Το άρθρο γράφτηκε στα τέλη του 2025, αρκετά πριν την κλιμάκωση στη Μινεάπολη, αλλά παρουσιάζει τη μεγάλη εικόνα μέσα στην οποία δίνεται η μάχη ενάντια στον Τραμπ. [Rp]
Σάρον Σμιθ | μετάφραση Ελένη Πελέκη
1. Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι η ξεχωριστή πρόκληση που αντιμετωπίζουν οι επαναστάτες σοσιαλιστές στις ΗΠΑ είναι ότι το Δημοκρατικό Κόμμα είναι το μόνο μεγάλο πολιτικό κόμμα στη χώρα εκτός από το Ρεπουμπλικανικό –σε μια συμφωνία κατανομής της εξουσίας μεταξύ των δύο κομμάτων της άρχουσας τάξης που διαρκεί πάνω από έναν αιώνα.
Αυτό έχει συμβάλει στον χαρακτήρα της ταξικής πάλης στις ΗΠΑ, διότι αν η μόνη διαθέσιμη επιλογή είναι μεταξύ δύο αστικών κομμάτων, η εργατική τάξη δεν διαθέτει κανένα μέσο οργανωμένης εκλογικής έκφρασης. Για το λόγο αυτό, πολλοί εργαζόμενοι αποσύρονται από την εκλογική διαδικασία, κάτι που πολλοί λεγόμενοι ακαδημαϊκοί εμπειρογνώμονες παρερμηνεύουν ως «απάθεια». Στην πραγματικότητα, το τμήμα της εργατικής τάξης που απέχει από τις εκλογές αναγνωρίζει ότι τα δύο βασικά κόμματα δεν εκφράζουν τα συμφέροντά του και δεν πρόκειται να το κάνουν.
Αυτό έχει οδηγήσει σε ένα επίπεδο μαχητικότητας της εργατικής τάξης που, κατά καιρούς, δεν έχει όμοιό του διεθνώς. Όπως περιέγραφε ο Λέων Τρότσκι στο δοκίμιο του 1934, «Αν η Αμερική γινόταν κομμουνιστική»:
«Το αμερικανικό ταμπεραμέντο είναι ενεργητικό και βίαιο, και θα επιμείνει να σπάσει πολλά αυγά και να αναστατώσει πολλές καταστάσεις προτού εγκαθιδρυθεί σταθερά ο κομμουνισμός. Οι Αμερικανοί είναι περισσότερο ενθουσιώδεις και αθλητικοί και λιγότερο ειδικοί και κρατικοί διαχειριστές. Θα ήταν αντίθετο με την αμερικανική παράδοση να κάνουν μια μεγάλη αλλαγή χωρίς να διαλέξουν πλευρές και να ανοίξουν κεφάλια».
Παρόλο που οι Δημοκρατικοί παρουσιάζονται ως αντίπαλοι των Ρεπουμπλικάνων, είναι εξίσου αστικό κόμμα και συνεπώς δεν μπορούν ποτέ να οργανώσουν μια πραγματική αντιπολίτευση. Και δεν μπορούν ποτέ να προσφέρουν αποτελεσματική αντίσταση στον Τραμπισμό, επειδή είναι εξίσου υπεύθυνοι για την εφαρμογή του νεοφιλελεύθερου σχεδίου στις ΗΠΑ τα τελευταία 50 χρόνια, επιτυγχάνοντας μια τεράστια μεταφορά πλούτου προς τα πάνω, τόσο εντός των ΗΠΑ όσο και σε παγκόσμιο επίπεδο. Οι Δημοκρατικοί συνήθως παρουσιάζουν την εναλλακτική τους ως μια «ελαφριά» εκδοχή του Ρεπουμπλικανισμού, προτείνοντας πολιτικές που είναι ελαφρώς λιγότερο δρακόντειες από αυτές των Ρεπουμπλικάνων, αλλά ταυτόχρονα επιτρέποντας στους Ρεπουμπλικάνους να ελέγχουν τις πολιτικές παραμέτρους που μετατοπίζονται διαρκώς προς τα δεξιά.
2. Από τις απαρχές του στα τέλη της δεκαετίας του 1970, τα βασικά στοιχεία του νεοφιλελευθερισμού περιλαμβάνουν την απορρύθμιση της λειτουργίας των επιχειρήσεων και την διάλυση των συνδικάτων, αλλά επίσης εξαπέλυσε επίθεση και σε όλες τις κατακτήσεις των κοινωνικών κινημάτων της δεκαετίας του 1960 και του 1970, υπονομεύοντας και στη συνέχεια ανατρέποντας τα κεκτημένα της Αριστεράς. Κατά τη διάρκεια αυτών των δεκαετιών πολιτικής και ιδεολογικής επίθεσης, η επαναστατική αριστερά (με πολλές οργανώσεις που άνθισαν κατά τη δεκαετία του 1960 και του 1970) υπέστη φθορά και τελικά σε μεγάλο βαθμό καταστράφηκε ή κατέρρευσε.
