Γιατί ηττηθήκαμε στη δεκαετία του ’40;

Γιατί ηττηθήκαμε στη δεκαετία του ’40;

Η Αντίσταση, το ΕΑΜ, το ΚΚΕ

Αντί προ­λό­γου

Λένε, και σωστά, ότι η ιστο­ρία απο­τε­λεί τη «μνήμη του μέλ­λο­ντος». Αυτό ισχύ­ει πε­ρισ­σό­τε­ρο για την ιστο­ρία του κι­νή­μα­τος. Και ισχύ­ει ακόμα πε­ρισ­σό­τε­ρο για χώρες όπως η Ελ­λά­δα ή η Ισπα­νία, όπου η ιστο­ρία του κι­νή­μα­τος έχει χα­ρά­ξει βα­θιές δια­χω­ρι­στι­κές γραμ­μές, με αίμα, ιδρώ­τα και δά­κρυα, με απο­τέ­λε­σμα τα ιστο­ρι­κά συ­μπε­ρά­σμα­τα να απο­τε­λούν τμήμα της τρέ­χου­σας πο­λι­τι­κής συ­γκρό­τη­σης.

Για την πα­ρού­σα γενιά των στε­λε­χών της Αρι­στε­ράς και του κο­μου­νι­στι­κού κι­νή­μα­τος, η ιστο­ρία έχει «γρα­φτεί» με πε­ριο­ρι­σμέ­νο σε­βα­σμό στα δε­δο­μέ­να και ακόμα λι­γό­τε­ρο σε­βα­σμό στην υπο­χρέ­ω­ση να «ται­ριά­ξουν» τα ιστο­ρι­κά δε­δο­μέ­να μέσα σε μια συ­νε­κτι­κή αντί­λη­ψη που να εξη­γεί το κομ­βι­κό ερώ­τη­μα: Γιατί ητ­τη­θή­κα­με στη «με­γά­λη» δε­κα­ε­τία του ’40;

Αντώνης Νταβανέλος

Η προη­γού­με­νη γενιά κο­μου­νι­στι­κών στε­λε­χών, οι μα­νά­δες και οι πα­τε­ρά­δες μας, γα­λου­χή­θη­καν με τις απα­ντή­σεις της δε­κα­ε­τί­ας του ’50, που δια­μόρ­φω­σε η ηγε­σία του ΚΚΕ που είχε τότε να δια­χει­ρι­στεί την ήττα.

Μια καλή πε­ρι­γρα­φή αυτών των απα­ντή­σε­ων θα βρει κα­νείς στο «Βο­ή­θη­μα για την Ιστο­ρία του ΚΚΕ» (που εκ­δό­θη­κε το 1952 από την ΚΕ του ΚΚΕ, με βάση τις «Θέ­σεις για την Ιστο­ρία του ΚΚΕ» του Ν. Ζα­χα­ριά­δη). Το κεί­με­νο αυτό ξε­κι­νά με το ερώ­τη­μα: «Πώς πρέ­πει να με­λε­τά­με την ιστο­ρία του ΚΚΕ;». Το πρώτο κρι­τή­ριο, από τα 8 που θέτει, είναι: «Σε σχέση με την ιστο­ρία του ΚΚ (μπ) της ΕΣΣΔ, που είναι η πραγ­μα­τι­κή εγκυ­κλο­παί­δεια των βα­σι­κών γνώ­σε­ων του μ-λ και απο­τε­λεί τη βάση για την κα­τα­νό­η­ση της ιστο­ρί­ας του ΚΚΕ. Το ΚΚ (μπ) της ΕΣΣΔ είναι το κα­θο­δη­γη­τι­κό κόμμα». Και το τε­λι­κό, όγδοο, κρι­τή­ριο είναι: «Πρέ­πει σωστά να δούμε το ρόλο του σ. Ν. Ζα­χα­ριά­δη στο κόμμα μας… Να γι­γα­ντώ­σει πιο πολύ μέσα μας η αγάπη και ο σε­βα­σμός προς τον αρ­χη­γό μας και να γίνει ατρά­ντα­χτη η πε­ποί­θη­σή μας, η εμπι­στο­σύ­νη και η σι­γου­ριά στη δο­κι­μα­σμέ­νη κα­θο­δή­γη­σή του» (Βο­ή­θη­μα, Κε­φά­λαιο 1ο, σελ. 8-12).

Την αφή­γη­ση για την ιστο­ρία του κι­νή­μα­τος που ανα­πτύσ­σει το «Βο­ή­θη­μα» τη στή­ρι­ξαν για πολλά χρό­νια οι ορ­γα­νω­μέ­νες δυ­νά­μεις του ΚΚΕ, αλλά μετά τη Με­τα­πο­λί­τευ­ση και οι δυ­νά­μεις των με­γά­λων μα­οϊ­κών ορ­γα­νώ­σε­ων της επο­χής, το ΕΚΚΕ και η ΟΜΛΕ (η τε­λευ­ταία έκ­δο­ση του «Βοη­θή­μα­τος» είναι μετά το 1974, από τις «Εκ­δό­σεις του Λαού» που συν­δέ­ο­νταν με το ΕΚΚΕ). Αυτός ο όγκος υπο­στή­ρι­ξης –που πε­ρι­λάμ­βα­νε πολλά συ­νέ­δρια, πολλά αχτίφ στε­λε­χών και δη­μό­σιες εκ­δη­λώ­σεις, χι­λιά­δες άρθρα και συ­ζη­τή­σεις– προ­σέ­δω­σε στα­δια­κά στην αφή­γη­ση αυτή το χα­ρα­κτή­ρα του αυ­το­νό­η­του, του κοι­νού τόπου, έστω και αν η αφή­γη­ση πα­ρου­σί­α­ζε τε­ρά­στια κενά και εκρη­κτι­κές αντι­φά­σεις.

Μετά τη διά­σπα­ση του ’68, οι δυ­νά­μεις της Ανα­νε­ω­τι­κής Αρι­στε­ράς, γύρω από το ΚΚΕ Εσω­τε­ρι­κού, ξε­δί­πλω­σαν μια πε­ριο­ρι­σμέ­νη ρήξη με τη στα­λι­νι­κή πα­ρά­δο­ση, μια στρο­φή κυ­ρί­ως προς τη σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τι­κή κα­τεύ­θυν­ση του «εθνι­κού και δη­μο­κρα­τι­κού δρό­μου» προς τον σο­σια­λι­σμό. Όμως ποτέ αυτή η ρήξη δεν στρά­φη­κε προς την ιστο­ρία με έναν συ­νε­κτι­κό τρόπο, επι­χει­ρώ­ντας να δώσει μια συλ­λο­γι­κή εκτί­μη­ση για την ήττα.

Ο Άγ­γε­λος Ελε­φά­ντης, στο ση­μα­ντι­κό για τη δια­μόρ­φω­ση των νε­ο­λαί­ων του «ανα­νε­ω­τι­κού ρεύ­μα­τος» βι­βλίο «Η Επαγ­γε­λία της Αδύ­να­της Επα­νά­στα­σης», γρά­φει: «Στον αδιάλ­λα­κτο επα­να­στα­τι­κό ρο­μα­ντι­σμό των πα­λαιών πο­λε­μι­στών θα πρέ­πει να ανα­ζη­τή­σου­με την αιτία της πρώ­ι­μης αυ­το­α­πο­μό­νω­σης του ΚΚΕ… ο στα­λι­νι­σμός ήταν στις το­τι­νές συν­θή­κες η μόνη υπαρ­κτή επα­να­στα­τι­κή προ­σπά­θεια της ερ­γα­ζό­με­νης αν­θρω­πό­τη­τας…» (Επαγ­γε­λία, εκ­δό­σεις Ολκός). Η «ανα­νέ­ω­ση» στά­θη­κε σε πολλά ση­μεία στο πλευ­ρό της κυ­ρί­αρ­χης αφή­γη­σης: «Το ΚΚΕ γεν­νή­θη­κε και γα­λου­χή­θη­κε… άντρω­σε και ανα­πτύ­χθη­κε σε με­γά­λη λαϊκή δύ­να­μη με τη δι­δα­σκα­λία του Στά­λιν».

Η αφή­γη­ση αυτή μπο­ρεί να συμ­πτυ­χθεί στο εξής σχήμα: α) Το ΚΚΕ βγήκε από την πρώ­ι­μη πε­ρί­ο­δο της συ­γκρό­τη­σής του, «ανα­πτύ­χθη­κε σε με­γά­λη λαϊκή δύ­να­μη», όταν με την επέμ­βα­ση της Διε­θνούς εγκα­τα­στά­θη­κε η ηγε­σία του Ν.Ζ. (όπως γλα­φυ­ρά λέει ο Ελε­φά­ντης, όταν «ήρθε η ώρα των Κούτ­βη­δων»…). β) Η ηγε­σία Ζα­χα­ριά­δη, με την «τομή» της 6ης Ολο­μέ­λειας της ΚΕ του 1934, συ­νέ­δε­σε στα­θε­ρά τη στρα­τη­γι­κή και την τα­κτι­κή του ΚΚΕ με το στα­λι­νι­σμό («τη μόνη υπαρ­κτή επα­να­στα­τι­κή προ­σπά­θεια…») και τις νε­ό­τε­ρες επε­ξερ­γα­σί­ες της Διε­θνούς προς τα Λαϊκά Μέ­τω­πα και τις αντι­φα­σι­στι­κές συμ­μα­χί­ες. γ) Αυτή η ηγε­σία, και ει­δι­κά με το «Γράμ­μα» του Ζα­χα­ριά­δη σχε­τι­κά με τον ιτα­λο­ελ­λη­νι­κό πό­λε­μο, προ­σα­να­τό­λι­σε σωστά το ΚΚΕ και «έθεσε τις βά­σεις για την επο­ποι­ία του ΕΑΜ».

Εδώ στα­μα­τά η ενό­τη­τα των οπα­δών αυτού του αφη­γή­μα­τος. Μπρο­στά στο κρί­σι­μο ερώ­τη­μα πώς και γιατί «χά­θη­κε» η νι­κη­φό­ρα επα­νά­στα­ση του 1941-1945, οι ερ­μη­νεί­ες που ξε­κι­νούν από το έδα­φος των πα­ρα­πά­νω από­ψε­ων δια­σπώ­νται. Ας δούμε δύο δια­με­τρι­κούς πό­λους: Ο ίδιος ο Ν. Ζα­χα­ριά­δης δη­λώ­νει ότι η στρα­τη­γι­κή και η κα­τεύ­θυν­ση του κόμ­μα­τος ήταν σωστή, αλλά υπο­νο­μεύ­τη­κε από μια σειρά «λάθη» και «προ­δο­σί­ες» (Λί­βα­νος, Γκα­ζέρ­τα, Βάρ­κι­ζα), που η ηγε­σία του κόμ­μα­τος δεν κα­τόρ­θω­σε να αντι­με­τω­πί­σει, γιατί υπο­τί­μη­σε την «κομ­μα­τι­κό­τη­τα» και δεν αντέ­δρα­σε έγκαι­ρα στον «προ­βο­κα­τό­ρι­κο ρόλο» του Γιώρ­γη Σιά­ντου και άλλων («Βο­ή­θη­μα», Αι­τί­ες που χά­σα­με την πρώτη επα­νά­στα­ση, σελ. 212-219). Ο Θα­νά­σης Χα­τζής (στο ογκώ­δες βι­βλίο του «Η νι­κη­φό­ρα επα­νά­στα­ση που χά­θη­κε») ισχυ­ρί­ζε­ται το ακρι­βώς αντί­θε­το: ο ζα­χα­ρια­δι­κός μη­χα­νι­σμός που, υπό τον Ιω­αν­νί­δη, απο­κα­τέ­στη­σε στα­δια­κά τον έλεγ­χό του στο εσω­τε­ρι­κό του ΚΚΕ, είχε λάθος στρα­τη­γι­κή, υπο­τι­μώ­ντας την πάλη για την εξου­σία, εγκλω­βί­στη­κε στην επι­δί­ω­ξη της εθνι­κής ενό­τη­τας και οδή­γη­σε το κί­νη­μα στην ουρά του Πα­παν­δρέ­ου και του Σκό­μπι, παρά την εν­στι­κτώ­δη αντί­στα­ση του «αυ­θε­ντι­κού λαϊ­κού αγω­νι­στή» Γ. Σιά­ντου, πολ­λών στε­λε­χών του ΚΚΕ και των κα­πε­τα­ναί­ων του ΕΛΑΣ.

Είναι φα­νε­ρό ότι στη βάση του πα­ρα­πά­νω σχή­μα­τος δεν είναι δυ­να­τόν να απα­ντη­θεί ου­σια­στι­κά το ερώ­τη­μα του πώς και γιατί ητ­τή­θη­κε το με­γά­λο κί­νη­μα της Αντί­στα­σης.

Εδώ γί­νε­ται ση­μα­ντι­κή η ιστο­ρι­κή πα­ρέμ­βα­ση της ση­με­ρι­νής ηγε­σί­ας του ΚΚΕ και οι «ανα­θε­ω­ρή­σεις» της ΚΕ σχε­τι­κά με την ιστο­ρία του κόμ­μα­τος και του κι­νή­μα­τος. Είτε με τα αρ­χεια­κά δε­δο­μέ­να που φέρ­νει στην επι­φά­νεια, είτε με τα συ­μπε­ρά­σμα­τά της που στρέ­φουν τη συ­ζή­τη­ση σε με­γα­λύ­τε­ρο βάθος: Δεί­χνο­ντας, για πρώτη φορά στην ιστο­ρία του ΚΚΕ, ως πηγή της κα­κο­δαι­μο­νί­ας τα στρα­τη­γι­κά και προ­γραμ­μα­τι­κά στοι­χεία στην πο­λι­τι­κή του ΚΚΕ πριν τη με­γά­λη δο­κι­μα­σία του ’40 (6η Ολο­μέ­λεια του 1934) και, ακόμα, τη σχέση αυτής της ιδε­ο­λο­γι­κο­πο­λι­τι­κής «στρο­φής» με τις με­γά­λες αλ­λα­γές που συ­ντε­λού­νταν μέσα στην 3η Διε­θνή και την ΕΣΣΔ.

Οι πο­λι­τι­κοί λόγοι αυτής της «ανα­θε­ώ­ρη­σης» από την πλευ­ρά του ΚΚΕ δεν είναι αντι­κεί­με­νο του πα­ρό­ντος άρ­θρου. Κά­ποιοι «κου­κου­ε­δο­γε­νείς» μέσα στην Αρι­στε­ρά έκα­ναν λόγο για μια «τρο­τσκι­στι­κή στρο­φή». Ο ισχυ­ρι­σμός είναι πέρα για πέρα στον αέρα. Όμως το ΚΚΕ στρέ­φει πράγ­μα­τι την προ­σο­χή όλων των αρι­στε­ρών σε κά­ποια ζη­τή­μα­τα που, μέχρι σή­με­ρα, υπο­γράμ­μι­ζαν μόνο οι «αι­ρε­τι­κές φωνές», κυ­ρί­ως οι ορ­γα­νώ­σεις και οι δια­νο­ού­με­νοι που δεν κα­θο­ρί­ζο­νταν από το αντι-τρο­τσκι­στι­κό μένος που δη­μιούρ­γη­σαν οι πα­λιό­τε­ρες επο­χές των «εκ­κα­θα­ρί­σε­ων»…

Δεν μπο­ρού­με να συ­ζη­τή­σου­με σο­βα­ρά για το ’40, αν δεν κα­τα­νο­ή­σου­με τις ανα­τρο­πές που είχαν προη­γη­θεί.

 

Η με­γά­λη δε­κα­ε­τία του ’30

Το πρώτο μισό της δε­κα­ε­τί­ας του ’30 χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται στην Ελ­λά­δα από μια ση­μα­ντι­κή άνοδο της τα­ξι­κής πάλης και μια γε­νι­κευ­μέ­νη ρι­ζο­σπα­στι­κο­ποί­η­ση των μαζών, φαι­νό­με­να που κο­ρυ­φώ­θη­καν με την εξέ­γερ­ση της Θεσ­σα­λο­νί­κης το Μάη του 1936.

Μέσα σ’ αυτή τη δια­δι­κα­σία, το ΚΚΕ ανα­πτύ­χθη­κε παίρ­νο­ντας για πρώτη φορά δια­στά­σεις ενός (σχε­τι­κά) μα­ζι­κού ερ­γα­τι­κού κόμ­μα­τος. Τα στοι­χεία δεί­χνουν ότι κι­νή­θη­κε με­τα­ξύ των 4,5 και των 10 χι­λιά­δων μελών. Το φαι­νό­με­νο ήταν πα­γκό­σμιο: Το κύρος της 3ης Διε­θνούς –που πάνω της αντα­να­κλού­σε η αμεί­ω­τη ακόμα αίγλη της νι­κη­φό­ρας Οκτω­βρια­νής επα­νά­στα­σης– λει­τουρ­γού­σε ως μα­γνή­της που έλκυε την ερ­γα­τι­κή ρι­ζο­σπα­στι­κο­ποί­η­ση της επο­χής προς τα ΚΚ.

