Η εισήγηση εκ μέρους της ΔΕΑ στη σχετική εκδήλωση που οργάνωσε το Rproject στις 17 Ιούνη
Αντί προλόγου, θέλω να υπογραμμίσω ότι στη ΔΕΑ επιθυμούμε αυτή η συζήτηση να έχει συγκεκριμένη και συγκροτημένη συνέχεια. Προς την κατεύθυνση αυτή, θα ακούσουμε προσεκτικά τις θέσεις των σημερινών συνομιλητών μας και θα τις πάρουμε σοβαρά υπόψη στη διαμόρφωση της τακτικής μας. Θέλω να βάλω στη συζήτησή μας, κυρίως, πέντε σημεία.
1.Φτάνει η εποχή του τέλους της πολιτικής ηγεμονίας του Μητσοτάκη
Η 7ετής κυβερνητική θητεία του Μητσοτάκη, μετά το 2019, υπήρξε μια περίοδος σημαντικής επιδείνωσης του συσχετισμού δύναμης σε βάρος της εργατικής τάξης και των λαϊκών μαζών, σε όλες τις παραμέτρους του κοινωνικού ζητήματος (μισθοί, συντάξεις, εργασιακές σχέσεις, κοινωνικές δαπάνες, φορολόγηση, πολιτική για τις τιμές και τον πληθωρισμό, στέγη κ.ο.κ.).
Αυτή η επιδείνωση δεν είναι «αδρανές» μέγεθος. Οι απώλειες των από κάτω συνδέονται άμεσα με κατακτήσεις των από πάνω. Στην 7ετία Μητσοτάκη, τα δηλωθέντα κέρδη των εισηγμένων στο Χρηματιστήριο μεγάλων επιχειρήσεων τετραπλασιάστηκαν, ενώ ταυτόχρονα μειώθηκε το ποσοστό φορολόγησής τους, όπως άλλωστε και οι αναλογούσες εργοδοτικές ασφαλιστικές εισφορές. Στην ίδια περίοδο εκτινάχθηκε σε πρωτόγνωρα ύψη η «συνήθεια» των μεγάλων Α.Ε. να μοιράζουν προς τους μετόχους τους κολοσσιαία ποσά ως ετήσια μερίσματα που, θυμίζω, φορολογούνται με συντελεστή 5%, δηλαδή σε ένα υποπολλαπλάσιο του συντελεστή φορολόγησης του μεροκάματου ενός εργάτη στα Βαρέα και Ανθυγιεινά Επαγγέλματα.
Πάνω σε αυτόν τον πυρήνα της εξαιρετικά επιθετικής, για λογαριασμό του κεφαλαίου, κυβερνητικής πολιτικής στο κοινωνικό ζήτημα, «πάτησαν» όλοι οι άλλοι κόμβοι της πολιτικής Μητσοτάκη. Ξεχωρίζουν:
-Οι κολοσσιαίοι εξοπλισμοί και η γενικότερη στροφή στην πολεμική οικονομία, σε μια χώρα όπου τα δημόσια σχολεία και νοσοκομεία έχουν αφεθεί στα πρόθυρα της κατάρρευσης, και τη στιγμή που ο κεντρικός τραπεζίτης «προειδοποιεί» αδίστακτα ότι μέσα στα επόμενα χρόνια οι συντάξεις δεν θα επιτρέπουν πλέον την επιβίωση των συνταξιούχων.
-Το πρωτοφανών διαστάσεων δέσιμο της κυβερνητικής πολιτικής και του κράτους, στην ουρά των Μεγάλων Δυνάμεων του ευρωατλαντισμού. Η επέκταση και η μεγέθυνση των νατοϊκών βάσεων στον ελλαδικό χώρο και τα πολεμικά Σύμφωνα με τις ΗΠΑ και τη Γαλλία, δίνουν το μέτρο αυτής της εξέλιξης.