Και οι φιλελεύθερες οργανώσεις, όπως οι mainstream φεμινίστριες, που βασίζονταν στην εκλογή των Δημοκρατικών για να υπερασπιστούν τη νόμιμη άμβλωση, ανακάλυψαν επίσης με τον σκληρό τρόπο ότι οι Δημοκρατικοί είναι απρόθυμοι να αγωνιστούν πραγματικά στο δρόμο για το δικαίωμα στην άμβλωση. Κάπως έτσι βρεθήκαμε σήμερα χωρίς δικαίωμα στην άμβλωση μετά από περίπου 5 δεκαετίες νομιμοποίησής του. Αντίστοιχα, οι οργανώσεις για τα δικαιώματα των μεταναστών, που έφτασαν σε τεράστιες διαστάσεις το 2006, απορροφήθηκαν από το Δημοκρατικό Κόμμα λίγο αργότερα. Οι Δημοκρατικοί στο Κογκρέσο δεν έκαναν τίποτα για τους μετανάστες την δεκαετία που ακολούθησε. Σήμερα, οι θέσεις των Δημοκρατικών για τη μετανάστευση είναι σχεδόν πανομοιότυπες με αυτές των Ρεπουμπλικάνων.
Το εργατικό κίνημα των ΗΠΑ λειτουργεί επίσης ως πιστός υποστηρικτής του Δημοκρατικού Κόμματος –και του αμερικανικού ιμπεριαλισμού– από την εποχή της Μεγάλης Ύφεσης, με μεγάλο κόστος για το ίδιο. Μετά από μια έξαρση των απεργιών (πολλές από τις οποίες χωρίς την έγκριση της ηγεσίας) μεταξύ 1968 και 1974, η συμμετοχή στα συνδικάτα ακολούθησε μια καθοδική πορεία από την οποία δεν έχει ακόμη ανακάμψει. Σήμερα, η συμμετοχή στα συνδικάτα ανέρχεται στο 5,9% για τους εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα και στο 32,2% για τους εργαζόμενους του δημόσιου τομέα. Αλλά παρόλο που ο Τραμπ έχει βάλει στο στόχαστρο τα συνδικάτα του δημόσιου τομέα, οι ηγέτες των συνδικάτων δεν έχουν κάνει τίποτα πέρα από το να υποβάλλουν μηνύσεις και να στέλνουν μαζικά μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ζητώντας από τα μέλη τους να «καλέσουν τους εκλεγμένους εκπροσώπους τους στο Κογκρέσο».
Ίσως πιο ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι ο πρόεδρος της Διεθνούς Αδελφότητας Οδηγών Φορτηγών (IBT) [Τeamsters] Σον Ο’ Μπράιεν είναι ανοιχτός υποστηρικτής του Τραμπ. Η πρώην συλλογικότητα βάσης που διεκδικούσε μεταρρύθμιση του σωματείου, Teamsters για ένα Δημοκρατικό Σωματείο (TDU, η οποία ιδρύθηκε από επαναστάτες των International Socialists στη δεκαετία του 1970) υποστήριξε την εκλογή του Ο’ Μπράιεν και τώρα δεν είναι διατεθειμένη να τον κριτικάρει, φτάνοντας μάλιστα στο σημείο να αποκλείσει ορισμένους Teamsters που είναι επικριτικοί απέναντι στον Ο’Μπράιεν από το πρόσφατο συνέδριό τους. Δυστυχώς, μεγάλο μέρος της αριστεράς ακολουθεί το παράδειγμα της TDU.
Ομοίως, το τοπικό παράρτημα της Ένωσης Χαλυβουργών USW 12-369 έστειλε μια επιστολή στα μέλη του υποστηρίζοντας τον Τραμπ και κατηγορώντας τους Δημοκρατικούς για τη διακοπή της λειτουργίας του κράτους, χρησιμοποιώντας ωμό εθνικισμό:
«16 Οκτωβρίου 2025
ΠΡΟΣ: ΟΛΑ ΤΑ ΜΕΛΗ
ΘΕΜΑ: ΔΙΑΚΟΠΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ – ΑΠΟΛΥΣΕΙΣ ΜΕΛΩΝ ΤΗΣ USW
Η τρέχουσα διακοπή λειτουργίας του κράτους προκλήθηκε όταν οι Δημοκρατικοί αποφάσισαν να μην εγκρίνουν μια καθαρή απόφαση συνέχειας (ΑΣ), που προτάθηκε από τους Ρεπουμπλικάνους. Μια καθαρή απόφαση ορίζεται ως ούτε αύξηση ούτε μείωση της τρέχουσας χρηματοδότησης.
Οι Δημοκρατικοί προώθησαν τη δική τους ΑΣ με 1,5 τρισεκατομμύρια δολάρια σε πρόσθετες δαπάνες.
Κάποιοι πιστεύουν ότι αυτό έγινε σκόπιμα για να διακοπεί η λειτουργία του κράτους, καθώς γνώριζαν ότι η πρότασή τους ήταν τόσο εξωφρενική που δεν θα εγκρινόταν ποτέ. Αυτό είναι παρόμοιο με τη διαμαρτυρία «occupy wall street» που είχε ως στόχο να εμποδίσει νόμιμα προγράμματα εντός της κυβέρνησης.