Στην Ελ­λά­δα είχε προη­γη­θεί η πα­ρέμ­βα­ση της Κο­μι­ντέρν για τον ορι­σμό κα­θο­δη­γη­τι­κής ομά­δας στο ΚΚΕ. Το φαι­νό­με­νο αυτό υπήρ­ξε πολύ πιο άναρ­χο και αστα­θές από ό,τι φα­ντά­ζο­νται οι εκ των υστέ­ρων θαυ­μα­στές των «ατσά­λι­νων» κούτ­βη­δων που, τάχα, εγκα­τέ­στη­σαν δια μα­γεί­ας μια «μο­νο­λι­θι­κή» πει­θαρ­χία και αφο­σί­ω­ση.

Η πρώτη ηγε­τι­κή ομάδα των «κούτ­βη­δων» είχε ως επι­κε­φα­λής τους Αν­δρό­νι­κο Χαϊτά και Κ. Ευ­τυ­χιά­δη. Παρά τα θρυ­λού­με­να ηγε­τι­κά προ­σό­ντα του Χαϊτά, η ομάδα αυτή σύ­ντο­μα απο­προ­σα­να­το­λί­στη­κε και βυ­θί­στη­κε στο φρα­ξιο­νι­σμό και την κρίση. Με­ρι­κές δε­κά­δες στε­λε­χών κλή­θη­καν στη Μόσχα για «επα­νεκ­παί­δευ­ση», δια­δι­κα­σία από την οποία επέ­στρε­ψε μόνο ένα τμήμα τους. Ο Χαϊ­τάς και ο Ευ­τυ­χιά­δης εκτε­λέ­στη­καν κατά τις εκ­κα­θα­ρί­σεις του 1937-38 ως μπου­χα­ρι­νι­κοί.

Η δεύ­τε­ρη ηγε­τι­κή ομάδα, που εγκα­τα­στά­θη­κε το 1931, είχε επι­κε­φα­λής την τριά­δα: Ν. Ζα­χα­ριά­δης, Γ. Κων­στα­ντι­νί­δης (Αση­μί­δης), Γ. Μι­χαη­λί­δης (είναι η τριά­δα της Γραμ­μα­τεί­ας του Πο­λι­τι­κού Γρα­φεί­ου που διο­ρί­στη­κε από την Κο­μι­ντέρν). Ο Αση­μί­δης γρή­γο­ρα δια­φώ­νη­σε με τον Ζα­χα­ριά­δη, κυ­ρί­ως πάνω στην εκτί­μη­ση ότι ο φα­σι­σμός στην Ελ­λά­δα προ­ε­τοι­μα­ζό­ταν κυ­ρί­ως από τους… βε­νι­ζε­λι­κούς («σο­σιαλ­φα­σί­στες») και απο­μο­νώ­θη­κε ως τρο­τσκι­στής. Ο Αση­μί­δης δια­γρά­φτη­κε, ιδιώ­τευ­σε και αν και ως δι­κη­γό­ρος υπε­ρα­σπί­στη­κε συχνά τα στε­λέ­χη του ΚΚΕ και τους διω­κό­με­νους συν­δι­κα­λι­στές, το 1944 εκτε­λέ­στη­κε από την ΟΠΛΑ στου Γκύζη.

Ο Γ. Μι­χαη­λί­δης πα­ρέ­μει­νε προ­σκολ­λη­μέ­νος στον Ν. Ζα­χα­ριά­δη, που στο με­τα­ξύ είχε λάβει τον τίτλο του «Αρ­χη­γού» του κόμ­μα­τος. Το 1938 πήρε την εντο­λή να βγει από τις φυ­λα­κές (υπο­γρά­φο­ντας δή­λω­ση με­τα­νοί­ας) για να βοη­θή­σει στην εξάρ­θρω­ση του δι­κτύ­ου που ο Ν. Ζα­χα­ριά­δη θε­ω­ρού­σε χα­φιέ­δες. Έγινε χα­φιές και συ­νερ­γά­στη­κε με τον Μα­νια­δά­κη για την εγκα­τά­στα­ση της δια­βρω­μέ­νης Προ­σω­ρι­νής Διοί­κη­σης του ΚΚΕ.

Παρ’ όλα αυτά, η ηγε­σία Ζα­χα­ριά­δη στα­θε­ρο­ποι­ή­θη­κε. Κομ­βι­κή πα­ρέμ­βα­σή της ήταν η 6η Ολο­μέ­λεια της ΚΕ του ΚΚΕ το 1934, που άλ­λα­ξε την τα­ξι­κή ανά­λυ­ση της ελ­λη­νι­κής κοι­νω­νί­ας που διέ­θε­τε το ΚΚΕ και, συ­να­κό­λου­θα, τη στρα­τη­γι­κή για την κοι­νω­νι­κή επα­νά­στα­ση που το ΚΚΕ είχε κλη­ρο­νο­μή­σει από την Κο­μι­ντέρν της επο­χής του Λένιν. Σύμ­φω­να με τη νέα ανά­λυ­ση, ο κοι­νω­νι­κός σχη­μα­τι­σμός στην Ελ­λά­δα κα­θο­ρι­ζό­ταν από την κα­θυ­στέ­ρη­ση («τσι­φλι­κά­δι­κα κα­τά­λοι­πα»), την οποία η αστι­κή τάξη δεν μπο­ρού­σε να ξε­πε­ρά­σει, από την εξάρ­τη­ση από το ξένο κε­φά­λαιο, η οποία δεν ήταν στοι­χείο δυ­να­μι­κής, αλλά εμπό­διο στην ανά­πτυ­ξη του κα­πι­τα­λι­σμού, ενώ –κατά συ­νέ­πεια– ο χα­ρα­κτή­ρας της επερ­χό­με­νης επα­νά­στα­σης στην Ελ­λά­δα δεν θα μπο­ρού­σε παρά να είναι αστι­κο­δη­μο­κρα­τι­κός.

Πολλά χρό­νια μετά, μέσα στη φωτιά της μάχης, ο Ν. Ζα­χα­ριά­δη γρά­φο­ντας για τον χα­ρα­κτή­ρα και τις κι­νη­τή­ριες δυ­νά­μεις της Αντί­στα­σης (ει­σή­γη­ση στην 12η Ολο­μέ­λεια της ΚΕ, Ιού­νης 1945), υπο­γραμ­μί­ζει: «Ο χα­ρα­κτή­ρας της επα­νά­στα­σης αυτής ήταν αστι­κο­δη­μο­κρα­τι­κός, γιατί αστι­κο­δη­μο­κρα­τι­κά ήταν τα κα­θή­κο­ντα που είχε να λύσει. Ο δρό­μος για τη νε­ο­ελ­λη­νι­κή λαϊκή δη­μο­κρα­τι­κή ανα­δη­μιουρ­γία περ­νού­σε υπο­χρε­ω­τι­κά και πρώτα απ’ όλα από τούτα τα ορό­ση­μα: α) Την απο­κα­τά­στα­ση και ολο­κλή­ρω­ση της εθνι­κής ανε­ξαρ­τη­σί­ας. β) Το σπά­σι­μο των μι­σο­φε­ου­δαρ­χι­κών σχέ­σε­ων στο χωριό, πράγ­μα που απαι­τού­σε να δη­μιουρ­γη­θεί στο χωριό λεύ­τε­ρο, βιώ­σι­μο, φτω­χο­με­σαίο αγρο­τι­κό νοι­κο­κυ­ριό. γ) Την ανά­πτυ­ξη ορι­σμέ­νων βα­σι­κών βιο­μη­χα­νι­κών προ­ϋ­πο­θέ­σε­ων. Η ανά­πτυ­ξη αυτή έπρε­πε να στη­ρι­χθεί βα­σι­κά στην εσω­τε­ρι­κή αγορά. δ) Την απαλ­λα­γή της από τη λη­στρι­κή εξάρ­τη­ση από το ξένο κε­φά­λαιο. Όταν πραγ­μα­το­ποιού­νταν οι προ­ϋ­πο­θέ­σεις αυτές, δη­λα­δή όταν δη­μιουρ­γού­νταν η νε­ο­ελ­λη­νι­κή λαϊκή δη­μο­κρα­τία, θα φτιά­χνα­με και τις βά­σεις για ένα μελ­λο­ντι­κό ανώ­τε­ρο κοι­νω­νι­κό-οι­κο­νο­μι­κό-πο­λι­τι­κό ανέ­βα­σμα» («Βο­ή­θη­μα», σελ. 202).

Το ΚΚΕ, σή­με­ρα, υπο­δει­κνύ­ει με σα­φή­νεια αυτή τη στρα­τη­γι­κή αντί­λη­ψη για το χα­ρα­κτή­ρα της επα­νά­στα­σης ως βα­σι­κή αιτία για την ήττα του 1941-1945. Και έχει δίκιο. Ο ρε­φορ­μι­σμός των στα­δί­ων –γιατί περί αυτού πρό­κει­ται– που έβλε­πε μια μα­ζι­κή ένο­πλη εξέ­γερ­ση να έχει ως στόχο την ολο­κλή­ρω­ση της δη­μο­κρα­τι­κής εξέ­λι­ξης, την ολο­κλή­ρω­ση της κα­πι­τα­λι­στι­κής ανά­πτυ­ξης (στην πόλη και στο χωριό!) και την κα­τά­κτη­ση μιας κά­ποιας χη­μι­κά κα­θα­ρής εθνι­κής ανε­ξαρ­τη­σί­ας (στην εποχή του ιμπε­ρια­λι­σμού!) έδενε το κί­νη­μα στην ουρά της ντό­πιας αστι­κής τάξης, στην ουρά των ντό­πιων αστι­κών πο­λι­τι­κών δυ­νά­με­ων και δι’ αυτών στην ουρά των Άγ­γλων. Εγκλώ­βι­ζε την ηγε­σία του στο δίλ­λη­μα με­τα­ξύ της «εθνι­κής ενό­τη­τας» και της ορμής των μαζών, οδη­γώ­ντας με «σι­δε­ρέ­νια πει­θαρ­χία» στην… ήττα.

Οφεί­λου­με να θυ­μί­σου­με ότι στην ανά­λυ­ση της 6ης Ολο­μέ­λειας απά­ντη­σε έγκαι­ρα ο Πα­ντε­λής Που­λιό­που­λος με το ιστο­ρι­κό βι­βλίο του «Σο­σια­λι­στι­κή ή Δη­μο­κρα­τι­κή Επα­νά­στα­ση στην Ελ­λά­δα;». Σε αυτό το βι­βλίο, ο Π. Που­λιό­που­λος βάζει τα θε­μέ­λια για μια σύγ­χρο­νη τα­ξι­κή ανά­λυ­ση: Ο ελ­λη­νι­κός κα­πι­τα­λι­σμός, έχο­ντας πάρει μέρος στους προη­γού­με­νους πο­λέ­μους με την πλευ­ρά των νι­κη­τών, είναι «ο πιο δυ­να­μι­κός των Βαλ­κα­νί­ων», η σχέση εξάρ­τη­σης με τους δυ­τι­κούς ιμπε­ρια­λι­στές είναι εθε­λού­σια επι­λο­γή της ντό­πιας κυ­ρί­αρ­χης τάξης και βάση για μια τα­χύ­τε­ρη ανά­πτυ­ξη του κα­πι­τα­λι­σμού, τα «τσι­φλι­κά­δι­κα» κα­τά­λοι­πα στην ύπαι­θρο είναι υπό την ηγε­μο­νία μιας σύγ­χρο­νης αστι­κής τάξης που βα­σί­ζει σε αυτή τη συμ­μα­χία με τους με­γα­λο­γαιο­κτή­μο­νες τον στα­θε­ρό έλεγ­χό της πάνω στις εξε­λί­ξεις της ανά­πτυ­ξης. Απα­ντώ­ντας προ­δρο­μι­κά σε μια συ­κο­φα­ντία (ότι, τάχα, οι τρο­τσκι­στές πάντα υπο­τι­μούν το αγρο­τι­κό ζή­τη­μα), ο Πα­ντε­λής Που­λιό­που­λος, μέσα από την κα­θυ­στέ­ρη­ση της αγρο­τι­κής με­ταρ­ρύθ­μι­σης στην Ελ­λά­δα, βγά­ζει το συ­μπέ­ρα­σμα ότι είναι απο­λύ­τως εφι­κτή και επί­και­ρη μια μα­ζι­κή αγρο­τι­κή εξέ­γερ­ση που, σε συμ­μα­χία με την ερ­γα­τι­κή τάξη στις πό­λεις, ενι­σχύ­ει την προ­ο­πτι­κή για μια κοι­νω­νι­κή επα­νά­στα­ση, όπου το προ­λε­τα­ριά­το και οι κο­μου­νι­στές θα πρέ­πει να πα­λέ­ψουν για να πάρει σο­σια­λι­στι­κό χα­ρα­κτή­ρα. Δεν πρό­κει­ται κυ­ρί­ως για μια νο­σταλ­γία για το «τρα­γού­δι του Οκτώ­βρη», αλλά πε­ρισ­σό­τε­ρο για μια πρό­βλε­ψη της με­γά­λης κοι­νω­νι­κής κα­ται­γί­δας που εκ­δη­λώ­θη­κε στη δε­κα­ε­τία του ’40, σε αντί­θε­ση με τα δογ­μα­τι­κά «σχη­μα­τά­κια» της 6ης Ολο­μέ­λειας.

Η ηγε­σία Ζα­χα­ριά­δη, που στα­θε­ρο­ποι­ή­θη­κε με την 6η Ολο­μέ­λεια και τα επό­με­να συ­νέ­δρια του ΚΚΕ, πολύ σύ­ντο­μα δο­κι­μά­στη­κε, με αρ­νη­τι­κά απο­τε­λέ­σμα­τα, στην πραγ­μα­τι­κή πο­λι­τι­κή ζωή. Έμει­νε άναυ­δη μπρο­στά στην έκρη­ξη της ερ­γα­τι­κής πάλης το Μάη του ’36 και δεν κα­τόρ­θω­σε να ορ­γα­νώ­σει τί­πο­τα ως αλ­λη­λεγ­γύη στην εξε­γερ­μέ­νη Θεσ­σα­λο­νί­κη. Μπρο­στά στον κίν­δυ­νο της δι­κτα­το­ρί­ας επέ­λε­ξε (μετά από πολ­λές κω­λο­τού­μπες που προ­κα­λού­σε η θε­ω­ρία του «σο­σιαλ­φα­σι­σμού») τη συ­νερ­γα­σία με τους φι­λε­λεύ­θε­ρους (Σύμ­φω­νο Σο­φού­λη-Σκλά­βαι­να), δί­νο­ντάς τους ψήφο ανο­χής στη Βουλή και πα­ρα­κο­λου­θώ­ντας στη συ­νέ­χεια πα­θη­τι­κά την «κοι­νο­βου­λευ­τι­κή» πο­ρεία, που κά­λε­σε τον Ι. Με­τα­ξά να ανα­λά­βει την εξου­σία…

Όμως το ση­μείο όπου η ηγε­σία του Ν. Ζα­χα­ριά­δη δο­κι­μά­στη­κε σκλη­ρό­τε­ρα είναι ακρι­βώς αυτό που οι με­τέ­πει­τα «θρύ­λοι» έχτι­σαν ως, τάχα, το ισχυ­ρό­τε­ρο ατού των «κούτ­βη­δων»: η ορ­γα­νω­τι­κό­τη­τα.

Ελά­χι­στες βδο­μά­δες μετά το ξέ­σπα­σμα της δι­κτα­το­ρί­ας του Με­τα­ξά, πιά­στη­κε ο Ν. Ζα­χα­ριά­δης Σε λι­γό­τε­ρο από έναν χρόνο μετά την 4η Αυ­γού­στου του 1936, είχε συλ­λη­φθεί το σύ­νο­λο των κα­θο­δη­γη­τι­κών στε­λε­χών του ΚΚΕ. Λίγο αρ­γό­τε­ρα, στις εξο­ρί­ες ανα­πτυσ­σό­ταν η άποψη ότι «το Κόμμα ανα­συ­γκρο­τεί­ται μέσα στις φυ­λα­κές»! Το κόμμα που μα­ζι­κο­ποι­ή­θη­κε από το 1931 ως το 1936, σε ελά­χι­στο χρόνο συ­ντρί­φτη­κε από τα χτυ­πή­μα­τα του Μα­νια­δά­κη.

Αυτό, από μόνο του, δεν θα έλεγε κάτι κα­τα­δι­κα­στι­κό. Δεν ήταν άλ­λω­στε πρω­τό­γνω­ρο στη δε­κα­ε­τία του ’30. Για πα­ρά­δειγ­μα στη γει­το­νι­κή Ιτα­λία το κα­θε­στώς του Μου­σο­λί­νι είχε ήδη πε­τύ­χει την προ­σω­ρι­νή διά­λυ­ση του PCI.

Η ση­με­ρι­νή ηγε­σία του ΚΚΕ προ­σθέ­τει στη συ­ζή­τη­ση κάτι ποιο­τι­κά δια­φο­ρε­τι­κό: «Στα χρό­νια 1939-1940 η Ασφά­λεια πέ­τυ­χε κάτι πολύ πιο ση­μα­ντι­κό από το πέ­ρα­σμα με το μέρος της κά­ποιων στε­λε­χών του ΚΚΕ. Δη­μιούρ­γη­σε “ανώ­τα­το όρ­γα­νο” κα­θο­δη­γού­με­νο από αυτήν, με όσα συ­νε­πα­γό­ταν η τέ­τοια εξέ­λι­ξη» («Το ΚΚΕ στον ιτα­λο-ελ­λη­νι­κό πό­λε­μο», έκ­δο­ση του τμή­μα­τος ιστο­ρί­ας της ΚΕ του ΚΚΕ).

Και πράγ­μα­τι, ο Μα­νια­δά­κης κα­τόρ­θω­σε να συ­γκρο­τή­σει μια ελεγ­χό­με­νη από την Ασφά­λεια ΚΕ –τη δια­βό­η­τη «Προ­σω­ρι­νή Διοί­κη­ση»– ακόμα και να εκ­δί­δει τον δικό του «Ρι­ζο­σπά­στη». Το χει­ρό­τε­ρο όμως είναι ότι το «κέ­ντρο» του κόμ­μα­τος, μέσα στις φυ­λα­κές, –ο Ζα­χα­ριά­δης στην Κέρ­κυ­ρα και ο Ιω­αν­νί­δης στην Ακρο­ναυ­πλία– θε­ω­ρού­σε ότι η χα­φιέ­δι­κη ηγε­σία της Προ­σω­ρι­νής Διοί­κη­σης ήταν η αυ­θε­ντι­κή, ενώ αντί­στρο­φα, οι λίγοι κο­μου­νι­στές που πά­λευαν να σώ­σουν το κόμμα μέσα από το δί­κτυο της «Πα­λιάς ΚΕ» (ου­σια­στι­κά με την κα­θο­δή­γη­ση του Πλου­μπί­δη)… ήταν οι χα­φιέ­δες! Δεν είναι σε γνώση μας ανά­λο­γος βαθ­μός διά­βρω­σης σε κα­νέ­να άλλο ΚΚ στη σύγ­χρο­νη ευ­ρω­παϊ­κή ιστο­ρία.

Το ΚΚΕ έχει σή­με­ρα ου­σια­στι­κά απο­κα­τα­στή­σει την Παλιά ΚΕ,1  συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νο­ντας τις από­ψεις της στα επί­ση­μα κομ­μα­τι­κά ντο­κου­μέ­ντα. Πέρα από αυτό, φρο­ντί­ζει να μας υπο­δεί­ξει το μίτο για να ερ­μη­νεύ­σου­με τη διά­βρω­ση πο­λι­τι­κά, πέρα από τις αστυ­νο­μι­κές ιστο­ρί­ες: «Ο εχθρός κι­νή­θη­κε στο έδα­φος που εξ αντι­κει­μέ­νου είχε δη­μιουρ­γη­θεί με τις συ­νε­χείς θέ­σεις της Κο­μου­νι­στι­κής Διε­θνούς για τον πό­λε­μο. Δεν ήταν δυ­να­τό (και δεν ήταν εύ­κο­λο) για πολλά μέλη και στε­λέ­χη του Κόμ­μα­τος να ξε­χω­ρί­ζουν απο­χρώ­σεις θέ­σε­ων και να αντι­λαμ­βά­νο­νται σε κάθε πε­ρί­πτω­ση την έντε­χνη κρα­τι­κή πα­ρέμ­βα­ση. Το πο­λι­τι­κό τους κρι­τή­ριο αδυ­νά­τι­ζε εξαι­τί­ας των αλ­λη­λο­συ­γκρουό­με­νων απο­φά­σε­ων της ΚΔ, που άλ­λα­ζαν σε ελά­χι­στο χρόνο». («Το ΚΚΕ στον ιτα­λο­ελ­λη­νι­κό πό­λε­μο», σελ. 117).

Και εδώ η ση­με­ρι­νή ΚΕ του ΚΚΕ έχει δίκιο. Μόνο που η πα­ρα­πά­νω φράση υστε­ρεί σε σχέση με την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα της ιδε­ο­λο­γι­κο­πο­λι­τι­κής απο­σύν­θε­σης που είχε προ­κλη­θεί. Για να την κα­τα­νο­ή­σου­με, οφεί­λου­με να προ­σπα­θή­σου­με να ανα­συν­θέ­σου­με στο μυαλό μας τις συ­γκλο­νι­στι­κές συ­νέ­πειες που είχαν για τα ΚΚ (αλλά και για τα με­μο­νω­μέ­να στε­λέ­χη) οι δια­δο­χι­κές «στρο­φές» της Κο­μι­ντέρν:

Στην πε­ρί­ο­δο του επα­να­στα­τι­κού κύ­μα­τος του ’17, η 3η Διε­θνής, στην εποχή του Λένιν, συ­μπύ­κνω­σε την πο­λι­τι­κή πείρα του κι­νή­μα­τος στο «σώμα» των απο­φά­σε­ων των 4 πρώ­των συ­νε­δρί­ων της: Τε­λευ­ταίο «μή­νυ­μα» αυτής της μνη­μειώ­δους ερ­γα­σί­ας, ένα «μή­νυ­μα» με τη σφρα­γί­δα του Λένιν, είναι οι απο­φά­σεις του 4ου Συ­νε­δρί­ου: Ενιαίο Ερ­γα­τι­κό Μέ­τω­πο, Με­τα­βα­τι­κό Πρό­γραμ­μα, Με­τα­βα­τι­κή Πο­λι­τι­κή. Μετά το θά­να­το του Λένιν και το ξέ­σπα­σμα της εσω­κομ­μα­τι­κής πάλης στην ΕΣΣΔ, οι κο­μου­νι­στές ξαφ­νι­κά πλη­ρο­φο­ρού­νταν, δια της Κο­μι­ντέρν, ότι όλα αυτά ήταν λάθος: ο κα­πι­τα­λι­σμός διερ­χό­ταν την «3η και τε­λι­κή πε­ρί­ο­δο» κα­τα­στρο­φι­κής κρί­σης του, τα ΚΚ βρί­σκο­νταν πε­ρι­κυ­κλω­μέ­να από μια θά­λασ­σα «σο­σιαλ­φα­σι­στών», τα πο­λι­τι­κά κα­θή­κο­ντα ταυ­τί­ζο­νταν με τη διεκ­δί­κη­ση της «δι­κτα­το­ρί­ας του προ­λε­τα­ριά­του». Αυτό το σύ­ντο­μο διάλ­λει­μα «αρι­στε­ρι­σμού», υπό την ηγε­σία του Ζι­νό­βιεφ, ως μο­να­δι­κή χρη­σι­μό­τη­τα είχε την κα­τε­δά­φι­ση της προη­γού­με­νης πο­λι­τι­κής και μαζί την κα­τε­δά­φι­ση των ηγε­τι­κών ομά­δων που είχαν χτι­στεί στο εσω­τε­ρι­κό των ΚΚ στην πε­ρί­ο­δο του 3ου και 4ου Συ­νε­δρί­ου της Κο­μι­ντέρν.

Και αίφ­νης, οι κο­μου­νι­στές πλη­ρο­φο­ρού­νταν, ξανά δια της Κο­μι­ντέρν, ότι όλα αυτά ήταν λάθος. Το δί­λημ­μα πλέον ήταν: «Φα­σι­σμός ή αστι­κή δη­μο­κρα­τία;» και τα ΚΚ όφει­λαν να ανα­πτύ­ξουν πλα­τιά Λαϊκά Μέ­τω­πα, σε συ­νερ­γα­σία με τις αστι­κές δη­μο­κρα­τι­κές δυ­νά­μεις και να ανοι­χθούν ακόμα και στο εν­δε­χό­με­νο της συμ­με­το­χής σε αστι­κές δη­μο­κρα­τι­κές κυ­βερ­νή­σεις που θα στέ­κο­νταν, λέει, εμπό­διο στον φα­σι­σμό.

Σε αυτό το υπέ­δα­φος διαρ­κών αλ­λα­γών στρα­τη­γι­κής, με μο­να­δι­κό πλέον κρι­τή­ριο τα συμ­φέ­ρο­ντα και τους δι­πλω­μα­τι­κούς προ­σα­να­το­λι­σμούς της ρω­σι­κής ηγε­σί­ας, η εί­δη­ση του Συμ­φώ­νου μη-επί­θε­σης με­τα­ξύ της χι­τλε­ρι­κής Γερ­μα­νί­ας και της ΕΣΣΔ, του Συμ­φώ­νου Μο­λό­τοφ-Ρί­μπε­ντροπ, είχε δια­λυ­τι­κές συ­νέ­πειες. Πολ­λοί αγω­νι­στές-στριες στη ση­με­ρι­νή Αρι­στε­ρά έχουν απο­δε­χθεί ότι το σύμ­φω­νο ήταν ένας «τα­κτι­κός ελιγ­μός» που ήταν ανα­γκαί­ος για να «κερ­δη­θεί χρό­νος» κ.ο.κ. Όμως η σκέψη αυτή δεν αντέ­χει στη δο­κι­μα­σία των γε­γο­νό­των και των αρ­χεια­κών δε­δο­μέ­νων. Είναι π.χ. δε­δο­μέ­νο για όλους τους ιστο­ρι­κούς του Β΄ Πα­γκο­σμί­ου Πο­λέ­μου (συ­μπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νου του επι­κε­φα­λής της άμυ­νας του Στά­λιν­γκραντ, Ν. Χρου­τσόφ) ότι η ΕΣΣΔ αιφ­νι­διά­στη­κε από τη γερ­μα­νι­κή επί­θε­ση κι ότι είχε αξιο­ποι­ή­σει το «χρόνο που κέρ­δι­σε» με το Σύμ­φω­νο για κάθε άλλου εί­δους υπο­θέ­σεις, παρά για προ­ε­τοι­μα­σία της από μια επί­θε­ση της να­ζι­στι­κής Γερ­μα­νί­ας.

Πολύ πε­ρισ­σό­τε­ρο, η σκέψη αυτή υπο­τι­μά τις τε­ρά­στιες πο­λι­τι­κές δυ­σκο­λί­ες που το Σύμ­φω­νο πρό­σθε­σε πάνω στις πλά­τες των ηγε­σιών και των στε­λε­χών των ΚΚ στην Ευ­ρώ­πη, που ήδη πα­ρέ­παιαν μπρο­στά σε τε­ρά­στιας κλί­μα­κας δο­κι­μα­σί­ες.2

Η δια­δι­κα­σία αυτή δεν εξε­λί­χθη­κε ως μια αφη­ρη­μέ­νη ιδε­ο­λο­γι­κο­πο­λι­τι­κή συ­ζή­τη­ση. Οι «στρο­φές» συν­δυά­ζο­νταν με αλ­λα­γές προ­σώ­πων, με ανα­τρο­πές συ­σχε­τι­σμών, με εκ­κα­θα­ρί­σεις.

Η ηγε­σία Ζα­χα­ριά­δη πα­ρα­κο­λού­θη­σε όλες αυτές τις «στρο­φές», φρο­ντί­ζο­ντας να πα­ρα­μέ­νει μέσα στο πλειο­ψη­φι­κό ρεύμα των «νι­κη­τών» στην Κο­μι­ντέρν. Εγκα­τέ­στη­σε μέσα στην πο­λι­τι­κή του ΚΚΕ το ρε­φορ­μι­σμό των στα­δί­ων, αλλά όχι με οποια­δή­πο­τε μορφή αυτής της με­ταρ­ρυθ­μι­στι­κής στρα­τη­γι­κής: Εγκα­τέ­στη­σε τον στα­λι­νι­κό ρε­φορ­μι­σμό των στα­δί­ων. Και σε αυτόν το χα­ρα­κτη­ρι­σμό κάθε λέξη έχει τη ση­μα­σία της, όπως απο­δεί­χθη­κε με τρα­γι­κό τρόπο στη δε­κα­ε­τία που ακο­λού­θη­σε.

 

Το ΚΚΕ μπρο­στά στον πό­λε­μο

Οι κο­μου­νι­στές της επο­χής βά­δι­ζαν προς τη με­γά­λη δο­κι­μα­σία του Β΄ Πα­γκο­σμί­ου Πο­λέ­μου, έχο­ντας ένα ιδε­ο­λο­γι­κό δε­δο­μέ­νο, αυτό της ανά­λυ­σης του Α΄ Πα­γκο­σμί­ου Πο­λέ­μου από τον Λένιν, την Αρι­στε­ρά του Τσί­μερ­βαλντ και, τε­λι­κά, την 3η Διε­θνή. Αυτό το δε­δο­μέ­νο δεν έλυνε όλα τα κρί­σι­μα ζη­τή­μα­τα τα­κτι­κής που θα αντι­με­τώ­πι­ζαν τα ΚΚ, έθετε όμως με σα­φή­νεια τα όρια μέσα στα οποία θα μπο­ρού­σε να κι­νη­θεί η τα­κτι­κή: α) Ο χα­ρα­κτή­ρας το πο­λέ­μου δεν κρί­νε­ται από τα «επει­σό­δια» της αρχής του, από το ποιος έριξε την πρώτη του­φε­κιά ή από το ποιος κί­νη­σε πρώ­τος το στρα­τό του. Κρί­νε­ται από το ποιες τά­ξεις κα­θο­δη­γούν τον πό­λε­μο, για ποιους λό­γους και με ποιους σκο­πούς. β) Κατά συ­νέ­πεια, η κα­θο­δη­γη­τι­κή αρχή για την τα­κτι­κή των κο­μου­νι­στών είναι η προ­σπά­θεια της με­τα­τρο­πής της κρί­σης, που δη­μιουρ­γεί ένας διε­θνής πό­λε­μος, σε κοι­νω­νι­κή επα­νά­στα­ση, σε αγώνα για τη σο­σια­λι­στι­κή απε­λευ­θέ­ρω­ση της ερ­γα­τι­κής τάξης. γ) Σε αντί­θε­ση με τις από­ψεις των πα­λιών σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τι­κών κομ­μά­των, αυτή η στρα­τη­γι­κή δεν είναι σωστό να τε­μα­χι­στεί σε στά­δια: Πρώτα η άμυνα, ή πρώτα η νίκη, και μελ­λο­ντι­κά βλέ­που­με. Αντί­θε­τα, το επα­να­στα­τι­κό κί­νη­μα οφεί­λει, μέσα στην τρο­με­ρή κρίση του πο­λέ­μου, να χα­ρά­ξει το δικό του δρόμο προς τη δική του «έξοδο» από την πο­λε­μι­κή κρίση, όπως έκα­ναν οι Μπολ­σε­βί­κοι το ’17. Το ζή­τη­μα της ανε­ξαρ­τη­σί­ας των ΚΚ απέ­να­ντι στα διλ­λή­μα­τα με­τα­ξύ «χορ­τά­των» και «πει­να­σμέ­νων» ιμπε­ρια­λι­στών θε­ω­ρού­νταν ανα­ντι­κα­τά­στα­τη προ­ϋ­πό­θε­ση για τη δράση.

Πα­ρό­τι (όπως θα εξη­γή­σου­με πα­ρα­κά­τω) με­τα­ξύ του Α΄ και του Β΄ Πα­γκό­σμιου Πο­λέ­μου υπάρ­χουν δια­φο­ρές, οι ανα­λο­γί­ες με­τα­ξύ τους είναι δε­δο­μέ­νες και δεν επι­τρέ­πουν αλ­λα­γή στρα­τη­γι­κής: η σύ­γκρου­ση που ξέ­σπα­σε στα 1939-1940 είναι η σύ­γκρου­ση με­τα­ξύ των «πει­να­σμέ­νων» και «χορ­τά­των» ιμπε­ρια­λι­σμών, όπως αυτοί δια­μορ­φώ­θη­καν από την κα­τά­λη­ξη του Α΄ Πα­γκό­σμιου Πο­λέ­μου.

Όμως αυτό το πλαί­σιο ανά­λυ­σης είχε υπο­βαθ­μι­στεί και εξα­σθε­νή­σει μέσα από τις με­τα­το­πί­σεις της Διε­θνούς κατά τη δε­κα­ε­τία του ’30.

Παρ’ όλα αυτά, η στάση του ΚΚΕ, όπως συ­γκε­κρι­με­νο­ποι­ή­θη­κε με το γνω­στό «γράμ­μα» του Νίκου Ζα­χα­ριά­δη πάνω στο ξέ­σπα­σμα του ιτα­λο­ελ­λη­νι­κού πο­λέ­μου, απο­τε­λεί «υπέρ­βα­ση»: Ο γραμ­μα­τέ­ας του ΚΚΕ ορί­ζει τον πό­λε­μο ως «εθνι­κο­α­πε­λευ­θε­ρω­τι­κό» και κάνει το πα­ρα­πά­νω βήμα να κα­λέ­σει: «Στον πό­λε­μο αυτό που τον διευ­θύ­νει η κυ­βέρ­νη­ση Με­τα­ξά, όλοι μας πρέ­πει να δώ­σου­με όλες μας τις δυ­νά­μεις, δίχως καμιά επι­φύ­λα­ξη» (31 Οκτώ­βρη 1940, οι υπο­γραμ­μί­σεις δικές μας).

Την πο­λι­τι­κή προς την οποία προ­σα­να­το­λί­ζε­ται ο Ν. Ζα­χα­ριά­δης φω­τί­ζει κα­λύ­τε­ρα το «ση­μεί­ω­μα» που έστει­λε για δια­πραγ­μά­τευ­ση προς τη δι­κτα­το­ρία του Με­τα­ξά και που το ΚΚΕ επι­λέ­γει σή­με­ρα να υπεν­θυ­μί­σει, συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νο­ντάς το στον τόμο για τον ιτα­λο­ελ­λη­νι­κό πό­λε­μο. Αυτό το ση­μεί­ω­μα πε­ρι­λάμ­βα­νε 4 προ­τά­σεις:

1) Το ΚΚΕ ανα­λαμ­βά­νει τη γραμ­μή του «Ανοι­χτού Γράμ­μα­τος» να την κρα­τή­σει ως το τέλος του πο­λέ­μου (υπο­γράμ­μι­ση δική μας).

2) Η κυ­βέρ­νη­ση δίνει γε­νι­κή αμνη­στία.

3) Ξα­να­βγαί­νει ο «Ρι­ζο­σπά­στης».

4) Όποιο μέλος του ΚΚΕ δια­φω­νή­σει με τη γραμ­μή του «Ανοι­χτού Γράμ­μα­τος» θα δια­γρα­φεί από το ΚΚΕ (η υπο­γράμ­μι­ση δική μας).

(«Το ΚΚΕ στον ιτα­λο­ελ­λην­κό πό­λε­μο», σελ. 138).

Στο ση­μεί­ω­μα αυτό ο Ν. Ζα­χα­ριά­δης ανα­λαμ­βά­νει να κρα­τή­σει μια πο­λι­τι­κή («υπό τη διεύ­θυν­ση της κυ­βέρ­νη­σης Με­τα­ξά… δίχως καμιά επι­φύ­λα­ξη») μέχρι το τέλος του πο­λέ­μου! Ταυ­τό­χρο­να απο­δει­κνύ­ει τε­ρά­στιες αυ­τα­πά­τες για τις προ­θέ­σεις της «κυ­βέρ­νη­σης» (δη­λα­δή της δι­κτα­το­ρί­ας) Με­τα­ξά (αμνη­στία, επα­να­κυ­κλο­φο­ρία «Ρι­ζο­σπά­στη»), ενώ προ­τι­μά­με να αφή­σου­με ασχο­λί­α­στη τη δέ­σμευ­ση για τη δια­γρα­φή όποιου δια­φω­νή­σει με αυτή την πρω­το­φα­νή «δια­πραγ­μά­τευ­ση» με ένα φα­σι­στι­κό/δι­κτα­το­ρι­κό κα­θε­στώς.3

Πολ­λοί σή­με­ρα μέσα στην Αρι­στε­ρά εξα­κο­λου­θούν να πι­στεύ­ουν και να ανα­πα­ρά­γουν την άποψη ότι το ΕΑΜ χτί­στη­κε πάνω στην πο­λι­τι­κή που προ­δια­γρά­φει το Ανοι­χτό Γράμ­μα του Ν. Ζα­χα­ριά­δη. Είναι μια αντί­λη­ψη που χτί­στη­κε μέσα στις ανώ­μα­λες για την Αρι­στε­ρά συν­θή­κες της δε­κα­ε­τί­ας του ’50 και δεν έχει καμιά σχέση με τις πραγ­μα­τι­κό­τη­τες του 1940 και τις συ­νέ­πειες του Γράμ­μα­τος ακόμα και μέσα στις γραμ­μές του ΚΚΕ.

Στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα η δη­μο­σί­ευ­ση του Γράμ­μα­τος οδή­γη­σε σε πα­ρο­ξυ­σμό την πο­λι­τι­κή σύγ­χυ­ση που προ­ϋ­πήρ­χε.

Το «Γράμ­μα» έγινε ση­μαία της χα­φιέ­δι­κης Προ­σω­ρι­νής Διοί­κη­σης. Ο «Ρι­ζο­σπά­στης» που εξέ­δι­δε ο Μα­νια­δά­κης, κάνει έκ­κλη­ση στα μέλη του ΚΚΕ «να τσα­κί­σουν τους άτι­μους χα­φιέ­δες που πάνε να δια­στρε­βλώ­σουν τη γραμ­μή του κόμ­μα­τος… τη γραμ­μή που έβαλε ο σ. Ζα­χα­ριά­δης με το Ανοι­χτό Γράμ­μα… ο πό­λε­μός μας είναι επα­να­στα­τι­κός-αντι­ι­μπε­ρια­λι­στι­κός… γι’ αυτό το λόγο τις δια­φο­ρές μας με τη δι­χτα­το­ρία τις θέ­σα­με στην μπά­ντα… Κυ­βέρ­νη­ση Εθνι­κής Σω­τη­ρί­ας υπό τον Με­τα­ξά». Τη γραμ­μή αυτή έτρε­ξε να στη­ρί­ξει από την Ακρο­ναυ­πλία ο Γ. Ιω­αν­νί­δης: «Ανα­γνω­ρί­ζου­με για μο­να­δι­κή πραγ­μα­τι­κή κα­θο­δή­γη­ση του ΚΚΕ την Προ­σω­ρι­νή Διοί­κη­ση. Υιο­θε­τού­με πέρα για πέρα την πο­λι­τι­κή γραμ­μή που αυτή χά­ρα­ξε για την υπε­ρά­σπι­ση των ζω­τι­κών συμ­φε­ρό­ντων του ελ­λη­νι­κού λαού και την ακε­ραιό­τη­τα και την ανε­ξαρ­τη­σία της χώρας μας».

Αντί­θε­τα, η Παλιά ΚΕ κα­ταγ­γέλ­λει το Γράμ­μα ως πλα­στό, επι­μέ­νει στη θέση ότι ο πό­λε­μος είναι ιμπε­ρια­λι­στι­κός και εξα­κο­λου­θεί να υπο­στη­ρί­ζει την ανα­τρο­πή του Με­τα­ξά. Ο Πλου­μπί­δης αρ­θρο­γρα­φεί στον πα­ρά­νο­μο «Ρι­ζο­σπά­στη», δη­λώ­νο­ντας ενυ­πό­γρα­φα ότι το Γράμ­μα είναι κα­τα­σκευή του Μα­νια­δά­κη και ότι όσοι το ακο­λου­θή­σουν, «παίρ­νουν λα­θε­μέ­νη πο­ρεία, προς τα δεξιά». Ανά­λο­γη στάση κρα­τούν οι εξό­ρι­στοι στη Φο­λέ­γαν­δρο (Στ. Ανα­στα­σιά­δης), στην Ανάφη, ενώ ο Θαν. Χα­τζής, από το Μα­κε­δο­νι­κό Γρα­φείο, έγρα­φε στην ανα­φο­ρά του: «Χάος επι­κρα­τού­σε στις γραμ­μές των κομ­μου­νι­στών. Δεν υπήρ­χε ούτε ένας που να υπο­στή­ρι­ζε στο σύ­νο­λο κι ανε­πι­φύ­λα­κτα το γράμ­μα του Ν. Ζα­χα­ριά­δη. Όσοι δεν γνώ­ρι­ζαν το γρα­φι­κό χα­ρα­κτή­ρα του, υπο­στή­ρι­ζαν πως όλο είναι πλα­στό…».

Ακόμα και έξω από τις γραμ­μές του κόμ­μα­τος το Γράμ­μα δεν ήταν πει­στι­κό. Όταν ο Σα­ρά­φης κλή­θη­κε να πο­λε­μή­σει στο αλ­βα­νι­κό μέ­τω­πο, έθεσε ως προ­ϋ­πό­θε­ση την προη­γού­με­νη ανα­τρο­πή της κυ­βέρ­νη­σης Με­τα­ξά!

Μπρο­στά σε αυτές τις επι­πτώ­σεις, ο Ν. Ζα­χα­ριά­δης φρό­ντι­σε γρή­γο­ρα να ανα­δι­πλω­θεί. Στο δεύ­τε­ρο και στο τρίτο γράμ­μα του (που μετά το ’50 οδη­γή­θη­καν στην αφά­νεια…) αλ­λά­ζει γραμ­μή και για τον πό­λε­μο και για τον Με­τα­ξά. Φρο­ντί­ζει μά­λι­στα να δη­λώ­σει ότι το πρώτο γράμ­μα, «αν δια­βα­στεί από μόνο του», τότε κα­τα­ντά ένα σο­σιαλ­σο­βι­νι­στι­κό κεί­με­νο που μπο­ρεί να… λε­ρώ­σει την τιμή του ΚΚΕ!

Όσοι επι­μέ­νουν στη θέση ότι ένα με­γά­λο μα­ζι­κό κί­νη­μα χτί­στη­κε στη βάση αυτού του σα­θρού ντο­κου­μέ­ντου, υπο­στη­ρί­ζουν μια λα­θε­μέ­νη στρα­τη­γι­κή επι­λο­γή και υιο­θε­τούν μια αντι-ιστο­ρι­κή, μια σχε­δόν με­τα­φυ­σι­κή, ερ­μη­νεία για τα θε­μέ­λια του ΕΑΜ.

Η στρο­φή σή­με­ρα του ΚΚΕ σε αυτή την υπό­θε­ση, αντι­κει­με­νι­κά βοη­θά­ει να σπά­σουν τα δε­ξιό­στρο­φα στε­ρε­ό­τυ­πα, που εμπε­δώ­θη­καν μέσα στον κόσμο της Αρι­στε­ράς κατά τις ανώ­μα­λες συν­θή­κες της δε­κα­ε­τί­ας του ’50, όταν η κρα­τι­κή κα­τα­στο­λή εδώ εμπό­δι­ζε κάθε αυ­θε­ντι­κή ιστο­ρι­κή συ­ζή­τη­ση, ενώ στο εσω­τε­ρι­κό του ΚΚΕ το φαι­νό­με­νο που ονο­μά­στη­κε (λα­θε­μέ­να και πε­ριο­ρι­στι­κά κατά τη γνώμη μου…) «προ­σω­πο­λα­τρεία», μπο­ρού­σε να δια­στρε­βλώ­σει τα πάντα…

 

Πώς χτί­στη­κε το ΕΑΜ;

Η εί­σο­δος των Ναζί στην Αθήνα, τον Απρί­λη του ’41, βρί­σκει το ΚΚΕ σε κα­τά­στα­ση με­γά­λης αδυ­να­μί­ας: Με ελά­χι­στες ορ­γα­νω­μέ­νες δυ­νά­μεις, με το κλη­ρο­νο­μη­μέ­νο πρό­βλη­μα της διά­βρω­σης από το μη­χα­νι­σμό του Με­τα­ξά, με με­γά­λα προ­βλή­μα­τα πο­λι­τι­κού προ­σα­να­το­λι­σμού ως προς τα κε­ντρι­κά κα­θή­κο­ντα της συ­γκυ­ρί­ας, με με­γά­λα προ­βλή­μα­τα κα­χυ­πο­ψί­ας με­τα­ξύ των ηγε­τι­κών στε­λε­χών που θα έπρε­πε να πά­ρουν τις κε­ντρι­κές πρω­το­βου­λί­ες.

Η κα­τά­στα­ση αυτή θα πα­ρα­τα­θεί, του­λά­χι­στον, ως τα τέλη του ’41. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό αυτής της αδυ­να­μί­ας είναι το γε­γο­νός ότι στην πε­ρί­ο­δο αυτή τα κα­θή­κο­ντα του Γραμ­μα­τέα της ΚΕ ανα­λαμ­βά­νει, με υπό­δει­ξη του μη­χα­νι­σμού της Ακρο­ναυ­πλί­ας, ο Α. Τσί­πας. Κατά τον Θ. Χατζή, ποτέ άλ­λο­τε στην ιστο­ρία του ΚΚΕ δεν υπήρ­ξε τόσο με­γά­λη αντί­φα­ση ανά­με­σα στην κρι­σι­μό­τη­τα των κα­θη­κό­ντων και τις αδυ­να­μί­ες του προ­σώ­που που τα ανα­λάμ­βα­νε.4

Η άποψη ότι ένα κόμμα που βρι­σκό­ταν σε αυτή την κα­τά­στα­ση –και μά­λι­στα με βάση μια «γραμ­μή» που δεν ήταν ενιαία ακόμα και στο εσω­τε­ρι­κό της υπό συ­γκρό­τη­ση ηγε­τι­κής ομά­δας– έχτι­σε ένα κο­λοσ­σιαίο μα­ζι­κό κί­νη­μα, δεί­χνει ελά­χι­στο σε­βα­σμό στην ιστο­ρία του κι­νή­μα­τος, ανα­πο­δο­γυ­ρί­ζει τα ιστο­ρι­κά δε­δο­μέ­να, βά­ζο­ντας τα πόδια απάνω και το κε­φά­λι κάτω.

Αντί­θε­τα, τόσο μέσα από τα ιστο­ρι­κά στοι­χεία, όσο και μέσα από τις «ανα­μνή­σεις» των αγω­νι­στών της επο­χής, προ­κύ­πτει αβί­α­στα η ει­κό­να ότι η κί­νη­ση των πρω­το­πό­ρων στοι­χεί­ων αρ­χι­κά και των με­γά­λων τμη­μά­των των λαϊ­κών μαζών στη συ­νέ­χεια, μια κί­νη­ση μα­ζι­κή που πυ­ρο­δο­τεί­ται από τον άμεσο κίν­δυ­νο της πεί­νας, αλλά, στην ουσία, συ­νι­στά γε­νι­κευ­μέ­νη πα­ρέμ­βα­ση του κό­σμου μπρο­στά στα προ­βλή­μα­τα μιας πρω­το­φα­νούς εθνι­κής/κοι­νω­νι­κής κρί­σης, ήταν η κι­νη­τή­ρια δύ­να­μη που έχτι­σε το κί­νη­μα της πε­ριό­δου της Αντί­στα­σης. Το ξέ­σπα­σμα αυτού του κι­νή­μα­τος έδωσε τη δυ­να­τό­τη­τα στο ΚΚΕ να ανα­συ­γκρο­τη­θεί και να μα­ζι­κο­ποι­η­θεί και όχι το αντί­στρο­φο.

Στις συν­θή­κες της πρώ­ι­μης κα­το­χής εμ­φα­νί­ζο­νται συχνά κά­ποια «στε­λέ­χη» της φυ­σι­κής πρω­το­πο­ρί­ας του πλη­θυ­σμού, συ­νή­θως φα­ντά­ροι που γυρ­νούν εξα­γριω­μέ­νοι και ρι­ζο­σπα­στι­κο­ποι­η­μέ­νοι από το μέ­τω­πο, που δη­λώ­νουν στους συ­ντο­πί­τες τους ότι είναι «εκ­πρό­σω­ποι» του ΚΚΕ (ακόμα και της ηγε­σί­ας του), και αρ­χί­ζουν να παίρ­νουν πρω­το­βου­λί­ες ορ­γά­νω­σης της αντί­στα­σης. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό γε­γο­νός των δια­στά­σε­ων που μπο­ρού­σε να πάρει η δράση αυτών των «ασύ­ντα­κτων» στοι­χεί­ων είναι το ξέ­σπα­σμα της πρό­ω­ρης εξέ­γερ­σης στη Δράμα (Σε­πτέμ­βρη του ’41) που πνί­γη­κε στο αίμα από το βουλ­γα­ρι­κό στρα­τό κα­το­χής.5

Η γε­νί­κευ­ση της κί­νη­σης του πλη­θυ­σμού προς την αντί­στα­ση είχε δύο κε­ντρι­κούς πυ­λώ­νες:

α) Τη δράση της ερ­γα­τι­κής τάξης μέσα στις πό­λεις, με τα «κλα­σι­κά» όπλα του ερ­γα­τι­κού κι­νή­μα­τος –την απερ­γία, τη γε­νι­κή απερ­γία, τη δια­δή­λω­ση και τα με­γά­λα κε­ντρι­κο­ποι­η­μέ­να συλ­λα­λη­τή­ρια– που χρη­σι­μο­ποι­ή­θη­καν με σθέ­νος, παρά το με­γά­λο κό­στος σε αν­θρώ­πι­νες ζωές, ενά­ντια σε έναν πά­νο­πλο αντί­πα­λο. Το γε­γο­νός ότι οι ερ­γά­τες στις πό­λεις αντι­με­τώ­πι­σαν με αυτόν τον τρόπο τον κίν­δυ­νο της πεί­νας και της επι­στρά­τευ­σης, είχε τε­ρά­στια πο­λι­τι­κή ση­μα­σία. Κα­θό­ρι­ζε την κοι­νω­νι­κή ρα­χο­κο­κα­λιά, τον κοι­νω­νι­κό χα­ρα­κτή­ρα της αντί­στα­σης. Και ταυ­τό­χρο­να δη­μιουρ­γού­σε μια ολό­κλη­ρη «γενιά» αγω­νι­στών, μια νέα γενιά πο­λι­τι­κών στε­λε­χών, που θα μπο­ρού­σαν στη συ­νέ­χεια να στε­λε­χώ­σουν το ευ­ρύ­τε­ρο κί­νη­μα που ξέ­σπα­γε.

Το γε­γο­νός ότι οι πό­λεις αντι­με­τώ­πι­σαν έτσι τους κιν­δύ­νους της κα­το­χής, ήταν ένα σάλ­πι­σμα που γι­νό­ταν ιδιαί­τε­ρα αντι­λη­πτό στην ύπαι­θρο.

β) Την ορ­μη­τι­κή εί­σο­δο των αγρο­τών στον αγώνα. Ο Θο­δω­ρής Κου­τσου­μπός, στο καλό βι­βλίο του για το 1941-1945, δίνει τον τίτλο: «Πό­λε­μος των χω­ρι­κών και κοι­νω­νι­κή επα­νά­στα­ση», εξη­γώ­ντας μέσα από το σχήμα του «πο­λέ­μου των χω­ρι­κών» τη μα­ζι­κή βάση του ένο­πλου αγώνα στο πρώτο Αντάρ­τι­κο.

Η κα­θυ­στέ­ρη­ση της αγρο­τι­κής με­ταρ­ρύθ­μι­σης στον ελ­λη­νι­κό κα­πι­τα­λι­σμό είχε ως άμεση συ­νέ­πεια ότι η ύπαι­θρος δεν εξαι­ρού­νταν από τον κίν­δυ­νο της πεί­νας. Η αντί­στα­ση στις δια­τα­γές για συ­γκέ­ντρω­ση της σο­δειάς, η αντί­στα­ση στη βαριά φο­ρο­λό­γη­ση της σο­δειάς για να τρα­φεί ο στρα­τός κα­το­χής, η αντί­στα­ση στις λε­η­λα­σί­ες από τους ντό­πιους συ­νερ­γά­τες των κα­τα­κτη­τών και τους μαυ­ρα­γο­ρί­τες, γί­νο­νται οι σκλη­ρές κοι­νω­νι­κές αι­τί­ες που στη­ρί­ζουν το ξε­κί­νη­μα της ένο­πλης αντί­στα­σης στην ύπαι­θρο.

Ο κα­τά­λο­γος των εν δρά­σει ανταρ­το­ο­μά­δων, πριν ο Άρης βγει στο βουνό και πολύ πριν το ΚΚΕ υιο­θε­τή­σει αυτή τη μορφή αγώνα, είναι κυ­ριο­λε­κτι­κά εκ­πλη­κτι­κός για τις συν­θή­κες μιας κα­τε­χό­με­νης χώρας.6

Ο Θ. Κου­τσου­μπός σωστά ση­μειώ­νει ότι οι ομά­δες αυτές θα μπο­ρού­σαν να εκτρα­πούν σε άλλες πο­ρεί­ες, ακόμα και να γί­νουν μά­στι­γα για τα χωριά. Η τιμή που ανή­κει στον Άρη και στα στε­λέ­χη του πρώ­ι­μου ΕΛΑΣ είναι ότι όχι μόνο συ­νέ­νω­σαν αυτές τις μά­χι­μες ομά­δες, αλλά τις συ­νέ­νω­σαν πάνω στη συ­γκε­κρι­μέ­νη κοι­νω­νι­κή κα­τεύ­θυν­ση, που έκανε το αντάρ­τι­κο να ανα­γνω­ρι­στεί από τους χω­ρι­κούς σαν πο­λύ­τι­μη δύ­να­μη υπε­ρά­σπι­σης και απε­λευ­θέ­ρω­σής τους. Δεν είναι τυ­χαίο ότι στο βουνό ή στον κάμπο, σε όλη τη διάρ­κεια του πρώ­του αντάρ­τι­κου, ο ΕΛΑΣ κο­λυ­μπά σαν το ψάρι «μέσα στο νερό», που δη­μιουρ­γεί γύρω του η ενερ­γός υπο­στή­ρι­ξη των αγρο­τών.

Η εί­σο­δος του χω­ριού στον αγώνα είχε, με τη σειρά της, τε­ρά­στιες πο­λι­τι­κές συ­νέ­πειες. Οι γυ­ναί­κες κά­νουν ένα ιστο­ρι­κό άλμα, ξε­περ­νώ­ντας σε ελά­χι­στο χρόνο την συ­ντη­ρη­τι­κή αγρο­τι­κή ή κτη­νο­τρο­φι­κή πα­ρά­δο­ση, βγαί­νουν από τα δεσμά του νοι­κο­κυ­ριού και της οι­κο­γέ­νειας και ανα­λαμ­βά­νουν πρω­τα­γω­νι­στι­κούς ρό­λους στην ορ­γά­νω­ση της κοι­νω­νί­ας και του αγώνα. Η ρι­ζο­σπα­στι­κο­ποί­η­ση των μαζών απο­κρυ­σταλ­λώ­νε­ται σε νέες μορ­φές ορ­γά­νω­σης –τις Λαϊ­κές Επι­τρο­πές και τις Λαϊ­κές Συ­νε­λεύ­σεις– που παίρ­νουν στα χέρια τους όλο και πε­ρισ­σό­τε­ρα κα­θή­κο­ντα, υπο­κα­θι­στώ­ντας τον παλιό κρα­τι­κό μη­χα­νι­σμό, που βρί­σκε­ται υπό κα­τάρ­ρευ­ση. Οι αντι­λή­ψεις με τις οποί­ες εκ­πλη­ρώ­νο­νται αυτά τα βα­σι­κά κα­θή­κο­ντα της νέας ορ­γά­νω­σης της κοι­νω­νί­ας, στα­δια­κά, αρ­χί­ζουν να παίρ­νουν τη μορφή της Λαϊ­κής Αυ­το­διοί­κη­σης και της Λαϊ­κής Δι­καιο­σύ­νης. (βλ. Χρή­στος Τυ­ρο­βού­ζης, «Αυ­το­διοί­κη­ση και Λαϊκή Δι­καιο­σύ­νη», εκ­δό­σεις Προ­σκή­νιο).

Στην πε­ρί­ο­δο της ανά­πτυ­ξης της Αντί­στα­σης τί­θε­νται στο στό­χα­στρο της λαϊ­κής δρά­σης ορι­σμέ­να από τα «ιερά και όσια» του αστι­σμού, όπως η οι­κο­γέ­νεια και η ιδιο­κτη­σία: Τα δια­ζύ­για και γε­νι­κό­τε­ρα οι οι­κο­γε­νεια­κές δια­φο­ρές/συ­γκρού­σεις αρ­χί­ζουν να κρί­νο­νται στη Συ­νέ­λευ­ση του χω­ριού, υπό το άγρυ­πνο μάτι της απε­λευ­θε­ρω­μέ­νης κι απε­λευ­θε­ρω­τι­κής συμ­με­το­χής των γυ­ναι­κών. Οι αγρό­τες, για να αντι­με­τω­πί­σουν την πείνα, βά­ζουν χέρι στα τσι­φλί­κια και στα μο­να­στη­ρια­κά κτή­μα­τα, προ­βάλ­λο­ντας το ιστο­ρι­κό αί­τη­μα του αγρο­τι­κού κι­νή­μα­τος: Η γη ανή­κει σε αυ­τούς που τη δου­λεύ­ουν!7 Στις πό­λεις, οι ερ­γά­τες και οι φτω­χοί, πέρα από την ορ­γα­νω­μέ­νη διεκ­δί­κη­ση αυ­ξή­σε­ων στο μισθό και στο δελ­τίο τρο­φί­μων, για να αντι­με­τω­πί­σουν την πείνα, υπο­χρε­ώ­νο­νται να κα­τα­φύ­γουν συχνά στη λε­η­λα­σία των απο­θη­κών τρο­φί­μων και των μα­γα­ζιών των μαυ­ρα­γο­ρι­τών.

Η ανά­πτυ­ξη αυτού του με­γά­λου κι­νή­μα­τος, με ρυθ­μούς τα­χύ­τε­ρους από κάθε άλλη χώρα στην Ευ­ρώ­πη (με μο­να­δι­κή εξαί­ρε­ση, ίσως, τη Γιου­γκο­σλα­βία), έβαζε επι­τα­κτι­κά το ζή­τη­μα της πο­λι­τι­κής συ­γκρό­τη­σης κι εκ­προ­σώ­πη­σής του.

Αυτό απα­ντή­θη­κε με την τα­χύ­τα­τη ανά­πτυ­ξη του ΚΚΕ. Οι αδυ­να­μί­ες του «ισο­φα­ρί­ζο­νταν» από τη δια­λυ­τι­κή κρίση όλων των άλλων υπο­ψή­φιων να παί­ξουν αυτό το ρόλο. Στα δεξιά του ΚΚΕ, τα παλιά αστι­κά κόμ­μα­τα έμει­ναν πα­ρά­λυ­τα μέχρι να «φανεί το φως» για την κα­τά­λη­ξη του πο­λέ­μου. Στα αρι­στε­ρά του (με την εξαί­ρε­ση των μι­κρών τρο­τσκι­στι­κών ομά­δων, για τις οποί­ες θα ανα­φερ­θώ πα­ρα­κά­τω) δεν υπήρ­χε τί­πο­τα. Αυτό είναι επί­σης ένα τμήμα των εξε­λί­ξε­ων στις δε­κα­ε­τί­ες του ’20 και του ’30, ενώ μόνο όποιος δεν έχει κα­θό­λου αί­σθη­ση του βά­ρους της ιστο­ρί­ας μπο­ρεί να θέτει το ερώ­τη­μα γιατί στην Ελ­λά­δα (ή και στη Γαλ­λία, την Ιτα­λία κ.ο.κ.) δεν υπήρ­ξε μα­ζι­κή ορ­γα­νω­τι­κή εναλ­λα­κτι­κή πέρα από τα ΚΚ.

Όμως έχει ση­μα­σία να επι­μεί­νου­με στην αντί­φα­ση ανά­με­σα στον πο­λι­τι­κό ρόλο που οι μάζες ανέ­θε­ταν στο ΚΚΕ και στην πο­λι­τι­κή γραμ­μή που επι­κρα­τού­σε στο εσω­τε­ρι­κό της ηγε­σί­ας του.

Τη γραμ­μή αυτή πε­ρι­γρά­φει ανα­λυ­τι­κά ο Δημ. Γλη­νός στη «δια­κη­ρυ­κτι­κή» μπρο­σού­ρα του «Τι είναι και τι θέλει το ΕΑΜ». Σε όσους επι­μέ­νουν στην άποψη ότι με αυτήν «τέ­θη­καν τα θε­μέ­λια της αντί­στα­σης», να θυ­μί­σου­με ότι τυ­πώ­θη­κε για πρώτη φορά τον Οκτώ­βρη του 1942 (όταν το κί­νη­μα στις πό­λεις και στα βουνά ήταν ήδη μια συ­γκλο­νι­στι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα) και κυ­κλο­φό­ρη­σε σε πε­ρί­που 5.000 αντί­τυ­πα (Χα­τζής).

Όμως είναι φα­νε­ρό ότι η πο­λι­τι­κή που πε­ρι­γρά­φει ο Γλη­νός είχε γίνει μέχρι το τέλος του ’42 κυ­ρί­αρ­χη στο εσω­τε­ρι­κό της ηγε­σί­ας του ΚΚΕ και έπαι­ξε κα­θο­ρι­στι­κό ρόλο στη συ­νέ­χεια. Τα βα­σι­κά της στοι­χεία ήταν: α) Η εκτί­μη­ση ότι ο αγώ­νας είναι εθνι­κο­α­πε­λευ­θε­ρω­τι­κός. β) Ως εκ τού­του, θα πρέ­πει να γίνει «παλ­λαϊ­κός», με τη συμ­με­το­χή της αστι­κής τάξης και των κομ­μά­των της. γ) Η πε­ποί­θη­ση ότι η τα­ξι­κή πάλη ανα­στέλ­λε­ται μέχρι το τέλος του πο­λέ­μου. δ)) Το «έπα­θλο» για τις λαϊ­κές μάζες θα διεκ­δι­κη­θεί «μετά», αφού θα έχει προη­γη­θεί η επί­τευ­ξη του στό­χου της εθνι­κής απε­λευ­θέ­ρω­σης και το έπα­θλο θα πάρει τη μορφή μιας κά­ποιας «λαϊ­κής δη­μο­κρα­τί­ας».

Σή­με­ρα γνω­ρί­ζου­με ότι καμιά από αυτές τις προ­βλέ­ψεις δεν ήταν σωστή. Το ΚΚΕ υπο­γραμ­μί­ζει –και σωστά– ότι στην πε­ρί­ο­δο της κα­το­χής η τα­ξι­κή πάλη όχι μόνο δεν ανε­στά­λη, αλλά «έφτα­σε σε πα­ρο­ξυ­σμό». Ως εκ τού­του τα εθνι­κο­α­πε­λευ­θε­ρω­τι­κά κα­θή­κο­ντα υπήρ­ξαν άρ­ρη­κτα δε­μέ­να με τα τα­ξι­κά. Γι’ αυτό άλ­λω­στε η αστι­κή τάξη και τα κόμ­μα­τά της δεν πήραν μέρος στον «εθνι­κο­α­πε­λευ­θε­ρω­τι­κό αγώνα».8 Αντί­θε­τα, ο αστι­κός κό­σμος δια­σπά­στη­κε: Ένα τμήμα «δρα­πέ­τευ­σε» στο εξω­τε­ρι­κό (Λον­δί­νο και Μέση Ανα­το­λή), ένα τμήμα συ­νερ­γά­στη­κε αρ­μο­νι­κά με τους Ναζί, ένα τμήμα «λού­φα­ξε» και συ­νο­μι­λού­σε με το ΚΚΕ, φρο­ντί­ζο­ντας κυ­ρί­ως να επη­ρε­ά­ζει τη γραμ­μή του, με το μάτι πάντα στις με­τα­πο­λε­μι­κές εξε­λί­ξεις. Κυ­ρί­ως, όμως, γνω­ρί­ζου­με ότι η αστι­κή τάξη και οι Σύμ­μα­χοι δεν απο­δέ­χθη­καν ποτέ το δια­χω­ρι­σμό με το «μετά»: Αντι­με­τώ­πι­σαν τις εξε­λί­ξεις του πο­λέ­μου και της κα­το­χής με απο­φα­σι­στι­κό κρι­τή­ριο να χτί­σουν τις προ­ϋ­πο­θέ­σεις για τη συ­ντρι­βή του ερ­γα­τι­κού και του λαϊ­κού κι­νή­μα­τος μετά το τέλος του πο­λέ­μου. Αυτό το κα­θα­ρό τα­ξι­κό κρι­τή­ριο των ντό­πιων κα­πι­τα­λι­στών και των Συμ­μά­χων ήταν αυτό που έλ­λει­ψε από τη στρα­τη­γι­κή του ΚΚΕ.

Γνώμη μου είναι ότι η πο­λι­τι­κή που πε­ρι­γρά­φει ο Γλη­νός, ενώ δεν έπαι­ξε κα­θο­ρι­στι­κό ρόλο στην πε­ρί­ο­δο της ανά­πτυ­ξης του κι­νή­μα­τος της αντί­στα­σης, υπήρ­ξε ο κα­θο­ρι­στι­κός πα­ρά­γο­ντας που ερ­μη­νεύ­ει την ήττα.

 

Πώς ητ­τή­θη­κε το ΕΑΜ;

Συχνά ακού­γε­ται ο ισχυ­ρι­σμός, συ­νή­θως από τους συ­ντρό­φους που υπο­στη­ρί­ζουν μια «πα­τριω­τι­κή» γραμ­μή μέσα στην Αρι­στε­ρά, ότι «υπάρ­χει σχέση ανά­με­σα στο εθνι­κό και στο τα­ξι­κό», ισχυ­ρι­σμός που συ­νή­θως συ­νο­δεύ­ε­ται από μια ομι­χλώ­δη ανα­φο­ρά στα γρα­πτά του Λένιν για την Πα­ρι­σι­νή Κομ­μού­να.

Αν αυτό ήταν αρ­κε­τό, θα μπο­ρού­σα­με να δε­χθού­με ως αυ­το­νό­η­το αυτόν τον ισχυ­ρι­σμό. Πράγ­μα­τι κάθε με­γά­λη επα­να­στα­τι­κή κρίση είναι συ­νή­θως η σύν­θε­ση μιας βα­θιάς κοι­νω­νι­κής κρί­σης με μια εθνι­κή κρίση που προ­κα­λεί­ται από πο­λέ­μους ή άλλες κα­τα­στρο­φές. Αυτό ήταν αλή­θεια στην Κομ­μού­να, στη Ρωσία του ’17 κ.ο.κ.

Όμως το ερώ­τη­μα δεν είναι το αν υπάρ­χει σχέση με­τα­ξύ εθνι­κού και τα­ξι­κού, αλλά το ποια είναι η σχέση ανά­με­σα σε αυτά τα δύο στοι­χεία. Ο Λένιν έγρα­φε για την Πα­ρι­σι­νή Κομ­μού­να: «Εξε­γει­ρό­με­νο ενά­ντια στο παλιό κα­θε­στώς, το προ­λε­τα­ριά­το ανα­λάμ­βα­νε δύο κα­θή­κο­ντα, το ένα εθνι­κό, το άλλο κοι­νω­νι­κό: την απε­λευ­θέ­ρω­ση της Γαλ­λί­ας από τη γερ­μα­νι­κή ει­σβο­λή και τη σο­σια­λι­στι­κή απε­λευ­θέ­ρω­ση του προ­λε­τα­ριά­του από το ζυγό του κα­πι­τα­λι­σμού. Η συ­νέ­νω­ση αυτών των δύο κα­θη­κό­ντων απο­τε­λεί το πιο πρω­τό­τυ­πο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό της Κομ­μού­νας».

Ακρι­βώς επει­δή «η συ­νέ­νω­ση αυτών των δύο κα­θη­κό­ντων» είναι η απά­ντη­ση της Κομ­μού­νας, οι κομ­μου­νά­ροι δεν επι­δί­ω­ξαν την εθνι­κή ενό­τη­τα με τους Βερ­σα­γιέ­ζους για να αντι­με­τω­πί­σουν τους Πρώ­σους, και δεν ανέ­στει­λαν για «μετά» τα κα­θή­κο­ντα σο­σια­λι­στι­κής απε­λευ­θέ­ρω­σης του προ­λε­τα­ριά­του από το ζυγό του κα­πι­τα­λι­σμού. Αντί­στοι­χα, η γαλ­λι­κή αστι­κή τάξη δεν σκέ­φτη­κε ποτέ το εν­δε­χό­με­νο να συμ­με­τά­σχει σε «εθνι­κο­α­πε­λευ­θε­ρω­τι­κό αγώνα» μαζί με τους κομ­μου­νά­ρους, αλλά συ­νερ­γά­στη­κε με τους Πρώ­σους για να κα­τα­σφά­ξει την Κομ­μού­να.

Αν αυτό το μά­θη­μα μας το κλη­ρο­δό­τη­σε η Κομ­μού­να με αρ­νη­τι­κό τρόπο, μέσα από την αι­μα­τη­ρή ήττα της, λίγο αρ­γό­τε­ρα η Ρώ­σι­κη Επα­νά­στα­ση μας το έδωσε με τον θε­τι­κό, με τον νι­κη­φό­ρο τρόπο: η εθνι­κή κρίση που προ­κα­λού­σε ο Α΄ Πα­γκό­σμιος Πό­λε­μος και η κα­τάρ­ρευ­ση του τσα­ρι­σμού, δεν αντι­με­τω­πί­στη­κε από τους Μπολ­σε­βί­κους μέσω της «ενό­τη­τας» με τους δη­μο­κρά­τες αστούς, αλλά με το σύν­θη­μα «Όλη η εξου­σία στα Σο­βιέτ!» και την εξέ­γερ­ση του Οκτώ­βρη.

Η Ελ­λά­δα του 1941-1945 είναι ένα τρα­ντα­χτό πα­ρά­δειγ­μα για το πόσο ακρι­βά μπο­ρεί να πλη­ρω­θεί μια πο­λι­τι­κή που επι­χει­ρεί να δια­χω­ρί­σει, αντί για να συ­νε­νώ­σει, τα «εθνι­κά» από τα «τα­ξι­κά» κα­θή­κο­ντα, μέσα σε μια επα­να­στα­τι­κή δια­δι­κα­σία που από τη φύση της είναι μια ενιαία δια­δι­κα­σία.

Είναι κοι­νός τόπος, ακόμα και για τους πιο άπει­ρους αγω­νι­στές-στριες, η θέση ότι το με­γά­λο κί­νη­μα της Αντί­στα­σης, αυτή η νι­κη­φό­ρα επα­νά­στα­ση που χά­θη­κε, οδη­γή­θη­κε σε μια, επι­φα­νεια­κά, ανε­ξή­γη­τη αλυ­σί­δα από «γκά­φες» ή «προ­δο­σί­ες»: η συμ­φω­νία στο Λί­βα­νο, η απο­κή­ρυ­ξη του κι­νή­μα­τος στη Μέση Ανα­το­λή, η συμ­φω­νία στην Κα­ζέρ­τα, η απο­φυ­γή της κα­τά­λη­ψης της Αθή­νας, η υπο­δο­χή των στρα­τευ­μά­των του Σκό­μπι ως απε­λευ­θε­ρω­τών, η αυ­το­κτο­νι­κή στρα­τιω­τι­κή τα­κτι­κή στο Δε­κέμ­βρη, η Βάρ­κι­ζα, η δια­γρα­φή και η εγκλη­μα­τι­κή απο­μό­νω­ση του Άρη, είναι «λάθη» που στοί­χειω­σαν στις ψυχές των μα­νά­δων και των πα­τε­ρά­δων μας.

Σε αυτή τη λίστα θα προ­σθέ­σω δύο ακόμα «ση­μεία» που, κατά τη γνώμη μου, έχουν με­γά­λη ση­μα­σία, αν και έχουν υπο­τι­μη­θεί στη δη­μό­σια συ­ζή­τη­ση:

1) Στα τέλη του ’43 και τις αρχές του ’44, την πε­ρί­ο­δο που ο αγώ­νας μπαί­νει στην απο­φα­σι­στι­κή καμπή προς τις με­τα­πο­λε­μι­κές εξε­λί­ξεις, την πε­ρί­ο­δο όπου το ΚΚΕ έχει ήδη συ­γκρο­τή­σει στις γραμ­μές του μια με­γά­λη λαϊκή δύ­να­μη, η ηγε­σία του ΚΚΕ απο­φα­σί­ζει να στρέ­ψει τη δύ­να­μη του κόμ­μα­τος όχι προς την κα­τεύ­θυν­ση της ενί­σχυ­σης των ρι­ζο­σπα­στι­κών λαϊ­κών ορ­γα­νώ­σε­ων, αλλά προς την πίεση μέσα σε αυτές για μια πιο συ­ντη­ρη­τι­κή «εθνι­κο­ε­νω­τι­κή» πο­λι­τι­κή. Το ΠΓ του ΚΚΕ στέλ­νει «εγκύ­κλιο» προς τις κομ­μα­τι­κές ορ­γα­νώ­σεις, με την οποία απαι­τεί «να απο­φεύ­γουν την κα­τα­πά­τη­ση θε­σμών, που πρέ­πει να πα­ρα­μεί­νουν σε­βα­στοί» και συ­νι­στά ιδιαί­τε­ρη προ­σο­χή στις σχέ­σεις με την εκ­κλη­σία. Σε πολλά χωριά και κω­μο­πό­λεις επα­νέρ­χο­νται οι πα­λιοί «εκλεγ­μέ­νοι» (επί Με­τα­ξά!) αυ­το­διοι­κη­τι­κοί «άρ­χο­ντες». Ο Κώ­δι­κας της Λαϊ­κής Δι­καιο­σύ­νης υφί­στα­ται σο­βα­ρές τρο­πο­ποι­ή­σεις σε συ­ντη­ρη­τι­κή κα­τεύ­θυν­ση (Τυ­ρο­βού­ζης). Η 10η Ολο­μέ­λεια της ΚΕ (Γε­νά­ρης 1944) υπο­γραμ­μί­ζει την αντί­θε­σή της: «στα αρι­στε­ρά λάθη, που φά­νη­καν σαν απο­τέ­λε­σμα της πρω­το­βου­λί­ας των εχθρών, με δια­θέ­σεις για αντιαγ­γλι­κή πο­λε­μι­κή [σσ: !], για εχτί­μη­ση του ΕΛΑΣ σαν μελ­λο­ντι­κού στρα­τού [σσ: !!] και σο­βα­ρά στρα­πα­τσα­ρί­σμα­τα της πο­λι­τι­κής γραμ­μής του κόμ­μα­τος, ιδίως στην ελεύ­θε­ρη Ελ­λά­δα, όπου εχθρι­κά στοι­χεία ζή­τη­σαν να ικα­νο­ποι­ή­σουν ατο­μι­κά συμ­φέ­ρο­ντα σε βάρος του λαού…».

Το τε­λευ­ταίο μέρος αυτής της φο­βε­ρής φρά­σης («εχθρι­κά στοι­χεία») αφορά σε με­γά­λο βαθμό εκεί­νο το τμήμα του κι­νή­μα­τος (συ­μπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νων στε­λε­χών και ορ­γα­νώ­σε­ων του ΚΚΕ) που σε πολ­λές πε­ριο­χές στή­ρι­ζε τις απαλ­λο­τριώ­σεις των τσι­φλι­κιών και των μο­να­στη­ρια­κών κτη­μά­των, πρα­κτι­κή ενά­ντια στην οποία το ΚΚΕ πήρε πο­λι­τι­κά, αλλά και ορ­γα­νω­τι­κά μέτρα. Με τη συ­γκρό­τη­ση της «Κυ­βέρ­νη­σης του Βου­νού», της ΠΕΕΑ, οι πρα­κτι­κές αυτές τέ­θη­καν τε­λι­κά «εκτός νόμου»:

«Η Πράξη 12 της ΠΕΕΑ, που ανα­φε­ρό­ταν στις δια­τά­ξεις για τη Λαϊκή Δι­καιο­σύ­νη ξα­νά­φερ­νε σε ισχύ το πριν την κα­το­χή ιδιω­τι­κό και ποι­νι­κό Δί­καιο. Πε­ριο­ρι­ζό­ταν η δι­καιο­δο­σία των Λαϊ­κών Δι­κα­στη­ρί­ων. Δεν θα μπο­ρού­σαν να δι­κά­ζουν, προς το παρόν, υπο­θέ­σεις κλη­ρο­νο­μι­κές, κυ­ριό­τη­τας [σσ: δη­λα­δή ιδιο­κτη­σί­ας, που ήταν το βα­σι­κό «αί­τη­μα» των γαιο­κτη­μό­νων], δια­ζυ­γί­ου και ακύ­ρω­σης γάμου [σσ: που ήταν το βα­σι­κό «αί­τη­μα» της Εκ­κλη­σί­ας]». (Χα­τζής)

Αυτή η υπο­χώ­ρη­ση είχε ση­μα­ντι­κές πο­λι­τι­κές συ­νέ­πειες: στο τέλος του πο­λέ­μου οι αγρό­τες δια­πί­στω­σαν ότι οι με­γά­λες θυ­σί­ες τους στην πε­ρί­ο­δο της αντί­στα­σης, έμει­ναν χωρίς υλικό αντί­κρι­σμα στη βελ­τί­ω­ση της ζωής τους. Η πα­ρα­μο­νή της γης στην κυ­ριό­τη­τα των με­γα­λο­κτη­μα­τιών και των μο­να­στη­ριών (με τη «βούλα» της ΠΕΕΑ, δη­λα­δή του ΚΚΕ) είναι η βάση που ερ­μη­νεύ­ει τη δια­φο­ρε­τι­κή στάση της αγρο­τιάς στο Δεύ­τε­ρο Αντάρ­τι­κο.

2) Είναι φυ­σιο­λο­γι­κό η προ­σο­χή, ιδίως των νέων αγω­νι­στών-στριών, να στρέ­φε­ται κυ­ρί­ως στα «έν­δο­ξα» γε­γο­νό­τα, στις με­γά­λες μάχες, στα στρα­τιω­τι­κά ζη­τή­μα­τα κ.ο.κ. Όμως για την έκ­βα­ση των επα­να­στά­σε­ων η πο­λι­τι­κή γραμ­μή έχει κα­θο­ρι­στι­κή ση­μα­σία. Και ένα ιδιαι­τέ­ρως απο­κα­λυ­πτι­κό γε­γο­νός για την πραγ­μα­τι­κή πο­λι­τι­κή του ΚΚΕ είναι η συμ­με­το­χή στην κυ­βέρ­νη­ση Εθνι­κής Ενό­τη­τας, υπό τον Γ. Πα­παν­δρέ­ου, στις μέρες της «σι­δε­ρέ­νιας πραγ­μα­τι­κό­τη­τας της απε­λευ­θέ­ρω­σης». (Το βι­βλίο του Δημ. Μα­ριό­λη «Η αδύ­να­τη τα­ξι­κή ανα­κω­χή», για την πο­λι­τι­κή του ΕΑΜ στα υπουρ­γεία Οι­κο­νο­μι­κών, Ερ­γα­σί­ας και στα συν­δι­κά­τα μέχρι τα Δε­κεμ­βρια­νά, από τις εκ­δό­σεις ΚΨΜ, απο­τε­λεί ένα ανα­ντι­κα­τά­στα­το διά­βα­σμα).

Η ντό­πια κυ­ρί­αρ­χη τάξη και οι Εγ­γλέ­ζοι όχι απλώς δέ­χτη­καν, αλλά τρά­βη­ξαν το ΕΑΜ και το ΚΚΕ μέσα στην κυ­βέρ­νη­ση Πα­παν­δρέ­ου, που ως απο­στο­λή είχε την «εθνι­κή ανα­συ­γκρό­τη­ση». Το ΕΑΜ ανέ­λα­βε τα υπουρ­γεία Οι­κο­νο­μι­κών (Σβώ­λος), Γε­ωρ­γί­ας (Ζέ­βγος), Ερ­γα­σί­ας (Πορ­φυ­ρο­γέ­νης), Δη­μο­σί­ων Έργων (Ασκού­τσης) και τη θέση του υφυ­πουρ­γού Οι­κο­νο­μι­κών (Αγ­γε­λό­που­λος), ενώ νω­ρί­τε­ρα του είχε ανα­τε­θεί ο έλεγ­χος της διοί­κη­σης της ΓΣΕΕ. Ου­σια­στι­κά «ελέγ­χει» το σύ­νο­λο των οι­κο­νο­μι­κών και πα­ρα­γω­γι­κών υπουρ­γεί­ων και τα συν­δι­κά­τα.

Τι έκα­ναν οι Εα­μι­κοί υπουρ­γοί μέσα σε αυτή την κυ­βέρ­νη­ση «ανα­συ­γκρό­τη­σης»; Με τη ση­με­ρι­νή πο­λι­τι­κή γλώσ­σα, η απά­ντη­ση είναι μο­νο­λε­κτι­κή. Μνη­μό­νιο: Μειώ­σεις μι­σθών (Μπαρ­τζώ­τας: «Τρα­γι­κή ει­ρω­νία! Οι ερ­γά­τες σή­με­ρα πλη­ρώ­νο­νται λι­γό­τε­ρο απ’ ό,τι επί Γερ­μα­νών»!), απο­λύ­σεις «πλε­ο­να­ζό­ντων» δη­μο­σί­ων υπαλ­λή­λων, κί­νη­τρα στους βιο­μή­χα­νους για να βά­λουν, τάχα, «μπρο­στά την πα­ρα­γω­γή», απί­στευ­τη ρε­μού­λα με τους πό­ρους της διε­θνούς βο­ή­θειας. Το χει­ρό­τε­ρο όμως ήταν ότι οι Εα­μι­κοί υπουρ­γοί ανέ­χτη­καν τη νο­μι­σμα­τι­κή με­ταρ­ρύθ­μι­ση του Ζο­λώ­τα, μέσω της οποί­ας εξα­ε­ρώ­θη­καν οι λαϊ­κές απο­τα­μιεύ­σεις, αλλά και τα προ­πο­λε­μι­κά χρέη των κα­πι­τα­λι­στών. Σε ελά­χι­στο χρο­νι­κό διά­στη­μα αυτή η πο­λι­τι­κή εξα­πέ­λυ­σε έναν απί­στευ­το υπερ­πλη­θω­ρι­σμό, «με απο­τέ­λε­σμα να εξα­νε­μί­ζο­νται οι μι­σθοί και να απλώ­νε­ται επι­κίν­δυ­να το φάσμα της πεί­νας πάνω από τις με­γά­λες πό­λεις» (Μα­ριό­λης).

Η ντό­πια κυ­ρί­αρ­χη τάξη και οι πο­λύ­πει­ροι Εγ­γλέ­ζοι, πριν φτά­σουν στη στρα­τιω­τι­κή λύση, φρό­ντι­ζαν να εκ­θέ­σουν το ΚΚΕ μέσα στο σκλη­ρό πυ­ρή­να της κοι­νω­νι­κής επιρ­ρο­ής του, μέσα στην ερ­γα­τι­κή τάξη και τους φτω­χούς των πό­λε­ων:

«Οι πιο ση­μα­ντι­κές και μα­ζι­κές αντι­δρά­σεις στην οι­κο­νο­μι­κή πο­λι­τι­κή των Εα­μι­κών υπουρ­γών προ­ήλ­θαν από την ερ­γα­τι­κή και λαϊκή βάση του ΕΑΜ… Οι κοι­νω­νι­κές συμ­μα­χί­ες της κα­το­χι­κής πε­ριό­δου κλο­νί­ζο­νται, τα με­σαία και μι­κρο­α­στι­κά στρώ­μα­τα τα­λα­ντεύ­ο­νται, ανα­ζη­τώ­ντας πο­λι­τι­κές λύ­σεις και στη­ρί­ζο­ντας την πο­λι­τι­κή επι­λο­γή της εθνι­κής ενό­τη­τας, ενώ η ερ­γα­τι­κή τάξη… βλέ­πει τις πο­λι­τι­κές και κοι­νω­νι­κές προσ­δο­κί­ες της να δια­ψεύ­δο­νται…» (Μα­ριό­λης).

Το ΚΚΕ σή­με­ρα υπο­δει­κνύ­ει ότι σε αυτή την απα­ρά­δε­κτη πο­λι­τι­κή επι­λο­γή, το τότε ΚΚΕ δεν ήταν μόνο. Παρά τη διά­λυ­ση της Κο­μι­ντέρν, το «διε­θνές κέ­ντρο» της Μό­σχας είχε τη δυ­να­τό­τη­τα να στρέ­ψει πολλά Κο­μου­νι­στι­κά Κόμ­μα­τα προς τη συμ­με­το­χή στις αστι­κές κυ­βερ­νή­σεις «ανα­συ­γκρό­τη­σης» του κα­πι­τα­λι­σμού, με κο­ρυ­φαία πα­ρα­δείγ­μα­τα το Γαλ­λι­κό και το Ιτα­λι­κό ΚΚ. Η στρα­τη­γι­κή της «ει­ρη­νι­κής συ­νύ­παρ­ξης» στη βάση του σε­βα­σμού των συμ­φω­νιών της Γιάλ­τας και η πο­λι­τι­κή του «κοι­νο­βου­λευ­τι­κού δρό­μου» (τάχα) προς τον σο­σια­λι­σμό είχαν τεθεί σε εφαρ­μο­γή πολ­λά-πολ­λά χρό­νια πριν το 20ό Συ­νέ­δριο του ΚΚΣΕ.

Όμως στην Ελ­λά­δα το μέ­γε­θος του κι­νή­μα­τος ήταν τόσο ση­μα­ντι­κό, που δεν άφηνε τους κα­πι­τα­λι­στές και τους Συμ­μά­χους να ησυ­χά­σουν με την προ­ο­πτι­κή ενός κοι­νο­βου­λευ­τι­κού εκ­φυ­λι­σμού του. Η τε­λι­κή λύση του δρά­μα­τος θα δι­νό­ταν με τον στρα­τιω­τι­κό-πο­λε­μι­κό τρόπο.

Δεν υπάρ­χει λόγος να επι­μεί­νου­με στην ανά­λυ­ση των Συμ­φω­νιών που ση­μα­το­δο­τούν το δρόμο προς την ήττα του κι­νή­μα­τος της Αντί­στα­σης (Λί­βα­νος, Κα­ζέρ­τα, Βάρ­κι­ζα). Έχουν κα­τα­γρα­φεί στη συ­νεί­δη­ση του κό­σμου της Αρι­στε­ράς ως κα­τα­στρο­φι­κά λάθη. Αυτό που αξί­ζει να ανα­ζη­τή­σου­με είναι το κόκ­κι­νο νήμα που συν­δέ­ει και εξη­γεί τα λάθη της ηγε­σί­ας του ΚΚΕ. Κατά τη γνώμη μου, το συν­θέ­τουν τρία βα­σι­κά στοι­χεία:

α) Η εμπέ­δω­ση της ρε­φορ­μι­στι­κής στρα­τη­γι­κής των στα­δί­ων στην πο­λι­τι­κή του ΚΚΕ από το 1934 και μετά. Αυτή η στρα­τη­γι­κή εκ­φρά­στη­κε στα 1941-1945 με την αυ­τα­πά­τη ότι είναι δυ­να­τόν να δια­χω­ρι­στεί ο εθνι­κο­α­πε­λευ­θε­ρω­τι­κός αγώ­νας από την τα­ξι­κή πάλη, με την υπο­τί­μη­ση του ζη­τή­μα­τος της εξου­σί­ας, με τη ροπή προς τις πο­λι­τι­κές εθνι­κής ενό­τη­τας.

β) Αυτή η με­ταρ­ρυθ­μι­στι­κή εθνι­κο­ε­νω­τι­κή στρα­τη­γι­κή, όμως, ξε­δι­πλω­νό­ταν σε συν­θή­κες πα­γκο­σμί­ου πο­λέ­μου, όπου η αστι­κή τάξη της χώρας είχε επι­λέ­ξει «στρα­τό­πε­δο», αυτό των Αγ­γλο­α­με­ρι­κά­νων. Το ΚΚΕ, υπο­χω­ρώ­ντας από την εκτί­μη­ση του πο­λέ­μου ως ιμπε­ρια­λι­στι­κού, υπο­χω­ρώ­ντας από τη θέση της αδια­πραγ­μά­τευ­της ανε­ξαρ­τη­σί­ας του κι­νή­μα­τος απέ­να­ντι και στα δύο ιμπε­ρια­λι­στι­κά στρα­τό­πε­δα, έμπαι­νε στην επιρ­ροή ενός πα­νί­σχυ­ρου μα­γνή­τη που το έλκυε προς φι­λο­αγ­γλι­κή πο­λι­τι­κή και στην υπο­τί­μη­ση του κιν­δύ­νου της με­τα­πο­λε­μι­κής επέμ­βα­σης του εγ­γλέ­ζι­κου ιμπε­ρια­λι­σμού στην Ελ­λά­δα. Μόνο έτσι μπο­ρούν να εξη­γη­θούν τα «λάθη» του Λι­βά­νου και της Κα­ζέρ­τας, η έντα­ξη του ΕΛΑΣ υπό την κα­θο­δή­γη­ση του Στρα­τη­γεί­ου Μέσης Ανα­το­λής, η απο­δο­χή και η υπο­δο­χή του Σκό­μπι, αλλά και η κα­τα­σταλ­τι­κή αντι­με­τώ­πι­ση του Πο­λι­τι­κού Γρα­φεί­ου απέ­να­ντι στις προει­δο­ποι­ή­σεις όχι μόνο των κα­πε­τα­ναί­ων, αλλά και των στρα­τιω­τι­κών στε­λε­χών της ΚΕ που (από το 1943!) ζη­τού­σαν να δια­κο­πεί η σχέση με τη Βρε­τα­νι­κή Στρα­τιω­τι­κή Απο­στο­λή στο Βουνό.

γ) Είναι αδύ­να­τον να γίνει κα­τα­νοη­τή όλη αυτή η ιστο­ρία, αν δεν συ­νυ­πο­λο­γι­στεί η κα­τεύ­θυν­ση που έδινε η ΕΣΣΔ.

Για δε­κα­ε­τί­ες γι­νό­ταν προ­σπά­θεια να συ­γκα­λυ­φθεί αυτός ο πα­ρά­γο­ντας. Το ΚΚΕ πα­ρα­δέ­χε­ται σή­με­ρα, κυ­ρί­ως, τις έμ­με­σες συ­νέ­πειες: τη σύγ­χυ­ση που προ­κα­λού­σαν στα ΚΚ οι εναλ­λασ­σό­με­νες θέ­σεις των σο­βιε­τι­κών και οι αλ­λη­λο­συ­γκρουό­με­νες οδη­γί­ες της Κο­μι­ντέρν. Όμως όποιος έχει απο­κτή­σει στοι­χειώ­δη ιστο­ρι­κή αί­σθη­ση για τις σχέ­σεις με­τα­ξύ των ηγε­τι­κών ομά­δων των ΚΚ και της Μό­σχας, είναι αδύ­να­τον να δε­χθεί ότι το ΚΚΕ πήρε όλες αυτές τις κρί­σι­μες απο­φά­σεις χωρίς λε­πτο­με­ρέ­στε­ρες οδη­γί­ες.

Ο Δημ. Βλα­ντάς, επί χρό­νια στε­νός συ­νερ­γά­της του Ζα­χα­ριά­δη, γρά­φει στις ανα­μνή­σεις του ότι η αντι­προ­σω­πεία του ΚΚΕ στο Λί­βα­νο πήρε από τη ρω­σι­κή πρε­σβεία στο Κάιρο τις εξής κα­τευ­θύν­σεις για τη συ­νέ­χεια: «α) Η συμ­φω­νία του Λι­βά­νου αντα­πο­κρί­νε­ται προς τη ση­με­ρι­νή κα­τά­στα­ση πραγ­μά­των. β) Η στάση της αντι­προ­σω­πεί­ας σας ήταν σωστή. γ) Πρέ­πει να μπεί­τε στην κυ­βέρ­νη­ση, και δ) Να φρο­ντί­σε­τε να γίνει γνω­στή η γνώμη αυτή στα βουνά» (Δημ. Βλα­ντά, «Ο Ζα­χα­ριά­δης και οι συ­νερ­γά­τες του», εκ­δό­σεις Γλά­ρος). Πρό­κει­ται για επι­βε­βαί­ω­ση της μαρ­τυ­ρί­ας του Π. Ρού­σου, μέ­λους του ΠΓ και της αντι­προ­σω­πεί­ας του ΚΚΕ στο Λί­βα­νο, στο βι­βλίο του «Η Με­γά­λη Τε­τρα­ε­τία».

Ο Θ. Χα­τζής πε­ρι­γρά­φει ανα­λυ­τι­κά την κρί­σι­μη συ­νε­δρί­α­ση της ΚΕ του ΚΚΕ, που συ­γκλή­θη­κε τον Αύ­γου­στο του ’44 για να εκτι­μή­σει τη συμ­φω­νία του Λι­βά­νου, με την αί­σθη­ση ότι αυτή απο­τε­λού­σε ση­μείο ιστο­ρι­κής κα­μπής (ο Βλα­ντάς συ­νο­ψί­ζει το κλίμα με­τα­ξύ των μελών της ΚΕ ως εξής: «Κα­ταγ­γε­λία της συμ­φω­νί­ας του Λι­βά­νου. Ανά­κλη­ση της αντι­προ­σω­πεί­ας μας. Μόλις αυτή γυ­ρί­σει στην Ελεύ­θε­ρη Ελ­λά­δα, να πα­ρα­πεμ­φθεί σε ανταρ­το­δι­κείο»). Ο Χα­τζής ση­μειώ­νει ότι η συ­νε­δρί­α­ση αυτή δια­κό­πη­κε από την άφιξη της Σο­βιε­τι­κής Απο­στο­λής (υπό το συ­νταγ­μα­τάρ­χη Ποπόφ), που ζή­τη­σε συ­νά­ντη­ση με το ΠΓ του ΚΚΕ. Η τε­λι­κή από­φα­ση ήταν όχι μόνο να εγκρι­θεί η συμ­φω­νία του Λι­βά­νου, αλλά και να βάλει το ΕΑΜ υπουρ­γούς στην «εξό­ρι­στη» κυ­βέρ­νη­ση στο Κάιρο.

Κατά τη γνώμη μου, είναι βέ­βαια η πα­ρέμ­βα­ση των σο­βιε­τι­κών υπέρ της πο­λι­τι­κής που τε­λι­κά ακο­λού­θη­σε το ΚΚΕ. Και η πα­ρέμ­βα­ση αυτή είχε ως μο­να­δι­κό κρι­τή­ριο τα δι­πλω­μα­τι­κά συμ­φέ­ρο­ντα της ΕΣΣΔ, που ήδη βρι­σκό­ταν σε δια­πραγ­μά­τευ­ση με τους αγ­γλο­α­με­ρι­κά­νους για τις ζώνες επιρ­ρο­ής στον με­τα­πο­λε­μι­κό κόσμο. Με την άκομ­ψη γλώσ­σα του Βλα­ντά: «Ο Στά­λιν μας έριξε στο αγ­γλι­κό σακί, κατά τα πει­ρα­τι­κά πα­ζά­ρια του με τον Τσόρ­τσιλ στην Τε­χε­ρά­νη το 1943».9

Μετά τη συμ­φω­νία της Βάρ­κι­ζας, εκ­δη­λώ­θη­κε η δια­φω­νία του Άρη. Στην ιστο­ρι­κή επι­στο­λή του «προς τα μέλη της ΚΕ του ΚΚΕ» (24/3/45), ο πρω­το­κα­πε­τά­νιος του ΕΛΑΣ εμ­φα­νί­ζε­ται ενή­με­ρος για το ζή­τη­μα αυτό, όπως και για τη ση­μα­σία του: «Μπο­ρεί όπως μου πα­ράγ­γει­λε ρητά ο σ. Γιάν­νης [σσ: Ιω­αν­νί­δης] δια του Ζήση [σσ: Ζω­γρά­φος] να υπάρ­χει “σαφής πα­ραί­νε­ση” των Ρώσων συ­ντρό­φων προς το ΚΚΕ για το κλεί­σι­μο της συμ­φω­νί­ας της Βάρ­κι­ζας. Όμως αυτό δεν αλ­λά­ζει τί­πο­τα… Η διά­σκε­ψη και η συμ­φω­νία της Γιάλ­τας δεν πρέ­πει να έχετε καμιά αυ­τα­πά­τη πως είναι δυ­να­τό να επι­δρά­σει σε τόσο με­γά­λο βαθμό, ώστε να στρέ­ψει το τι­μό­νι της χώρας που αφή­σα­τε να κρα­τούν γερά στα χέρια τους οι Άγ­γλοι… Η Σο­βιε­τι­κή Ένωση θα μπο­ρού­σε να επέμ­βει “ενερ­γό­τε­ρα”… αν εμείς –εσείς δη­λα­δή– ήσα­σταν ικα­νοί να δη­μιουρ­γή­σε­τε στην Ελ­λά­δα δια­φο­ρε­τι­κή κα­τά­στα­ση, ανά­λο­γη πε­ρί­που με της Γιου­γκο­σλα­βί­ας και ίσως και κα­λύ­τε­ρη, με μια ορθή και συ­νε­πή πο­λι­τι­κή και όχι γε­μά­τη “αρι­στε­ρά” και δεξιά οπορ­του­νι­στι­κά λάθη στα βα­σι­κό­τε­ρα προ­βλή­μα­τα της χώρας…». Αν δια­βα­στεί, πέρα από τις συμ­βα­τι­κό­τη­τες της κομ­μα­τι­κής γλώσ­σας της επο­χής, η επι­στο­λή αυτή προ­τεί­νει στην ΚΕ του ΚΚΕ: α) Να αδια­φο­ρή­σει για τις «σα­φείς πα­ραι­νέ­σεις» των Ρώσων για υπο­τα­γή στο κα­θε­στώς που δρο­μο­λο­γού­σε η Βάρ­κι­ζα, και β) Να αδια­φο­ρή­σει για τα όρια της Γιάλ­τας, επι­χει­ρώ­ντας να τα σπά­σει «με μια κα­τά­στα­ση ανά­λο­γη με της Γιου­γκο­σλα­βί­ας και ίσως κα­λύ­τε­ρη».