-Η προκλητική αναβάθμιση των συμμαχικών σχέσεων με το γενοκτονικό κράτος του Ισραήλ και η ανάδειξη του «σχήματος 3+1» (Ελλάδα-Κύπρος-Ισραήλ + ΗΠΑ) στο ρόλο του «τόξου ανάσχεσης» στην Ανατολική Μεσόγειο που, παλιότερα, έπαιζε η διαβόητη Νοτιοανατολική Πτέρυγα του ΝΑΤΟ. Η σχέση με το Κράτος του Ισραήλ είναι ήδη κάτι βαθύτερο από μια στενή συμμαχική σχέση. Όλα τα στοιχεία για την παρουσία του Ισραήλ στα εξοπλιστικά προγράμματα, στην πολεμική βιομηχανία, στην ενέργεια, στον τουρισμό και στο real estate, στον Τύπο και στους ιδεολογικούς μηχανισμούς κ.ο.κ. δείχνουν ότι ο ελλαδικός χώρος έχει μετατραπεί σε μια «ενδοχώρα στρατηγικού βάθους» για τους σιωνιστές του Νετανιάχου.
-Οι παραπάνω κυβερνητικές-καθεστωτικές επιλογές αναζητούν «νομιμοποιητική βάση» στη σταθερή ένταξή τους στη διεκδίκηση της γεωπολιτικής αναβάθμισης του ελληνικού κράτους στην Ανατολική Μεσόγειο, σε όλη τη γκάμα της θεματολογίας του ελληνοτουρκικού ανταγωνισμού. Σε αυτό το κρίσιμο για την ειρήνη πεδίο, έχουμε ήδη μπει στην κόκκινη περιοχή επικινδυνότητας. Ας το εκφράσω με τα λόγια ενός έμπειρου «διαπραγματευτή» του ελληνικού κράτους στους διεθνείς οργανισμούς, που έγραψε πρόσφατα: Μέχρι σήμερα, ο έλεγχος των επιλογών μεταξύ όξυνσης και συμβιβασμού στις σχέσεις με την Τουρκία, βρισκόταν στην Αθήνα. Είναι φανερό ότι σημαντικό τμήμα αυτού του ελέγχου έχει περάσει στο Τελ Αβίβ. Τι θα συμβεί αν η κυβέρνηση Νετανιάχου αποφασίσει να «εργαλειοποιήσει» τον ελληνοτουρκικό ανταγωνισμό για να προωθήσει τη δική της πολιτική και τα δικά της σχέδια για «αναμόρφωση» της ευρύτερης περιοχής;
Είναι φανερό ότι στα τέλη της 7ετίας Μητσοτάκη, το κοινωνικό ταξικό ζήτημα εμπλέκεται άμεσα με το αντιπολεμικό-αντιιμπεριαλιστικό και τους μεγάλους κινδύνους για την ειρήνη στην περιοχή.
Όλα αυτά μαζί, συνέθεσαν ένα σύνολο πικρών κοινωνικοπολιτικών εμπειριών για τους πολλούς της κοινωνικής πλειοψηφίας. Και σε συνδυασμό με τα διαδοχικά και προκλητικά σκάνδαλα, οδήγησαν σε σημαντική μείωση την εκλογική επιρροή της ΝΔ.
2.Προοπτική πολιτικής-κυβερνητικής κρίσης
Όλα τα στοιχεία των δημοσκοπήσεων δείχνουν ότι η στρατηγική της αυτοδυναμίας της ΝΔ έχει μεγάλες δυσκολίες στο να επιβεβαιωθεί στην κάλπη και ότι το κυβερνητικό μοντέλο της μονοκομματικής κυβέρνησης είναι πιθανότατα πολιτικά νεκρό. Αυτή είναι η βάση των συζητήσεων για την «μετά τον Μητσοτάκη ΝΔ» όπως και των διεργασιών για αναζήτηση εναλλακτικής κυβερνητικής λύσης.
