεθνούς σοσιαλδημοκρατίας.Αν αυτοί οι εμπνευστές ήταν σε θέση να δημιουργήσουν μια μαζική βάση, ήταν μόνο επειδή δεν φοβόντουσαν την απομόνωση. Ήξεραν εκ των προτέρων ότι η ποιότητα των ιδεών τους θα μετατρεπόταν σε ποσότητα. Αυτά τα “συντρίμμια” δεν έπασχαν από αναιμία,·αντιθέτως περιείχαν την πεμπτουσία των μεγάλων ιστορικών κινημάτων του αύριο». (Τρότσκι, 1938)

Χωρίς την ανακήρυξη της Τέταρτης Διεθνούς, η πολιτική αφομοίωση της ιστορίας του εργατικού κινήματος θα είχε χαθεί με τη δολοφονία του Τρότσκι και τις περιπέτειες του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Χωρίς την ίδρυσή της, η υπόθεση του σοσιαλισμού θα είχε υποστεί μια ιστορική οπισθοδρόμηση. Η Τέταρτη Διεθνής, η τελική και απαραίτητη μάχη του Τρότσκι, θα έχει για πάντα την τεράστια ιστορική αξία να έχει προβλέψει την εγκυρότητα της επανάστασης όταν η οριστική της εξαφάνιση είχε γίνει αποδεκτή σε μια από τις πιο δραματικές και τραγικές καταστάσεις του εικοστού αιώνα. Αξίζει να το θυμόμαστε αυτό όταν ο καπιταλισμός σε αυτό το κατώφλι του 21ου αιώνα δείχνει την αναπόφευκτη τάση του να καταρρέει στην πιο εκτεταμένη κρίση της ιστορίας του.

21/08/2012

Βιβλιογραφικές Αναφορές

Τρότσκι Λέον (1931),Το κλειδί της κατάστασης βρίσκεται στη Γερμανία, 26 Νοεμβρίου, Μπουένος Άιρες: CEIP, 2008.

Τρότσκι Λέον [Γκ. Γκούρωφ] (1933a), «Γερμανικό Κομμουνιστικό Κόμμα ή Νέο Κόμμα», 12 Μαρτίου. Δημοσιεύθηκε στο Δελτίο της Διεθνούς Αριστερής Αντιπολίτευσης, No 2/3, Απρίλιος.

Τρότσκι Λέον(1933b),«Είναι απαραίτητο να οικοδομήσουμε ένα νέο Κομμουνιστικό Κόμμα και μια Διεθνή», 15 Ιουλίου. Μπουένος Άιρες: CEIP, 2008.

Τρότσκι Λέον (1937), «Τα διδάγματα της Ισπανίας, η τελευταία προειδοποίηση», 17 Δεκεμβρίου, Μπουένος Άιρες: CEIP, 2008.

Τρότσκι Λέον(1938), «Τέχνη και Πολιτική στην εποχή μας», Ιούνιος 1938.

Βαν Χαϊγενουρτ Ζαν (1988), «Πως δημιουργήθηκε η Τετάρτη Διεθνή», στην PrensaObrera, No. 238, 24 Αύγουστος, Μπουένος Άιρες:

Εκτός από τα αναφερόμενα κείμενα, για το έργο αυτό έχουμε κάνει χρήση -και κατάχρηση- μιας τεράστιας βιβλιογραφίας μεταξύ των οποίων ξεχωρίζουν:

Πιερ Μπρουέ (1988),Τρότσκι, Παρίσι Φαγιάρντ.

ΟσβάλντοΚοτζιόλα (1990), Trotsky Ontem και Hoje, Belo Horizonte: Nosso Tempo.

Ισαάκ Ντόϋτσερ (1969),Ο Τρότσκι, ο εξόριστος προφήτης, Μεξικό: Ediciones Era.

Πιέρ Φρανκ (1973),Ιστορία της Τέταρτης Διεθνούς, Μπουένος Άιρες: Κόκκινα σημειωματάρια.

Έρνεστ Μαντέλ (1995),Τρότσκι ως εναλλακτική λύση. Σάο Πάολο: Xama Editora.

Ζαν Ζακ Μαρί (2009),Επαναστάτης χωρίς σύνορα, Μεξικό: FCE.

Δημοσιεύθηκε στο Hic Rodus No. 3, Δεκέμβριος 2012

Μετάφραση Αρ. Μα.

neaprooptiki.gr

Σχόλια (0)

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί.