Πριν από λίγες μέρες ο κ. Τσίπρας δήλωσε, σε τηλεοπτική του συνέντευξη, ότι έπρεπε τα capital controls, η επιβολή ελέγχου της κίνησης κεφαλαίων, να είναι η πρώτη ενέργεια της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ, την επόμενη μέρα της εκλογικής επικράτησης.
Επρεπε να επιβληθούν, από την πρώτη στιγμή, στις 26 Ιανουαρίου 2015, έτσι ώστε να σταματήσει δραστικά η διαρροή ρευστότητας και να βρισκόμασταν στη διαπραγμάτευση σε πολύ καλύτερη θέση. Μάλιστα! Υπάρχει, ωστόσο, ένα ζήτημα, που αναδεικνύεται εδώ. Ηταν άγνωστη, εκείνες τις μέρες, αυτή η άποψη; Δεν την είχε ξανακούσει ποτέ; Την ανακάλυψε μετά την καταστροφή; Ή πιο πρόσφατα ακόμη;
Λοιπόν, είμαι σε θέση να ξέρω -αλλά υπάρχουν και δημόσιες σχετικές τοποθετήσεις, scripta που λένε- ότι αυτή η συζήτηση ήταν κοινός τόπος. Το σημαντικότερο δε είναι πως περιγραφόταν στις ίδιες τις κομματικές, συνεδριακές και άλλες, αποφάσεις.
Η θέση που διατύπωσε, λοιπόν, ο κ. Τσίπρας ήταν, ήδη τότε, τόσο αυτονόητη, που η επιλογή να μην τεθούν περιορισμοί στην κίνηση κεφαλαίων ελέγχεται, όχι μόνο ως πολιτική επιλογή, αλλά και στο πεδίο της στοιχειώδους ορθολογικότητας. Ποιος δεν καταλάβαινε ότι ο καλύτερος τρόπος για να μας πνίξουν οι «εταίροι» ήταν να μας στερήσουν όσο το δυνατόν περισσότερους χρηματικούς πόρους;
Ακόμη κι αν δεν το καταλάβαιναν ο ίδιος και το περιβάλλον του από την αρχή, οι άμεσες κινήσεις της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ήταν απολύτως αποκαλυπτικές: θα μας έπνιγε, σιγά σιγά στην αρχή, απότομα όταν θα ήταν η ώρα. (Είναι ενδιαφέρον ότι είχε γίνει πιστευτό από πολλούς της «διαπραγμάτευσης» ότι ο Ντράγκι ήταν «αρκετά μαζί μας» – το ξέρω απολύτως, ήμουν υψηλόβαθμος (sic) στο κόμμα).
Κι όμως, αφήσαμε τα ευρώ να ίπτανται!
Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν ήταν ότι δεν ξέραμε. Ηταν ότι ένα ορισμένο «περιβάλλον» έκανε του κεφαλιού του – γιατί «ήξεραν αυτοί», αλλά σήμερα λέει πως δεν ήξεραν. Δεν φαντάζονταν, που λέει ο λόγος.
Αυτό δεν αφορούσε μόνο τις τράπεζες.
Η ίδια η διαπραγμάτευση γινόταν χωρίς να τηρείται η κοινή μας δέσμευση πως η εκκίνησή της θα ήταν η πάγια θέση του κόμματος για διαγραφή μέρους του χρέους. Η οποιαδήποτε υποχώρηση θα ήταν υποχώρηση από αυτήν τη θέση και όχι από μια αδιευκρίνιστη, αυθαίρετα επιλεγμένη περιοχή στο υπερπέραν.
Συμβατή με αυτά ήταν και η περίφημη συμφωνία της 20ής Φεβρουαρίου, η οποία, για όσους την είδαν, ήταν ήδη μνημόνιο. Αποδέχονταν πράγματα -στα εργασιακά, για παράδειγμα, και σε χίλια άλλα- που ήταν σε ευθεία αντίθεση με τις προγραμματικές δεσμεύσεις απέναντι στην ελληνική κοινωνία. Όποιος και όποια θέλει, ας την γκουγκλάρει.
Επιπλέον, στενά συνδεδεμένη με το ζήτημα της διαρροής καταθέσεων ήταν και η απόφαση για χρησιμοποίηση των αποθεματικών του Δημοσίου για την αποπληρωμή των δόσεων. Επρόκειτο για άλλη μια ευφυή κίνηση υποβοήθησης του πνιγμού μας. Μια πράξη αυτοχειριασμού, η οποία θα φαινόταν παράδοξη ακόμη και στο σενάριο μιας χολιγουντιανής B movie τρόμου των 70’s.
Είναι πραγματικά απίστευτο ότι όλα αυτά, μας έλεγαν σε όλο το εξάμηνο της «πρώτης φοράς» αυτοί «που ήξεραν», συνέβαιναν γιατί «κερδίζαμε χρόνο». Ηταν μια ευφυής τακτική, σαν να λέμε. Οπως ο λαγός απέναντι στο λιοντάρι – δεν το έσκασε αμέσως γιατί κέρδιζε χρόνο, ώστε να το νικήσει καλύτερα.
Οι επιλογές της κυβέρνησης εκείνη την κοσμοϊστορική εποχή ήταν παγκόσμιο παράδειγμα ηθελημένης πορείας προς την καταστροφή. Καταστροφή, όπως φάνηκε εκ του αποτελέσματος, όχι του πολιτικού προσωπικού που τις επέβαλλε, αλλά της κοινωνικής πλειονότητας, ιδίως των κατώτερων τάξεων και της νεολαίας – που ανήκει και η ίδια, ως γενιά πια, στις κατώτερες τάξεις.
Ξαναλέω: Ολα αυτά ήταν γνωστά. Περιγράφονταν στα κομματικά κείμενα. Συνιστούσαν αποφάσεις. Δεσμεύσεις. Παραπέρα, μπορώ να παραθέσω πολυάριθμη αρθρογραφία, που έλεγε πως «ο χρόνος είναι κρίμα», εννοώντας όλα όσα σήμερα γίνεται παραδεκτό πως καθόρισαν την, όχι ευτυχή (sic), πορεία των πραγμάτων. Αλλά και να μην υπήρχαν τα προηγούμενα, ήταν τόσο αυτονόητα, μα τόσο αυτονόητα.
Αυτά τα τόσο αυτονόητα η τότε κυβερνητική πλευρά δεν τα εννόησε. Και την πληρώσαμε όλοι μαζί. Αυτό υπήρξε, άλλωστε, το μόνο συλλογικό που μας συνέβη. Για τα άλλα, «ήξεραν αυτοί».
Δεν έχει δίκιο, λοιπόν, όποια υποστηρίζει ότι καλό είναι να μην κάνουν και πολύ κουμάντο αυτοί «που ξέρουν» και που σχεδόν πάντα αποδεικνύεται πως δεν ξέρουν; Που ακόμα και όταν τους λένε άλλοι το αυτονόητο και πάλι πέρα βρέχει;
Χωρίς πολλά πολλά: το μεγαλύτερο όπλο της Αριστεράς, όταν είναι άξια του ονόματός της, είναι η συλλογικότητα και η δημοκρατία. Σωστά ο Μαρξ φώναζε πως οι κομμουνιστές δεν ήταν «εκπρόσωποι» της εργατικής τάξης. Ηταν τμήμα της τάξης. Ή δεν ήταν τίποτα.
Το δυστύχημα είναι πως, ενώ ο κ. Τσίπρας κάνει «αυτοκριτική», συνεχίζει -και επαυξάνει- την «ηγετικότητά» του.
Όλα τα ουσιαστικά του έχουν «μου» στο τέλος. Η κυβέρνησή «μου». Η απόφασή «μου». Η επιλογή «μου»…
Α, ρε καημένε Λένιν. Α, ρε φουκαρά Γκράμσι. Που, στην πολιτική σας ζωή, δεν μιλήσατε μία φορά σε πρώτο ενικό. Τι στο διάολο επικοινωνιολόγους είχατε;
https://mera25.gr/capital-controls/








Σχόλια (0)