Οι καθεστωτικές δυνάμεις, θεωρητικά, έχουν εναλλακτικές. Στον Τύπο είναι ήδη ορατές οι αναζητήσεις για τις προϋποθέσεις συγκρότησης «συμμαχικής κυβέρνησης» με τη συμμετοχή δύο ή και περισσότερων κομμάτων. Και στη διαπίστωση ότι κανένα από τα υπάρχοντα κόμματα δεν είναι έτοιμο για μια ομαλή μετακίνηση προς αυτήν την προοπτική, εδράζονται οι αναζητήσεις σχετικά με την προοπτική κυβέρνησης «ειδικού σκοπού» με την ανοχή ενός πλειοψηφικού τμήματος του επόμενου κοινοβουλίου. Την ώρα που εμείς κάνουμε αυτήν τη συζήτηση, διάφορες πολιτικές «περσόνες» προβάρουν το κουστούμι του Παπαδήμου.
Το πρόβλημα που έχουν αυτοί οι σχεδιασμοί είναι ότι η κυρίαρχη τάξη, στο επόμενο διάστημα της προβλεπόμενης επιδείνωσης των οικονομικών συνθηκών και της όξυνσης των γεωπολιτικών ανταγωνισμών, θα χρειαστεί «ισχυρή» κυβέρνηση, ικανή για πολιτική πυγμής προς το εσωτερικό αλλά και προς τον διεθνή περίγυρο.
Και για να μπορέσουν κάποια «υβριδικά» κυβερνητικά σχήματα να λειτουργήσουν ως ισχυρές κυβερνήσεις, ικανές για πολιτικές πυγμής και όχι απλής και μεταβατικής διαχείρισης, γίνονται αναγκαίες πρόσθετες πολιτικές προϋποθέσεις.
3.Συντηρητική και εκφυλιστική προσαρμογή της κοινοβουλευτικής αντιπολίτευσης
Αυτό που συμβαίνει στο χώρο της κοινοβουλευτικής αντιπολίτευσης είναι μια γρήγορη στροφή δεξιά, με στόχο να προσαρμοστούν οι κομματικές-εκλογικές επιδιώξεις στις κατευθύνσεις-επιταγές των καθεστωτικών δυνάμεων, σχετικά με το πολιτικό τοπίο και τις κυβερνητικές πιθανότητες στην επόμενη ημέρα των επερχόμενων εκλογών, όποτε κι αν αυτές γίνουν.
Στο ΠΑΣΟΚ δήλωναν ότι η συνεδριακή απόφαση έχει κλείσει την πιθανότητα κυβερνητικής συνεργασίας με τη ΝΔ (με ή χωρίς τον Μητσοτάκη). Οι πρωτοβουλίες της Διαμαντοπούλου, αλλά και οι χειρισμοί στη ΓΣΕΕ (με την ανοχή του «όλου ΠΑΣΟΚ») αποδεικνύουν ότι η συνεδριακή απόφαση ισοδυναμούσε με τρύπα στο νερό. Το ΠΑΣΟΚ παραμένει το κόμμα-βασικός επιλαχών για μια νέα κυβερνητική συμμαχία με τη Δεξιά, αν η κυρίαρχη τάξη καταλήξει μετεκλογικά σε αυτήν την επιλογή. Όλοι γνωρίζουν ότι τότε αυτή η συζήτηση θα γίνει με διαφορετικούς όρους από τους σημερινούς προεκλογικούς, έστω κι αν κάποιοι μέσα στις γραμμές του ΠΑΣΟΚ διατηρούν την εκτίμηση ότι η προβλεπόμενη υποχώρηση θα σημάνει μια νέα, και ίσως οριστική, διαλυτική κρίση.