… Θα ήθελα να ενθαρρύνω θερμά όλα τα μέλη να επικοινωνήσουν με τους Γερουσιαστές και τους εκπροσώπους τους στο Κογκρέσο και να ζητήσουν από τους Δημοκρατικούς να αποσύρουν την υποστήριξή τους προς τους μη-πολίτες εις βάρος των Αμερικανών πολιτών.
Μάικ Μακγουέιν
Πρόεδρος της USW 12-369».
3. Η αμερικανική Αριστερά σήμερα είναι επίσης αποδυναμωμένη ως αποτέλεσμα της εύστοχα χαρακτηρισμένης «ΜΚΟ-ποίησης» της —ιδιωτική χρηματοδότηση, μη κερδοσκοπικός χαρακτήρας, φορολογική απαλλαγή— η οποία κυριαρχεί μεταξύ των φαινομενικά «ακτιβιστικών» οργανώσεων. Οι ηγεσίες των περισσότερων ΜΚΟ δελεάζονται από τους υψηλούς μισθούς και άλλα «προνόμια», για να μην αναφέρουμε την έλλειψη λογοδοσίας προς τα μέλη τους, με αποτέλεσμα να χάνουν από τα μάτια τους την αρχική τους δέσμευση στον ακτιβισμό και να γίνονται γρήγορα γραφειοκρατικές. Η Black Lives Matter (BLM), μέσω του Παγκόσμιου Ιδρύματος Δικτύων BLM, μαστίζεται από σκάνδαλα —συμπεριλαμβανομένης της αγοράς μιας έπαυλης αξίας 6 εκατομμυρίων δολαρίων στο Λος Άντζελες για προσωπική χρήση των ηγετών της και μιας αγωγής εναντίον ενός στελέχους της BLM που κατηγορείται για υπεξαίρεση πάνω από 10 εκατομμυρίων δολαρίων από τα χρήματα των δωρητών.[1]
Από την εποχή του Νιου Ντιλ και μετά, στην αμερικανική Αριστερά συνολικά κυριαρχούν οργανώσεις που υποστηρίζουν το Δημοκρατικό Κόμμα. Σήμερα, αυτό περιλαμβάνει την DSA, η οποία έχει αυτήν τη στιγμή από 50.000 ως 80.000 μέλη (αν και ο αριθμός των ενεργών μελών είναι πολύ μικρότερος), αλλά εξακολουθεί να είναι μακράν η μεγαλύτερη αριστερή οργάνωση. Η «Indivisible» είναι, σύμφωνα με τις περισσότερες εκτιμήσεις, η μεγαλύτερη ακτιβιστική οργάνωση, η οποία έχει οργανώσει τις μαζικές διαδηλώσεις «Όχι Βασιλιάδες». Η Indivisible ιδρύθηκε το 2017 από δύο μέλη του επαγγελματικού προσωπικού της κοινοβουλευτικής ομάδας του Δημοκρατικού Κόμματος. Η οργάνωσή τους ήταν αποτελεσματική στην αντίσταση στον Τραμπ κατά τη διάρκεια της πρώτης θητείας του, ειδικά στην κινητοποίηση ενάντια στην προσπάθεια των Ρεπουμπλικάνων να καταργήσουν τον Νόμο για την Προσιτή Υγειονομική Περίθαλψη. Προσπαθούν να εφαρμόσουν την ίδια στρατηγική και στον Τραμπ 2.0. Ωστόσο, η Indivisible είναι υπόχρεη στο Δημοκρατικό Κόμμα και επιτρέπει στους Δημοκρατικούς να καθορίζουν τους όρους των αιτημάτων της. Για αυτόν τον λόγο, οι διαδηλώσεις Όχι Βασιλιάδες έχουν παραμείνει σιωπηλές σε θέματα που αφορούν τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό, από την Παλαιστίνη έως τη Βενεζουέλα.
Το μεγαλύτερο μέρος της αντιπολίτευσης υπό την ηγεσία του Δημοκρατικού Κόμματος επικεντρώνεται στις ενδιάμεσες εκλογές του 2026. Αν οι Δημοκρατικοί κερδίσουν την πλειοψηφία σε ένα ή και τα δύο σώματα του Κογκρέσου (κάτι που δεν είναι σίγουρο, παρά την αντιδημοτικότητα του Τραμπ), τι θα κάνουν; Αν η πρακτική του παρελθόντος αποτελεί ένδειξη, δεν πρέπει να αναμένεται ότι θα ασκήσουν τη σημαντική εξουσία του Κογκρέσου εναντίον του Τραμπ και του Ανώτατου Δικαστηρίου. Οποιαδήποτε οικονομική περικοπή των πόρων της ICE ή περιορισμός της βίας της θα είναι ελάχιστη (εκτός αν ένα ισχυρό κίνημα αναγκάσει τους Δημοκρατικούς να αλλάξουν πορεία). Ακόμη και με την ICE και την Συνοριακή Φρουρά να έχουν καταλάβει επί του παρόντος το Σικάγο, ο Δημοκρατικός κυβερνήτης του Ιλινόις (και επίδοξος υποψήφιος για την προεδρία) Τζ. Μπ. Πριτζκέρ ισχυρίζεται ότι αντιτίθεται σθεναρά στην ICE, αλλά δεν έχει εκδώσει καμία κατηγορία εναντίον πρακτόρων της ICE για φόνο, παραβιάσεις των πολιτικών δικαιωμάτων κ.λπ. και επιτρέπει στη δική του Πολιτειακή αστυνομική δύναμη να «προστατεύει» τους πράκτορες της ICE από τους διαδηλωτές —με άλλα λόγια, να επιτίθεται στους διαδηλωτές.
Υπάρχει επίσης η πιθανότητα οι Δημοκρατικοί να μην κερδίσουν τις ενδιάμεσες εκλογές του 2026 (ακόμη και αν αυτό συμβεί λόγω στοχευμένων αλλαγών του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος στις εκλογικές περιφέρειες), γεγονός που θα αποθαρρύνει την αντιπολίτευση.
4. Οι επιτυχίες της DSA υπογραμμίζουν το βαθμό στον οποίο μεγάλο μέρος του πληθυσμού των ΗΠΑ έχει μετακινηθεί πολιτικά προς τα αριστερά. Και η βίαιη εκστρατεία του Τραμπ εναντίον των μεταναστών, μαζί με τις αυταρχικές του κινήσεις συγκέντρωσης υπερεξουσιών και την προώθηση του ακροδεξιού λευκού εθνικισμού, έχουν επιταχύνει αυτή τη μετακίνηση προς τα αριστερά. Ο Τζάρετ Άμποτ, ερευνητής στο Κέντρο Πολιτικής της Εργατικής Τάξης, συμμετείχε σε μια μελέτη του 2025 που διαπίστωσε ότι μόνο το 29% των Αμερικανών έχει θετική άποψη για τους Δημοκρατικούς. Ο Άμποτ ανέφερε πρόσφατα στο περιοδικό Jacobin: «Μεταξύ των Δημοκρατικών και των κομματικά ανεξάρτητων ερωτηθέντων [στις πολιτείες της Ζώνης της Σκουριάς], η πιο συνηθισμένη κριτική προς το Δημοκρατικό Κόμμα ήταν η αντίληψη ότι είναι ανίκανο να εφαρμόσει πολιτικές που βοηθούν τους απλούς ανθρώπους».[2] Μια δημοσκόπηση που διεξήχθη από την SSRS και δημοσιεύθηκε στις 3 Νοεμβρίου από το CNN, διαπίστωνε ότι το ποσοστό αποδοχής του Τραμπ έπεσε στο 37%, καταγράφοντας το χαμηλότερο ποσοστό στις δημοσκοπήσεις του CNN κατά τη δεύτερη θητεία του. Επίσης το ποσοστό αποδοκιμασίας του έφτασε το 63%, το υψηλότερο και στις δύο θητείες του. Και σχεδόν το 70% των Δημοκρατικών και των Ανεξάρτητων πιστεύουν ότι οι Δημοκρατικοί δεν κάνουν αρκετά για να αντιταχθούν στον Τραμπ.
Όπως πρόσφατα σημείωσε o οργανισμός Fairness and Accuracy in Reporting σχετικά με την υποστήριξη του κοινού σε προοδευτικά αιτήματα: «Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν τακτικά ότι υπάρχει μεγάλη πλειοψηφία υπέρ ενός φόρου περιουσίας, υπέρ ενός κατώτατου μισθού 15 δολαρίων ή υψηλότερου και υπέρ της καθολικής ιατρικής περίθαλψης, όλα τους βασικά προοδευτικά αιτήματα που τα εταιρικά Μέσα Ενημέρωσης κατακρίνουν συνέχεια».[3]
Η Αλεξάντρια Οκάσιο Κορτέζ και ο Μπέρνι Σάντερς προσέλκυσαν χιλιάδες άτομα στην περιοδεία τους «Fighting Oligarchy» νωρίτερα φέτος. Σύμφωνα με το YouGov.com, οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι ο Μπέρνι Σάντερς (ο οποίος δηλώνει ανεξάρτητος, αλλά συνεργάζεται κοινοβουλευτικά με τους Δημοκρατικούς και κάνει προεκλογικές εκστρατείες για αυτούς) είναι ο πιο δημοφιλής ενεργός πολιτικός στις ΗΠΑ σήμερα. [4] Η άνοδος του δημοκρατικού σοσιαλιστή και φιλοπαλαιστίνιου Ζόχραν Μαμντάνι ως νικητή των δημοτικών εκλογών της 4ης Νοεμβρίου στη Νέα Υόρκη λέει πολλά για αυτή την στροφή στο εκλογικό σώμα σε μια από τις ιστορικά πιο φιλοσιωνιστικές εκλογικές περιφέρειες των ΗΠΑ. Η προεκλογική του εκστρατεία επικεντρώθηκε στο πάγωμα των ενοικίων, στη δωρεάν μεταφορά με τα αστικά λεωφορεία και στην αύξηση κατά 2% των φόρων για το πλουσιότερο 1% του πληθυσμού.
Η εκλογή του Μαμντάνι είναι μια πολύ συναρπαστική εξέλιξη, αλλά τώρα θα αντιμετωπίσει πολύ έντονη πίεση από το πολιτικό κατεστημένο να συμβιβαστεί.
5. Και μέχρι στιγμής, η ηγεσία του Δημοκρατικού Κόμματος δεν έχει ακολουθήσει την στροφή του εκλογικού σώματος προς τα αριστερά. Η εφημερίδα New York Times (η οποία είναι η φωνή του φιλελεύθερου κατεστημένου) αντέδρασε στη μαζική συμμετοχή στην διαδήλωση Ημέρα Χωρίς Βασιλιάδες στις 18 Οκτωβρίου (και στην προοδευτική εκστρατεία του Μαμντάνι) με ένα κύριο άρθρο που κατέκρινε την προοδευτική πτέρυγα του του Κόμματος, υποστηρίζοντας ότι «Οι αδιάλλακτοι κομματικοί έχουν άδικο: η στροφή προς το κέντρο είναι ο δρόμος προς τη νίκη».
Και μετά τη νίκη του Μαμντάνι, οι New York Times του έδωσαν την ακόλουθη συμβουλή:
«Θα πρέπει να ξεκινήσει δημιουργώντας μια ηγετική ομάδα με ελάχιστους δημοκρατικούς σοσιαλιστές», έγραψε η εφημερίδα, «και με πολλούς αξιωματούχους με προηγούμενα επιτεύγματα και αποδεδειγμένες διαχειριστικές ικανότητες».
Ωστόσο, οι δημοσκοπήσεις έδειξαν ότι το 24% των ψηφοφόρων της Νέας Υόρκης αυτοχαρακτηρίζονται δημοκρατικοί σοσιαλιστές, όπως ο Μαμντάνι -και αποτελούσαν περίπου το 41% αυτών που τον ψήφισαν.
Αν και η κύρια προεκλογική υπόσχεση του Μαμντάνι ήταν τα δωρεάν και γρήγορα λεωφορεία, οι The Times τον συμβούλεψαν να εγκαταλείψει την πρόταση για «δωρεάν» μετακινήσεις. «Μια καλύτερη ιδέα», πρότεινε η σύνταξη της εφημερίδας, είναι να προσφερθεί «μειωμένο εισιτήριο» μόνο σε ορισμένες διαδρομές.[5]
Έτσι, οι προοδευτικοί που παραμένουν πιστοί στο Δημοκρατικό Κόμμα ενώ ταυτόχρονα επικρίνουν το κατεστημένο του, λειτουργούν ως «δίκοπο μαχαίρι»: από τη μία πλευρά, δίνουν φωνή στις μάζες ανθρώπων που έχουν επίσης μπουχτίσει με τους Δημοκρατικούς, αλλά ταυτόχρονα περιορίζουν τις πιθανότητες μιας πραγματικής ρήξης με τους Δημοκρατικούς και της δημιουργίας ενός βιώσιμου εναλλακτικού τρίτου κόμματος. Αυτό ισχύει τόσο για την DSA όσο και για το Indivisible, όπως αποδεικνύεται από το περιορισμένο σύνολο αιτημάτων του κινήματος Όχι Βασιλιάδες.
Η ενεργή επί πολλά χρόνια επαναστατική σοσιαλιστική οργάνωση Solidarity απέφυγε να δώσει στον Μαμντάνι την άκριτη υποστήριξή της, επειδή κατέβηκε ως υποψήφιος των Δημοκρατικών.[6] Ο βετεράνος επαναστάτης σοσιαλιστής Νταν Λα Μποτζ, για παράδειγμα, δημοσίευσε την έντονη διαφωνία του με την οργάνωσή του, τη Solidarity, όταν αυτή απέφυγε να δώσει στον Μαμντάνι στήριξη άνευ κριτικής επειδή είναι υποψήφιος των Δημοκρατικών, δηλώνοντας:
«Ο Μαμντάνι επέλεξε σαφώς να κατέβει ως υποψήφιος με το Δημοκρατικό Κόμμα, και όχι να ακολουθήσει ανεξάρτητη πορεία. Δεν συμφωνούμε με αυτή την προσέγγιση· στην πραγματικότητα, την θεωρούμε αντιφατική προς τα αιτήματα της προεκλογικής εκστρατείας.
…Ο Μαμντάνι ήταν πάντα αποφασισμένος να κατέβει ως υποψήφιος με το Δημοκρατικό Κόμμα και είναι πολύ πιθανό να σχηματίσει τον κυβερνητικό του συνασπισμό με στοιχεία του κομματικού μηχανισμού που αναμφίβολα θα επιμείνουν να απομακρύνουν τις ριζοσπαστικές πτυχές του προγράμματός του.
… είναι πολύ πιο πιθανό ότι οι πιέσεις της διακυβέρνησης και οι απαιτήσεις του Δημοκρατικού κατεστημένου θα υπονομεύσουν τη δύναμη του Μαμντάνι και του κινήματος του».
Ο Λα Μποτζ επανέλαβε ότι είναι υπέρ μιας στρατηγικής που αποκαλείται «εντός-εκτός»:
Το Δημοκρατικό Κόμμα είναι ένα αστικό κόμμα και, ως γενική πολιτική, αντιτίθεμαι στο να ψηφίζουμε τους Δημοκρατικούς ως το μικρότερο κακό. Όπως και οι σύντροφοί μου, θα ήθελα πολύ να δω ένα ανεξάρτητο, εργατικό πολιτικό κόμμα που θα είναι προσηλωμένο στον δημοκρατικό σοσιαλισμό. Πιστεύω ότι ένα τέτοιο κόμμα είναι πιθανό να δημιουργηθεί μέσω των αγώνων για προοδευτικές και αριστερές θέσεις εντός του Δημοκρατικού Κόμματος.[7]
Το πρόβλημα με αυτή τη λογική –και η ιστορία το έχει αποδείξει ξανά και ξανά– είναι ότι η Αριστερά δεν διαλύει το κατεστημένο του Δημοκρατικού Κόμματος από μέσα. Όχι, το Δημοκρατικό Κόμμα διαλύει την Αριστερά μέχρι που δεν είναι πλέον αναγνωρίσιμη ως τέτοια.
Ακόμη και η AOC [Αλεξάντρια Οκάσιο Κορτέζ) και ο Μπέρνι Σάντερς έρχονται σε αντίφαση με τη φήμη τους ως προοδευτικοί. -για παράδειγμα, όταν πριν από μερικά χρόνια η AOC συνεργάστηκε με την κυβέρνηση Μπάιντεν στην προσπάθεια να αναγκάσει τους σιδηροδρομικούς εργαζομένους να επιστρέψουν στη δουλειά τους, αφού η μεγάλη πλειοψηφία τους είχε απορρίψει την προτεινόμενη συλλογική σύμβαση εργασίας, και η κυβέρνηση Μπάιντεν τους εμπόδισε να προχωρήσουν σε απεργία.
Και μόλις πρόσφατα ο Σάντερς επαίνεσε τον Τραμπ για την «ασφάλιση των συνόρων των ΗΠΑ με το Μεξικό», λέγοντας: «Αν δεν έχεις σύνορα, δεν έχεις χώρα», «Ο Τραμπ έκανε καλύτερη δουλειά. Δεν μου αρέσει ο Τραμπ, αλλά πρέπει να έχουμε ασφαλή σύνορα. Δεν είναι τόσο δύσκολο να γίνει. Ο Μπάιντεν δεν το έκανε».
Επομένως, είναι δίκαιο να πούμε ότι η AOC (η οποία είναι πολύ πιθανό να ανελιχθεί ψηλά στην ιεραρχία του κόμματος τα επόμενα χρόνια) και ο Σάντερς δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως συνεπείς αντιπολιτεύσεις. Ως εκ τούτου, λειτουργούν ως δίκοπο μαχαίρι.
Η πλειοψηφική αντίσταση στον Τραμπ βασίζεται στην ιδέα ότι μπορεί να υπάρξει συνταγματική λύση σε αυτή τη συνταγματική κρίση, π.χ. ότι οι νομικές μάχες στα δικαστήρια, οι λεκτικές αντιπαραθέσεις και οι ομιλίες σε μεγάλες συγκεντρώσεις, όλες στραμμένες προς την ψήφο στους Δημοκρατικούς στις ενδιάμεσες εκλογές και στις επόμενες προεδρικές εκλογές, θα φέρουν το επιθυμητό αποτέλεσμα. Αλλά αν ο Τραμπ εφαρμόζει πραγματικά μια αυταρχική αναδιάρθρωση του πολιτικού συστήματος, αυτές οι μέθοδοι απλά δεν επαρκούν. Οι Δημοκρατικοί συμπεριφέρονται σχεδόν σαν να διεξάγεται ακόμα το πολιτικό παιχνίδι όπως συνήθως. Αλλά, δεδομένου ότι αντανακλούν τα αστικά συμφέροντα, δεν είναι διατεθειμένοι να απελευθερώσουν τη μαζική δύναμη των απλών ανθρώπων για να αντιμετωπίσουν την κρίση, η οποία απαιτεί δράση που υπερβαίνει κατά πολύ τις ειρηνικές διαμαρτυρίες και τις νομικές προσφυγές. Η αστική δημοκρατία, όσο περιορισμένη και αν είναι, δημιουργήθηκε με επαναστατικά μέσα και με μαζικούς αγώνες –αλλά η αστική τάξη σήμερα φοβάται περισσότερο τη μαζική δράση από ό,τι τον αυταρχισμό του Τραμπ.
6. Είναι πολύ σημαντικό να σημειωθεί ότι οι αντιμεταναστευτικές επιθέσεις του Τραμπ έχουν μετατοπιστεί από τα σύνορα ΗΠΑ-Μεξικού και στοχεύουν πλέον τις οικογένειες μεταναστών που ζουν εδώ και χρόνια, ακόμα και δεκαετίες, σε κοινότητες σε ολόκληρη την επικράτεια των ΗΠΑ. Αυτό σημαίνει ότι δεν έχουν μόνο εκτεταμένους οικογενειακούς δεσμούς, αλλά έχουν επίσης μακροχρόνιες σχέσεις με τους γείτονές τους, τους συμμαθητές τους και τους συναδέλφους τους. Αυτή η διαφορά έχει επίσης ενισχύσει την δέσμευση των γειτόνων αυτών των οικογενειών μεταναστών να τις προστατεύσουν από τους πράκτορες της ICE.
Ίσως το πιο ελπιδοφόρο χαρακτηριστικό της αυξανόμενης αντίστασης στις ΗΠΑ κατά τη δεύτερη θητεία του Τραμπ είναι τα αυτοοργανωμένα «δίκτυα ταχείας αντίδρασης», που δημιουργήθηκαν από ακτιβιστές για τα δικαιώματα των μεταναστών, γειτονιά προς γειτονιά, για την καταπολέμηση των τραμπούκων της ICE σε πόλεις και προάστια.
Αυτά τα δίκτυα γειτονιάς υπάρχουν από τότε που ιδρύθηκε η ICE, αλλά έχουν πολλαπλασιαστεί μετά την ανάληψη της προεδρίας από τον Τραμπ τον Ιανουάριο, προκειμένου να εξυπηρετήσουν τις πολλές ανάγκες του φοβισμένου μεταναστευτικού πληθυσμού. Οι άνθρωποι προσφέρονται εθελοντικά να βοηθήσουν στη διανομή φυλλαδίων με θέμα «Να ξέρετε τα δικαιώματά σας» στις κοινότητες μεταναστών. Δημιουργούν τηλεφωνικές και διαδικτυακές γραμμές επικοινωνίας για να ειδοποιείται το δίκτυο σε περίπτωση που κάποιος εντοπίσει πιθανή παρουσία της ICE. Αφού την επιβεβαιώσουν, το μεταδίδουν σε ολόκληρη τη γειτονιά. Επίσης, μοιράζουν σε όλους τους κατοίκους της γειτονιάς σετ με σφυρίχτρες, μαζί με διαφορετικούς τύπους σινιάλων που πρέπει να χρησιμοποιούν όταν εντοπίζουν την ICE στις παρυφές της γειτονιάς ή όταν η ICE επιτίθεται σε κάποιον μέσα στη γειτονιά. Όσοι οδηγούν αυτοκίνητα πατούν την κόρνα τους αν δουν μπράβους της ICE στην περιοχή.
Πολλοί μετανάστες φοβούνται να βγουν από τα σπίτια τους για να πάνε για ψώνια ή να πάνε τα παιδιά τους στο σχολείο, οπότε το δίκτυο αναθέτει σε εθελοντές να αναλαμβάνουν συγκεκριμένες οικογένειες για να κάνουν τα ψώνια τους, να συνοδεύουν τα παιδιά τους και να τους βοηθούν με άλλες βασικές ανάγκες της καθημερινότητας.
Αντίστοιχα, όταν ο Τραμπ διέκοψε την παροχή επισιτιστικής βοήθειας από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση την 1η Νοεμβρίου λόγω της διακοπής λειτουργίας του κράτους, ομάδες γειτόνων οργάνωσαν από μόνες τους δωρεές τροφίμων για οικογένειες που έχασαν την κρατική βοήθεια.
Αυτό το είδος υπερασπιστικών δικτύων γειτονιάς δεν υπήρχε στις ΗΠΑ για πολύ καιρό. Αυτά τα νέα δίκτυα θυμίζουν τη Μεγάλη Ύφεση, όταν οι γείτονες έσπευδαν να βοηθήσουν όποτε μια οικογένεια εκδιώκονταν από το σπίτι της από την αστυνομία, μετακινώντας τα έπιπλα πίσω στο σπίτι αφού η αστυνομία τα είχε βγάλει έξω.
Πολλοί από τους ανθρώπους που γέμισαν τους δρόμους όλης της χώρας στις 18 Οκτωβρίου, στην Ημέρα Χωρίς Βασιλιάδες, ήταν νέοι στον ακτιβισμό, που κινητοποιούνται από ένα αίσθημα επείγοντος λόγω του αυταρχισμού που κατακλύζει ραγδαία την αμερικανική κοινωνία. Αλλά οι δυνατότητες αυτού του αναδυόμενου κινήματος διαμαρτυρίας –που περιλαμβάνει όχι μόνο τις μαζικές διαδηλώσεις, αλλά και τον τοπικό ακτιβισμό από τα κάτω που θέτει τα θεμέλια για μακροπρόθεσμη οργάνωση– μπορεί εύκολα να καταπνιγεί από τους περιορισμούς που επιβάλλει το Δημοκρατικό Κόμμα. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η επαναστατική Αριστερά εδώ και σχεδόν έναν αιώνα αποκαλεί το Δημοκρατικό Κόμμα «το νεκροταφείο των κοινωνικών κινημάτων». Μόνο στην τελευταία δεκαετία –ειδικά από την πρώτη προεκλογική καμπάνια του Τραμπ και μετά– συνέβη να υιοθετούν πολλοί επαναστάτες τη θέση που εξέφρασε ο Νταν Λα Μπότζ, κάτι που μόνο επιτάχυνε την παρακμή της ίδιας της επαναστατικής Αριστεράς. Γι’ αυτό, όταν αυτή η πτέρυγα της Αριστεράς ισχυρίζεται ότι η ιστορία έχει αποδείξει ότι είναι «αδύνατο» να σχηματιστεί ένα τρίτο κόμμα στις ΗΠΑ, απλώς επαναβεβαιώνει μια αυτοεκπληρούμενη προφητεία.
