Αναπτυξιακό νομοσχέδιο της Κυβέρνησης: Περιβάλλον και ανταγωνιστικότητα

Αναπτυξιακό νομοσχέδιο της Κυβέρνησης: Περιβάλλον και ανταγωνιστικότητα

«Επενδύω στην Ελλάδα» τιτλοφορείται το αναπτυξιακό νομοσχέδιο της Κυβέρνησης. Tο πνεύμα που διατρέχει το σύνολο του ν/σ είναι βγαλμένο από τα εγχειρίδια των «Οικονομικών της Προσφοράς», του νεοφιλελευθερισμού κοινώς. Η κυβέρνηση εισάγει θεσμικά την πλέον χυδαία αντίληψη του ούτως ή άλλως αμφιλεγόμενου όρου «ανταγωνιστικότητα». Εισάγει την έννοια που θέλει ανταγωνιστική μια οικονομία όπου θεσμικά η ευημερία των επιχειρήσεων προηγείται της ευημερίας των ανθρώπων. Με αυτό το ν/σ, το περιβάλλον και τα εργασιακά μπαίνουν σε δεύτερη μοίρα χάριν της ανταγωνιστικότητας, της προσέλκυσης επενδύσεων, αυτό είναι το επαναλαμβανόμενο μοτίβο σε όλο το ν/σ, η προσέλκυση επενδύσεων με κάθε κόστος.

Αναλυτικότερα για τις ρυθμίσεις που υποβαθμίζουν τους περιβαλλοντικούς κανόνες για χάρη της ανταγωνιστικότητας

Οι διατάξεις αρμοδιότητας του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας προσδιορίζει ποιες περιοχές μπορεί να λειτουργεί μια βιομηχανία ή μία βιοτεχνία. Παράλληλα εφαρμόζεται η περιβαλλοντική αδειοδότηση, η οποία επίσης κατατάσσει τα έργα σε κατηγορίες Α1, Α2 και Β συνεκτιμώντας το σύνολο των επιπτώσεων που μπορεί να έχει ένα έργο ή μία δραστηριότητα στο περιβάλλον. Οι επιχειρήσεις οφείλουν να λαμβάνουν και τις δύο αδειοδοτήσεις.

Με τις προτεινόμενες διατάξεις, καταργούνται οι οχλήσεις και αντικαθίστανται πλήρως από την περιβαλλοντική κατάταξη. Αναλόγως διαμορφώνεται και ο χωροταξικός και πολεοδομικός σχεδιασμός, ο οποίος πλέον θα αναφέρεται σε επιτρεπόμενες δραστηριότητες κατηγορίας Α1, Α2 και Β αντί για δραστηριότητες υψηλής, μέσης ή χαμηλής όχλησης.

Το νομοσχέδιο προβλέπει ότι με Κοινή Υπουργική Απόφαση που θα εκδοθεί ως τις 30 Ιουνίου 2020 θα καταταχθούν εκ νέου οι δραστηριότητες με κατηγοριοποίηση όχλησης στις κατηγορίες της περιβαλλοντικής κατάταξης. Επιπλέον ορίζεται ότι προκειμένου να μην επέλθει αναστάτωση στις υφιστάμενες δραστηριότητες θα υπάρξει μεταβατική περίοδος 30 ετών εντός της οποίας οι δραστηριότητες θεωρούνται νόμιμες και επιτρέπεται ο εκσυγχρονισμός τους εφόσον αυτός δεν θα οδηγήσει σε υπαγωγή τους σε υψηλότερη περιβαλλοντική κατηγορία.

Σε άλλες διατάξεις του νομοσχεδίου αναφέρονται στα εξής:

Τα έργα και εγκαταστάσεις που εγκαθίστανται εντός επιχειρηματικών πάρκων με εγκεκριμένους περιβαλλοντικούς όρους, θα μπορούν να κατατάσσονται σε χαμηλότερη κατηγορία περιβαλλοντικής αδειοδότησης, σε σχέση με την κατηγορία όπου θα ανήκαν, εάν ήταν αυτόνομα.
Απλοποιείται η διαδικασία, για να διαπιστωθεί, εάν μια επιχείρηση που εκσυγχρονίζεται, απαιτεί νέους περιβαλλοντικούς όρους ή όχι. Στο εξής θα απαιτείται η κατάθεση μόνο των τεχνικών σχεδίων (και όχι νέα Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων που απαιτείται τώρα) επί των οποίων η υπηρεσία θα οφείλει να κρίνει εντός ενός μήνα εάν οι προτεινόμενες αλλαγές δεν απαιτούν τροποποίηση των περιβαλλοντικών όρων ή εάν, αντίθετα, απαιτείται πλήρης Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων. Εάν παρέλθει το χρονικό αυτό διάστημα άπρακτο ή εάν η υπηρεσία κρίνει ότι δεν απαιτούνται πρόσθετοι ή διαφορετικοί περιβαλλοντικοί όροι, τότε η επιχείρηση μπορεί να προχωρήσει στις διαδικασίες εκσυγχρονισμού.
Επεκτείνεται ο συντελεστής δόμησης (0,6) που αφορά τις στρατηγικές επενδύσεις στον τομέα της βιομηχανίας, σε περισσότερες βιομηχανίες. Σήμερα, ισχύει αυξημένος συντελεστής δόμησης (0,6) για βιομηχανίες που απασχολούν πάνω από 200 εργαζομένους το έτος και επενδύουν πάνω από 200.000.000 ευρώ. Με την ρύθμιση του νομοσχεδίου, ο συντελεστής αυτός επεκτείνεται σε βιομηχανίες που επενδύουν 30.000.000 ευρώ και δημιουργούν 75 νέες θέσεις εργασίας. Επίσης, επεκτείνεται και σε βιομηχανίες που επενδύουν 25.000.000 ευρώ και δημιουργούν 50 νέες θέσεις εργασίας, εφόσον όμως βρίσκονται σε επιχειρηματικά πάρκα.
Επιτρέπονται πλέον δραστηριότητες κατηγορίας Α2 (που αντιστοιχούν με τις παλαιότερες δραστηριότητες μέσης όχλησης) στην Αττική, αλλά μόνον εντός οργανωμένων βιομηχανικών περιοχών/ βιομηχανικών πάρκων/ επιχειρηματικών πάρκων. Όπως είναι γνωστό, από τη δεκαετία του 1980 απαγορεύεται η εγκατάσταση νέων δραστηριοτήτων υψηλής και μέσης όχλησης στην Αττική. Η απαγόρευση οδήγησε στην αποβιομηχάνιση της Αττικής, στην αύξηση της ανεργίας και του κόστους λειτουργίας των επιχειρήσεων, παρά το γεγονός ότι η πρόοδος της τεχνολογίας έχει επιτρέψει την αντιμετώπιση των προβλημάτων ρύπανσης και θορύβου που προκαλούν οι περισσότερες βιομηχανίες.

mera25.gr