Το καλύτερο παράδειγμα της συντηρητικής και εκφυλιστικής μετατόπισης είναι το κόμμα Τσίπρα. Πολλή συζήτηση έγινε για το όνομα, για το ΕΛΑΣ. Το «ΕΛ» για το «Ελληνική», είναι δικαιολογημένο γιατί ο Τσίπρας δεν κρύβει ότι προετοιμάζει «πατριωτική στροφή». Το «Σ» για το «Συμπαράταξη» είναι επίσης δικαιολογημένο, γιατί το «μόρφωμα» που παρουσιάστηκε στο Θησείο είναι σε ρήξη με την έννοια Κόμμα, όχι μόνο όπως αυτή αναπτύχθηκε μέσα στην Αριστερά, αλλά ακόμα και όπως αυτή επεκτάθηκε μέσα στις «σοβαρές» αστικές πολιτικές παραδόσεις. Αυτό που είναι απολύτως αδικαιολόγητο είναι το «Α» για το «Αριστερά»: η παντελής έλλειψη στρατηγικού αφηγήματος, η απουσία κάθε δεσμευτικής κοινωνικής αναφοράς στις «συγκεκριμένες προτάσεις» που, τάχα, αποτελούν πολιτική γραμμή και το άκρον άωτο του αρχηγισμού, ως εναλλακτική στην έννοια Κόμμα, αποδεικνύουν ότι ο Τσίπρας οργανώνει μια «έξοδο» από κάθε σχέση με την Αριστερά. Και ο ακραίος λικβινταρισμός που ο Τσίπρας δείχνει απέναντι στους παλιούς «συνοδοιπόρους» του, της εποχής των κυβερνήσεων 2015-19, είναι μια ηχηρή προειδοποίηση για το πόσο ανεξέλεγκτος μπορεί να γίνει στις νέες συνθήκες μετά τις επόμενες εκλογές.
Εδώ θα χρειαστώ ένα μικρό, αλλά αναγκαίο, υστερόγραφο. Δυστυχώς, τα κουσούρια που ο Τσίπρας αναπτύσσει μέσα στις πολιτικές σχέσεις, έχουν την τάση να επεκτείνονται και σε άλλους χώρους. Η πρόσφατη πρόταση του Γ. Βαρουφάκη, δια του Τύπου, σε μια σειρά στελεχών της Αριστεράς και των κινημάτων, να προσχωρήσουν στα ψηφοδέλτια του ΜΕΡΑ25 (με ή χωρίς τη σύμφωνη γνώμη των οργανώσεών τους…) δεν είναι μόνο ένα ακόμα κρούσμα «αρχηγικής» νοοτροπίας. Δείχνει έλλειψη γνώσης κι επίγνωσης για βασικές πραγματικότητες, για βασικά «ήθη κι έθιμα» μέσα στην Αριστερά. Και αυτό είναι ακόμα πιο ανησυχητικό για το μέλλον, πέρα από μια ακόμα έκφραση (αδικαιολόγητης) «αρχηγικής» νοοτροπίας.
4.Να διαχωριστεί ο στόχος «να πέσει ο Μητσοτάης», από κάθε σοβαρή και οργανωμένη προσπάθεια να ανατραπεί η πολιτική του.
Πρόκειται για τον πιο σοβαρό «κρίκο» των προϋποθέσεων για να διατηρηθεί η καθεστωτική σταθερότητα μέσα στην πολιτική δοκιμασία που έρχεται.
Όσες και όσοι επιμένουμε αριστερά, οφείλουμε να κινηθούμε με την αντίστροφη στόχευση: να μετατρέψουμε την πολιτική φθορά του Μητσοτάκη και την πιθανότατα επερχόμενη πολιτική-κυβερνητική κρίση, σε διεκδίκηση κατακτήσεων για τον κόσμο μας, εδώ και τώρα. Από αυτήν την κατεύθυνση απέχει, επιδεικτικά πλέον, όλη η κοινοβουλευτική αντιπολίτευση, παλιά και νέα.
Είναι εφικτό;
Η πολιτική ιστορία μας λέει ναι. Συχνά μια πολιτική κρίση, μια μαζική αίσθηση ότι ο αντίπαλος έχει αποδυναμωθεί, οδηγεί σε μια αιφνίδια κλιμάκωση της εργατικής-λαϊκής διεκδικητικότητας από τα κάτω.