Μια υγιής εξέλιξη θα ήταν η εμφάνιση μιας ή περισσότερων νέων ακτιβιστικών οργανώσεων που θα διαφοροποιούνται από το υπαρκτό περιβάλλον που κυριαρχείται από το Δημοκρατικό Κόμμα και τις ΜΚΟ, προκειμένου να προωθήσουν ένα πρόγραμμα που ανταποκρίνεται στις ανάγκες της εποχής και κινητοποιεί τους ανθρώπους –όπως η IWW [Βιομηχανικοί Εργάτες του Κόσμου] στις αρχές του 20ού αιώνα. Η σημερινή «Αριστερά» πρέπει να μετακινηθεί από μια συντριπτικά αμυντικογενή στάση απέναντι στον Τραμπ προς την προβολή ενός οράματος για «έναν άλλο κόσμο που είναι εφικτός».
Στον τοπικό Τύπο του Σικάγο δημοσιεύτηκε πρόσφατα ένα άρθρο για δύο νεαρά μέλη της Εθνοφρουράς —έναν άνδρα και μια γυναίκα, η οποία είναι και μετανάστρια— που δήλωσαν δημόσια ότι αν κληθούν να καταλάβουν μια πόλη των ΗΠΑ, θα αρνούνταν. Όταν ρωτήθηκε αν θα αρνιόταν μια άμεση διαταγή να παραταχθεί στρατιωτικά στο Σικάγο, η γυναίκα δεν δίστασε. «Απολύτως. Θα έλεγα σίγουρα όχι», απάντησε. «Δεν πρόκειται να στραφώ εναντίον των μελών της κοινότητάς μου, της οικογένειάς μου και της κουλτούρας μου. Πιστεύω ότι αυτή είναι η στιγμή που πρέπει να σταθούμε στη σωστή πλευρά της ιστορίας».
«Κοιτάξτε τη Γερμανία της δεκαετίας του 1930 και του 1940», είπε ο άνδρας. «Φτάνει ένα σημείο όπου, αν δεν αντισταθείς στη Γκεστάπο, μήπως είσαι πλέον ενεργά ένας από αυτούς;»
Είναι πολύ δύσκολο να προβλέψουμε πού θα επεκταθεί η αντίσταση στο μέλλον, επειδή έχει περάσει πολύς καιρός από τότε που οι Αμερικανοί εργαζόμενοι ήταν πραγματικά μαχητικοί. Και κατά τη διάρκεια αυτής της μακράς περιόδου, έχουν καταστραφεί όχι μόνο τα συνδικάτα αλλά και αγωνιστικές παραδόσεις, οπότε πρέπει να ξαναχτιστούν.
Ο αριθμός των εργαζομένων που ριζοσπαστικοποιούνται από την προεδρία του Τραμπ δείχνει ότι υπάρχει το ανθρώπινο δυναμικό για να χτίσουμε τα κινήματα που χρειαζόμαστε προκειμένου να επιφέρουμε μετασχηματιστικές αλλαγές, βασισμένες στην πολιτική της αλληλεγγύης και του διεθνισμού. Αλλά η υλοποίηση αυτής της δυνατότητας, όπως όλοι γνωρίζουμε, θα απαιτήσει την ανοικοδόμηση της επαναστατικής Αριστεράς –που ουσιαστικά σημαίνει ότι πρέπει να ξαναχτιστεί από το μηδέν.
*Αυτή είναι μια επεξεργασμένη έκδοση μιας παρουσίασης που δόθηκε στη Γενεύη της Ελβετίας την Κυριακή 9 Νοεμβρίου, στο πλαίσιο ενός σεμιναρίου που διοργάνωσε η αριστερή ιστοσελίδα Alencontre.com.
[1] Najee Ali, “The Controversy Surrounding Patrisse Cullors and the Black Lives Matter Movement,” Ebony, June 5, 2021. [2] Jared Abbott, “Why Americans Hate the Democratic Party,” at https://jacobin.com/2025/10/democratic-party-polling-rust-belt. [3] Julie Hollar, “As Millions March Against Fascism, NYT Warns Against Progressives”, at https://fair.org/home/as-millions-march-against-fascism-nyt-warns-agains…. [4] YouGov/U.S. at https://today.yougov.com/politics/articles/52037-what-americans-think-of…. [5] The Editorial Board, “6 Ways Mayor Mamdani Can Improve New York,” at https://www.nytimes.com/2025/11/04/opinion/mayor-mamdani-new-york-electi…, November 4, 2025. [6] https://solidarity-us.org/the-zohran-mamdani-campaign-solidarity-with-th…. [7] Dan La Botz, “I support Mamdani, the Democratic Party candidate for NYC mayor — period,” October 18, 2025, at https://solidarity-us.org/i-support-mamdani-the-democratic-party-candida….
https://rproject.gr/article/o-haraktiras-kai-ta-oria-tis-antipoliteysis-ston-tramp









Σχόλια (0)