Το ίδιο λένε και κάποια «σημάδια» μέσα στο κίνημα. Τον τελευταίο καιρό, μια σειρά από σημαντικούς εργατικούς χώρους έχουν πάρει αποφάσεις για «σοβαρές» διεκδικήσεις και δείχνουν να προσανατολίζονται σε πιο αποφασιστικές μορφές πάλης. Σε αυτό το σημείο χρειάζεται συγκέντρωση προσοχής και δυνάμεων.
Προκύπτει το ερώτημα: Η συντηρητική και εκφυλιστική στροφή της κοινοβουλευτικής αντιπολίτευσης θα μπορέσει να επεκταθεί και να καθορίσει έναν ευρύτερο κόσμο του κινήματος και των αγώνων;
Αν ναι, θα ζήσουμε μια νέα πολιτική ήττα, ένα νέο βαθύτερο στάδιο του δρόμου προς την «ιταλοποίηση» της πολιτικής ζωής στην Ελλάδα.
Αν όχι, θα έχουμε δυνατότητες για κατακτήσεις του κόσμου μας, για εν μέρει ή συνολικότερες ανατροπές της κυρίαρχης καθεστωτικής γραμμής των τελευταίων χρόνων.
5.Σε αυτές τις συνθήκες, η ριζοσπαστική αντικαπιταλιστική Αριστερά θα πρέπει να επιχειρήσει να βγει μπροστά.
Αρχίζοντας ασφαλώς από τις βασικές υποχρεώσεις:
Α) Να βγει μπροστά κινηματικά. Οργανώνοντας συστηματικά τις αναγκαίες ενότητες δράσης, με στόχο την κλιμάκωση των αγώνων και τις εδώ και τώρα συγκεκριμένες κατακτήσεις. Παρόλο που πρόκειται για θεμέλιο τακτικής, θεωρώντας το αυτονόητο δεν θέλουμε εδώ να προσθέσουμε επιχειρήματα.
Β) Να βγει μπροστά πολιτικά-προγραμματικά. Χρειαζόμαστε μια εξώστρεφη και συμπεριληπτική, οργανωμένη και μακράς πνοής, πολιτική συζήτηση/διεργασία, πάνω στο ερώτημα του πώς ενοποιούνται τα αιτήματα και οι αγώνες σε πολιτική γραμμή αντιμετώπισης της περιόδου.
Πρόσφατα ο Μελανσόν παρουσίασε την πρόταση της Ανυπότακτης Γαλλίας για το πώς πρέπει να απαντηθεί ο κίνδυνος της ανόδου στην κυβέρνηση των φασιστών του κόμματος της Λεπέν. Ξεκίνησε την προεκλογική του καμπάνια από το εργατικό-μεταναστευτικό Σεν Ντενί, αφιέρωσε την προσπάθεια στον αγώνα του Παλαιστινιακού Λαού, πρότεινε την ενοποίηση των ταξικών διεκδικήσεων (1.700 καθαρά βασικό μισθό, κατάργηση του νόμου-καρμανιόλα για τις συντάξεις) με τα αντιρατσιστικά, αντισεξιστικά, αντιιμπεριαλιστικά κ.ά. «συνθήματα» των αγώνων όλων των τελευταίων χρόνων. Στην ΔΕΑ δε συμφωνούμε σε όλα με την Ανυπότακτη Γαλλία, ούτε «καλυπτόμαστε» από τις επιλογές του Μελανσόν. Ομολογούμε όμως ότι ένα ανάλογο πλαίσιο ενοποίησης στην προοπτική της πολιτικής αντεπίθεσης του κόσμου μας θα θέλαμε να ήταν ήδη διαθέσιμο και στην Ελλάδα.
Έχουμε κάνει κάποια βήματα. Η συγκρότηση π.χ. της Αντιπολεμικής Δράσης, δείχνει μια θετική αφετηρία. Το εάν και κατά πόσο σε αυτήν την απόπειρα θα πέσουν πραγματικές δυνάμεις, θα είναι για εμάς ένα κρίσιμο μέτρημα πραγματικών διαθεσιμοτήτων.
Υπογραμμίζουμε επίσης ότι την ενότητα της δράσης στα κινηματικά και στην προγραμματική-πολιτική συζήτηση, δεν την βάζουμε μπροστά προσχηματικά. Είναι αναντικατάστατες προϋποθέσεις οικοδόμησης πολιτικής εμπιστοσύνης, που παραμένει αναγκαία για κάθε ευρύτερο σχεδιασμό.
Γ) Κοινή εκλογική τακτική;
Είναι σε όλους μας γνωστό ότι το ζήτημα αυτό βαραίνει ιδιαίτερα στα μυαλά και στις διαθέσεις του κόσμου μας. Θα προσπαθήσω να γίνω, κατά το δυνατόν, συγκεκριμένος.
Αν οι εκλογές γίνουν τον Σεπτέμβρη-Οκτώβρη του ’26, δεν υπάρχουν ουσιαστικά περιθώρια για ανατροπή της σημερινής στασιμότητας. Εμείς, τουλάχιστον, θα τις αντιμετωπίσουμε με κάλεσμα για ψήφο στην Αριστερά, χωρίς συμμετοχή σε κάποια από τις εκλογικές λίστες που θα παρουσιαστούν.
Αν οι εκλογές αναβληθούν προς την άνοιξη του ’27, θα υπάρχει ένα (μικρό) περιθώριο για ανατροπή στην υπάρχουσα κατάσταση. Υπό την προϋπόθεση, όμως, σημαντικής αλλαγής στη στάση των «επιτελείων» σημαντικών δυνάμεων της ριζοσπαστικής Αριστεράς. Γιατί με τις σημερινές «συνήθειες» κανείς δεν χτίζει κάτι ουσιαστικά πειστικό, ακόμα και για ένα στενό περίγυρο των οργανωμένων δυνάμεων.
Θα πρέπει να θυμηθούμε ότι η εκλογική τακτική, είναι τακτική. Που σημαίνει όχι στρατηγική δέσμευση, αλλά επίσης σημαίνει συγκεκριμένους στόχους και μετρήσιμα αποτελέσματα, που να αξίζουν τον κόπο μιας εκλογικής καμπάνιας.
Η ιστορία της ριζοσπαστικής Αριστεράς, αλλά και η γεωγραφία του κινήματος, δείχνουν ότι αυτή η τακτική μπορεί να πάρει διάφορες συγκεκριμένες μορφές. Θα αναφέρω τρία ενδεικτικά παραδείγματα.
Στις πρόσφατες εκλογές για το κοινοβούλιο της Ανδαλουσίας στο Ισπανικό κράτος, μια δραστήρια συμμαχία ακτιβιστών συγκροτήθηκε γύρω από την οργάνωση Anticapitalistas, που βγήκε από τους Podemos σχεδόν ταυτόχρονα με την εδώ αποχώρηση της αριστερής πτέρυγας του ΣΥΡΙΖΑ μετά τη νεομνημονιακή στροφή του Αλ. Τσίπρα. Το ψηφοδέλτιο Adelande Andalucia πήρε το 10% των ψήφων, κάνοντας αδύνατο το σχηματισμό της τοπικής κυβέρνησης από τη Δεξιά, κάνοντας πολύ δύσκολη την κυβερνητική συνεργασία της Δεξιάς και της ακροδεξιάς και δημιουργώντας πολλά πολιτικά προβλήματα στους σοσιαλδημοκράτες του Σάντσεζ.
Στη Γαλλία, η ενίσχυση ενός από τους «πόλους» της ριζοσπαστικής Αριστεράς, της Ανυπότακτης Γαλλίας του Μελανσόν, έδωσε τη δυνατότητα να ξεπεραστούν οι εκλογικοί μηχανισμοί του Σοσιαλιστικού Κόμματος και το Κομμουνιστικού Κόμματος Γαλλίας, και να παρουσιαστεί η Ανυπότακτη Γαλλία ως η εναλλακτική λύση που φράζει το δρόμο προς την εξουσία για τους Μπαρντελά και Λεπέν.
Πολλά μπορεί να προσάψει κανείς στον Μελανσόν, όμως είναι πιθανότατο ότι στην επερχόμενη εκλογική αναμέτρηση θα έχει τη στήριξη πλατύτατων κινηματικών λαϊκών δυνάμεων, όπως και του μεγαλύτερου μέρους της ριζοσπαστικής-αντικαπιταλιστικής Αριστεράς (τουλάχιστον στον δεύτερο αποφασιστικό «γύρο» των εκλογών).
Στην Αργεντινή οι οργανώσεις της (τροτσκιστικής) άκρας Αριστεράς δεν είναι στην πραγματικότητα τόσο «ομογενοποιημένες» όσο φαίνονται από μακριά. Το ερώτημα πχ των συνεργασιών με το λαϊκιστικό-«περονικό» ρεύμα στα συνδικάτα και στην αυτοδιοίκηση έχει δημιουργήσει ουσιαστικούς διχασμούς. Όμως αυτές οι οργανώσεις έχουν την ωριμότητα να παρουσιάζονται σε διαδοχικές εκλογές μέσα από μια απλή κοινή εκλογική λίστα, να καταγράφουν καλά αποτελέσματα, να κερδίζουν σημεία στήριξης και πόρους, και να μπορούν την επομένη των εκλογών να συνεχίζουν, η κάθε μια με τη δική της πολιτική, τις προσπάθειες μέσα σε μια χώρα με πολλές δυσκολίες και εκρηκτικές πιέσεις.
Τα παραπάνω είναι παραδείγματα μιας σοβαρής εκλογικής τακτικής. Η αέναη επανάληψη μιας εκλογικής παρέμβασης με πενιχρούς στόχους «καταγραφής», νομίζω, δεν έχει κανένα σοβαρό νόημα.
Ποιο φάσμα δυνάμεων αφορά εδώ το ερώτημα μιας κοινής εκλογικής τακτικής της ριζοσπαστικής αντικαπιταλιστικής Αριστεράς; Η απάντηση είναι απλή: Όσες και όσους αναγνωρίζουν την ανάγκη να ανατραπεί από τα αριστερά η κυρίαρχη καθεστωτική πολιτική των τελευταίων χρόνων, μαζί με τον Μητσοτάκη που την άσκησε.
Τυπικά, πρόκειται για το «φάσμα» των δυνάμεων που αρχίζουν από τη ΝΕΑΡ μετά την αποχώρηση όσων προσανατολίστηκαν προς τον Τσίπρα, το ΜΕΡΑ25, την Πρωτοβουλία για μια Ενωτική και Ανατρεπτική Αριστερά και την ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Η συζήτηση σχετικά με το ΚΚΕ είναι κλειστή, λόγω της δικής του αυτοεξαίρεσης.
Όμως είναι φανερό ότι υπάρχουν κάποιες πολιτικές προϋποθέσεις που, αν δεν αντιμετωπιστούν, δημιουργούν αξεπέραστα αδιέξοδα.
Οι συντρόφισσες και οι σύντροφοι της ΝΕΑΡ, πρέπει να αναμετρηθούν με τη διαπίστωση ότι η κατάσταση που σήμερα αντιμετωπίζει ο κόσμος μας είναι άμεση συνέπεια της συμφωνίας του 2018 με τους δανειστές που τότε ψευδεπίγραφα ονομάστηκε «έξοδος από τα μνημόνια». Και αυτό δημιουργεί υποχρεώσεις για σταθερότερα πολιτικά συμπεράσματα σε σχέση με τις δυνάμεις που επέβαλλαν αυτή τη συμφωνία μακρού εγκλωβισμού σε δρακόντεια λιτότητα –δηλαδή μια γραμμή αντιμετώπισης του ζητήματος της ΕΕ– αλλά και μια υποχρέωση ριζοσπαστικοποίησης της αυτοκριτικής σχετικά με τις κυβερνήσεις 2015-2019.
Μας είναι σαφές ότι ο κόσμος που σκέφτεται να ψηφίσει το ΜΕΡΑ25, το κάνει θέλοντας να δώσει μια απορριπτική για τους Τσίπρα κλπ ψήφο, μια αριστερή ριζοσπαστική ψήφο. Όμως οι συντρόφισσες και οι σύντροφοι που λειτουργούν μέσα από τις γραμμές του ΜΕΡΑ25 έχουν πρόσθετες υποχρεώσεις. Οφείλουν να ξεκαθαρίσουν το νεφέλωμα της ανάλυσης για την τεχνοφεουδαρχία, να συγκεκριμενοποιήσουν το σύνθημα της «επανάκτησης» και κυρίως να δώσουν μια εναλλακτική στο μοντέλο του «αριστερού λαϊκισμού» που οδηγεί σε κόμματα-εκλογικούς μηχανισμούς, με μοναδικό σημείο ισορροπίας τον «ηγέτη» του εκλογικού ψηφοδελτίου. Πρόσφατα υπήρξαν μια σειρά από προσχωρήσεις από τα αριστερά στο ΜΕΡΑ25. Έγιναν χωρίς προϋποθέσεις και χωρίς συγκεκριμένες θετικές ρυθμίσεις. Το αποτέλεσμα ήταν όχι μόνο να μη βελτιωθεί η κατεύθυνση της πολιτικής γραμμής που εκφωνεί ο Γ. Βαρουφάκης, αλλά και να επιδεινωθεί η αρχηγοκεντρική λειτουργία του ΜΕΡΑ25. Ο εγκλωβισμός σε αυτήν τη συνθήκη, όχι μόνο δεν διευκολύνει τη «διεύρυνση» μιας εκλογικής συμμαχίας της ριζοσπαστικής Αριστεράς, αλλά κατά τη γνώμη μας δημιουργεί βάσιμες αμφιβολίες για το αν θα επιβεβαιωθεί στην κάλπη η δημοσκοπική πρόβλεψη για την επιρροή του ΜΕΡΑ25.
Οι προϋποθέσεις για μια εκλογική συμμαχία είναι ένα ενιαίο σύνολο. Αυτό περιλαμβάνει μια προγραμματική-πολιτική συμφωνία, με κριτήριο τις ανάγκες του κόσμου μας, με κέντρο ώριμα και πειστικά αιτήματα των αγώνων του, αλλά και την ένταξή τους σε μια συνολικότερη πολιτική σοσιαλιστικής απελευθέρωσης. Περιλαμβάνει την οικοδόμηση πολιτικής εμπιστοσύνης, μέσα από τη συστηματοποίηση της ενότητας δράσης στο κίνημα και τη συνδιοργάνωση εξώστρεφης και συμπεριληπτικής πολιτικής συζήτησης. Περιλαμβάνει, τέλος, μια συμφωνία για συλλογική και πειθαρχημένη πολιτική έκφραση και λειτουργία. Χωρίς αυτόν τον τελευταίο παράγοντα, που υπήρξε «γνώρισμα» όλων των θετικών «πειραματισμών» εδώ (πχ. Φόρουμ, Χώρος Διαλόγου και Κοινής Δράσης της Αριστεράς κ.ά.) αλλά και διεθνώς, εμείς δεν πρόκειται να «ξανοιχτούμε».
Με αυτά τα κριτήρια θα αντιμετωπίσουμε την πρόκληση της πιθανότητας μιας κοινής εκλογικής τακτικής. Και ελπίζουμε η συζήτηση να βάλει σε κίνηση πλατύτερες δυνάμεις της οργανωμένης ριζοσπαστικής-αντικαπιταλιστικής Αριστεράς, με στόχο να εξαντληθούν τα (όποια) περιθώρια αναζήτησης μιας δημιουργικής και αποτελεσματικής παρέμβασης.
https://rproject.gr/article/i-rizospastiki-antikapitalistiki-aristera-prepei-na-vgei-mprosta









Σχόλια (0)