Ανά­λο­γη θέση υπο­στή­ρι­ξε, αρ­γό­τε­ρα, ο Ερ­νέστ Μα­ντέλ: «Νο­μί­ζω ότι οι επα­να­στά­τες έπρε­πε να προ­σπα­θή­σουν να κά­νουν σε όλες τις κα­τε­χό­με­νες χώρες ό,τι έκα­ναν οι Γιου­γκο­σλά­βοι κομ­μου­νι­στές στη Γιου­γκο­σλα­βία –ασφα­λώς με κα­λύ­τε­ρες με­θό­δους και κα­λύ­τε­ρα απο­τε­λέ­σμα­τα, που να οδη­γούν σε ερ­γα­τι­κή δη­μο­κρα­τία και ερ­γα­τι­κή εξου­σία, που θα ασκεί­ται απευ­θεί­ας από ερ­γα­τι­κά συμ­βού­λια και όχι από ένα γρα­φειο­κρα­τι­κο­ποι­η­μέ­νο ερ­γα­τι­κό κόμμα και μια προ­νο­μιού­χο γρα­φειο­κρα­τία…». (Ερ­νέστ Μα­ντέλ, «Οι Τρο­τσκι­στές και η Αντί­στα­ση στον Δεύ­τε­ρο Πα­γκό­σμιο Πό­λε­μο», πα­ρα­τί­θε­ται από την ιστο­σε­λί­δα E La Liberta).

Αυτή η επι­λο­γή, της ρήξης με τις οδη­γί­ες που έρ­χο­νταν από το «διε­θνές κέ­ντρο», οδη­γί­ες που ενί­σχυαν την αδιέ­ξο­δη με­ταρ­ρυθ­μι­στι­κή γραμ­μή της δε­κα­ε­τί­ας του ’30, έχο­ντας πλέον ως απο­φα­σι­στι­κό κρι­τή­ριο τη μοι­ρα­σιά του με­τα­πο­λε­μι­κού κό­σμου, δεν έγινε ποτέ από την ηγε­σία του ΚΚΕ. Και ένα τε­ρά­στιο κί­νη­μα πήρε το δρόμο προς μια απρό­σμε­νη βαριά ήττα.

Οι τρο­τσκι­στι­κές ορ­γα­νώ­σεις και το κί­νη­μα της Αντί­στα­σης

Η σκλη­ρή δε­κα­ε­τία του ’30 ήταν πολύ πε­ρισ­σό­τε­ρο σκλη­ρή για τους τρο­τσκι­στές.

Είχαν να αντι­με­τω­πί­σουν τη «διπλή κα­τα­στο­λή». Από τη μια, τα χτυ­πή­μα­τα του τα­ξι­κού εχθρού, γιατί, παρά το απί­στευ­το κύμα συ­κο­φά­ντη­σής τους, πα­ρέ­μει­ναν αφο­σιω­μέ­νοι αγω­νι­στές-στριες του ερ­γα­τι­κού κι­νή­μα­τος και της σο­σια­λι­στι­κής επα­νά­στα­σης. Από την άλλη, τα δο­λο­φο­νι­κά χτυ­πή­μα­τα του στα­λι­νι­κού μη­χα­νι­σμού που τους κα­τα­δί­ω­ξε συ­στη­μα­τι­κά, με απο­κο­ρύ­φω­μα τη δο­λο­φο­νία του ίδιου του Τρό­τσκι, στο Με­ξι­κό, το 1940.

Όμως το πο­λι­τι­κό πρό­βλη­μα ήταν ακόμα σκλη­ρό­τε­ρο. Οι ήττες του διε­θνούς κι­νή­μα­τος (στη Γερ­μα­νία, την Ισπα­νία, τη Γαλ­λία κ.ο.κ.) έμοια­ζαν να «επι­βε­βαιώ­νουν» τις λα­μπρές κρι­τι­κές του Τρό­τσκι. Οι λι­γό­τε­ρο έμπει­ροι οπα­δοί του αι­σθά­νο­νταν ότι έρ­χε­ται η ώρα της αντε­πί­θε­σης. Ο ίδιος ο Τρό­τσκι προει­δο­ποιού­σε ενά­ντια σε αυτές τις ψευ­δαι­σθή­σεις: «Για τις μάζες, δεν υπάρ­χει χει­ρό­τε­ρο δη­λη­τή­ριο από τις ήττες…». Προ­σπά­θη­σε να προ­ε­τοι­μά­σει τις μι­κρές ορ­γα­νώ­σεις που ανα­φέ­ρο­νταν στις από­ψεις του για μια πα­ρα­τε­τα­μέ­νη πο­ρεία «ενά­ντια στο ρεύμα». Είχε δίκιο.

Όμως η πα­ρα­τε­τα­μέ­νη πο­ρεία «ενά­ντια στο ρεύμα», ακόμα κι όταν είναι επι­βε­βλη­μέ­νη, έχει τον κίν­δυ­νο για σο­βα­ρές πα­ρε­νέρ­γειες. Οι απο­μο­νω­μέ­νες ομά­δες ανα­πτύσ­σουν νο­ο­τρο­πία «αί­ρε­σης», δογ­μα­τι­σμό και αυ­τάρ­κεια, που συ­νή­θως εκ­δη­λώ­νο­νται με την υπερ-αρι­στε­ρή, σε­χτα­ρι­στι­κή από­κλι­ση.

Πριν το ξέ­σπα­σμα του Πο­λέ­μου, το τρο­τσκι­στι­κό ρεύμα δια­τρε­χό­ταν από δυο «με­γά­λες συ­ζη­τή­σεις»:

α) Σχε­τι­κά με το χα­ρα­κτή­ρα του κα­θε­στώ­τος στην ΕΣΣΔ. Η άποψη του Τρό­τσκι (που επι­μέ­νει στη θέση του «γρα­φειο­κρα­τι­κά εκ­φυ­λι­σμέ­νου ερ­γα­τι­κού κρά­τους» και κατά συ­νέ­πεια στην υπε­ρά­σπι­ση της ΕΣΣΔ στο εν­δε­χό­με­νο ιμπε­ρια­λι­στι­κής επί­θε­σης ενα­ντί­ον της) πα­ρέ­με­νε κυ­ρί­αρ­χη, αν και εντά­θη­καν οι αμ­φι­σβη­τή­σεις από τη σκο­πιά της ανά­λυ­σης του «κρα­τι­κού κα­πι­τα­λι­σμού» (Σά­χτμαν, Ντου­ναϊ­έφ­σκα­για, Σ.Λ.Ρ. Τζέιμς κ.ά.). β) Σχε­τι­κά με τη δυ­να­τό­τη­τα «ίδρυ­σης» μιας νέας Διε­θνούς, της 4ης Διε­θνούς, από το αδύ­να­μο και απο­μο­νω­μέ­νο δί­κτυο των τρο­τσκι­στι­κών ορ­γα­νώ­σε­ων.

Η δο­λο­φο­νία του Τρό­τσκι αφαί­ρε­σε από αυτό το ήδη ασθε­νι­κό δί­κτυο το μο­να­δι­κό «κέ­ντρο» που είχε την πείρα και το κύρος για να τους προ­σα­να­το­λί­ζει. Και αυτό συμ­βαί­νει την ώρα που ερ­χό­ταν η με­γά­λη δο­κι­μα­σία του Β΄ Πα­γκό­σμιου Πο­λέ­μου. Η νε­οϊ­δρυ­μέ­νη «4η Διε­θνής» δεν μπό­ρε­σε να κα­θο­δη­γή­σει κατά τη διάρ­κεια του πο­λέ­μου τις ασθε­νι­κές ορ­γα­νώ­σεις που εμ­φα­νί­ζο­νταν ως τμή­μα­τά της.

Ο Β΄ Πα­γκό­σμιος Πό­λε­μος σύμ­φω­να με τις ανα­λύ­σεις του Τρό­τσκι ήταν μια «συ­νέ­χεια του Α΄ Πα­γκό­σμιου Πο­λέ­μου». Όπως, όμως, το­νί­ζει ο ίδιος ο Τρό­τσκι: «…συ­νέ­χεια δεν ση­μαί­νει επα­νά­λη­ψη. Συ­νέ­χεια ση­μαί­νει ανά­πτυ­ξη, βά­θε­μα, όξυν­ση. Η πο­λι­τι­κή μας… απέ­να­ντι στο δεύ­τε­ρο πα­γκό­σμιο ιμπε­ρια­λι­στι­κό πό­λε­μο είναι συ­νέ­χεια της πο­λι­τι­κής που δια­μορ­φώ­θη­κε κατά τον τε­λευ­ταίο ιμπε­ρια­λι­στι­κό πό­λε­μο, πρω­ταρ­χι­κά υπό την ηγε­σία του Λένιν. Αλλά συ­νέ­χεια δεν ση­μαί­νει επα­νά­λη­ψη. Και σε αυτήν την πε­ρί­πτω­ση επί­σης ση­μαί­νει ανά­πτυ­ξη, βά­θε­μα, όξυν­ση…». (Τρό­τσκι, «Βο­να­παρ­τι­σμός, Φα­σι­σμός και Πό­λε­μος», κεί­με­να 1939-1940).

Ποια ήταν τα βα­σι­κά δια­φο­ρε­τι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά του Β΄ Πα­γκό­σμιου Πο­λέ­μου, μέσα στη συ­νέ­χειά του με τον Α΄ Πα­γκό­σμιο Πό­λε­μο;

Το πρώτο ήταν το ζή­τη­μα της κα­το­χής, το γε­γο­νός ότι πολ­λές χώρες στην Ευ­ρώ­πη βρέ­θη­καν κάτω από τη στρα­τιω­τι­κή κα­το­χή των δυ­νά­με­ων του Άξονα. Έθετε αυτό το ζή­τη­μα ει­δι­κά κα­θή­κο­ντα; Ο πιο «αρ­μό­διος» για την απά­ντη­ση είναι ο ίδιος ο Τρό­τσκι:

«Στις ητ­τη­μέ­νες χώρες, η θέση των μαζών θα επι­δει­νω­θεί αμέ­σως στο έπα­κρο. Στην κοι­νω­νι­κή κα­τα­πί­ε­ση προ­στί­θε­ται η εθνι­κή κα­τα­πί­ε­ση, που το κύριο βάρος της θα κλη­θούν να ση­κώ­σουν οι ερ­γά­τες. Από όλες τις μορ­φές δι­κτα­το­ρί­ας, η ολο­κλη­ρω­τι­κή δι­κτα­το­ρία ενός ξένου κα­τα­κτη­τή είναι η πιο ανυ­πό­φο­ρη.

Ταυ­τό­χρο­να, στο βαθμό που οι Ναζί θα προ­σπα­θούν να χρη­σι­μο­ποι­ή­σουν τους φυ­σι­κούς πό­ρους και το βιο­μη­χα­νι­κό δυ­να­μι­κό των ητ­τη­μέ­νων εθνών, οι ίδιοι οι Ναζί θα εξαρ­τώ­νται ανα­πό­φευ­κτα από τους ντό­πιους ερ­γά­τες. Μετά τη στρα­τιω­τι­κή νίκη αρ­χί­ζουν πάντα οι οι­κο­νο­μι­κές δυ­σκο­λί­ες. Είναι αδύ­να­το να βά­λουν έναν φα­ντά­ρο πλάι σε κάθε Πο­λω­νό, Νορ­βη­γό, Δανό, Ολ­λαν­δό, Βέλγο και Γάλλο ερ­γά­τη και αγρό­τη. Ο εθνι­κο­σο­σια­λι­σμός δεν έχει καμιά δυ­να­τό­τη­τα για να με­τα­τρέ­ψει τους ητ­τη­μέ­νους λαούς από εχθρούς σε φί­λους… Μπο­ρεί να πε­ρι­μέ­νει κα­νείς με βε­βαιό­τη­τα τη γοργή με­τα­τρο­πή όλων των κα­τα­κτη­μέ­νων χωρών σε πυ­ρι­τι­δα­πο­θή­κες…» (Τρό­τσκι, «Δεν θα αλ­λά­ξου­με πο­ρεία», κεί­με­να 1939-40).

Η ανά­λυ­ση του Τρό­τσκι δεί­χνει ως αυ­το­νό­η­τη την πάλη ενά­ντια στην κα­το­χι­κή κα­τα­πί­ε­ση («την πιο ανυ­πό­φο­ρη από όλες τις μορ­φές δι­κτα­το­ρί­ας»), αλλά ταυ­τό­χρο­να τη δεί­χνει και ως «ευ­και­ρία», ως δυ­να­τό­τη­τα νίκης απέ­να­ντι σε έναν πα­νί­σχυ­ρο αντί­πα­λο, που στο με­τα­ξύ είχε επι­βλη­θεί στρα­τιω­τι­κά πάνω στις δυ­νά­μεις της «ιμπε­ρια­λι­στι­κής δη­μο­κρα­τί­ας» στην Ευ­ρώ­πη.

Το δεύ­τε­ρο ζή­τη­μα ήταν το ζή­τη­μα του Να­ζι­σμού, το γε­γο­νός ότι οι στρα­τιές της Βέρ­μα­χτ δεν επέ­βα­λαν μόνο μια «ξε­νι­κή κα­το­χή», αλλά και ένα πο­λι­τι­κό πρό­γραμ­μα, αυτό του Εθνι­κο­σο­σια­λι­σμού. Ο Γιώρ­γος Βι­τσώ­ρη­ς10 γρά­φει σχε­τι­κά με αυτό:

«Ο Εθνι­κο­σο­σια­λι­σμός που βρέ­θη­κε επι­κε­φα­λής των δυ­νά­με­ων του Άξονα, κα­θό­ρι­σε σαν στόχο του όχι μόνο να συ­ντρί­ψει τους αντί­πα­λους ιμπε­ρια­λι­σμούς, αλλά επί­σης να ανα­διορ­γα­νώ­σει την Ευ­ρώ­πη σύμ­φω­να με τις φι­λο­σο­φι­κές και πο­λι­τι­κές του αντι­λή­ψεις. Δεν πε­ριο­ρί­στη­κε μόνο σε στρα­τιω­τι­κή κα­το­χή. Χρη­σι­μο­ποιώ­ντας τα ντό­πια αντι­δρα­στι­κά στοι­χεία, ανέ­λα­βε την εγκα­τά­στα­ση φα­σι­στι­κού κα­θε­στώ­τος. Επέ­βα­λε το κορ­πο­ρα­τι­στι­κό σύ­στη­μα. Οι ερ­γα­τι­κές ορ­γα­νώ­σεις απα­γο­ρεύ­τη­καν τε­λεί­ως. Οι ρα­τσι­στι­κοί διωγ­μοί πήραν ανή­κου­στες δια­στά­σεις: οι Εβραί­οι εξο­λο­θρεύ­τη­καν… και αυτά δεν είχαν έναν προ­σω­ρι­νό χα­ρα­κτή­ρα: ήταν η εθνι­κο­σο­σια­λι­στι­κή “νέα Ευ­ρώ­πη” που θα έπρε­πε να συ­νε­χί­σει να υπάρ­χει μετά τον πό­λε­μο, αν αυτός ο πό­λε­μος κερ­δι­ζό­ταν από τον φα­σι­σμό…» (Πα­ρα­τί­θε­ται από τον Θ. Κου­τσου­μπό, στο «Πό­λε­μος των Χω­ρι­κών»)

Οι τρο­τσκι­στές στην Ελ­λά­δα, στην πλειο­ψη­φία τους, δεν έβγα­λαν τα ανά­λο­γα συ­μπε­ρά­σμα­τα. Έμει­ναν στα­θε­ροί στην άποψη ότι ο Β΄ Πα­γκό­σμιος Πό­λε­μος ήταν ένας πό­λε­μος ιμπε­ρια­λι­στι­κός και κατά συ­νέ­πεια το βα­σι­κό κα­θή­κον ήταν η με­τα­τρο­πή του πο­λέ­μου σε κοι­νω­νι­κή επα­νά­στα­ση. Σ’ αυτό είχαν απο­λύ­τως δίκιο. Όμως η θέση αυτή είναι μια «ιδε­ο­λο­γι­κή αρχή» που έπρε­πε να κα­θο­δη­γεί τους επα­να­στά­τες μαρ­ξι­στές στην προ­σπά­θεια να επε­ξερ­γα­στούν τη συ­γκε­κρι­μέ­νη πο­λι­τι­κή γραμ­μή, μέσω της οποί­ας θα μπο­ρού­σαν να συμ­βά­λουν στη με­τα­τρο­πή του πο­λέ­μου σε κοι­νω­νι­κή επα­νά­στα­ση. Η υπο­κα­τά­στα­ση της συ­γκε­κρι­μέ­νης πο­λι­τι­κής γραμ­μής από την ιδε­ο­λο­γι­κή κα­τεύ­θυν­ση είναι ένα με­γά­λο λάθος με, συ­νή­θως, βα­ριές συ­νέ­πειες.

Οι τρο­τσκι­στές στην Ελ­λά­δα δεν κρά­τη­σαν όλοι ακρι­βώς την ίδια στάση. Οι οπα­δοί του Άγι Στίνα (ΚΔΕΕ/ΚΔΚΕ) προ­σα­να­το­λί­στη­καν σε ένα σκλη­ρό «ντε­φε­τι­σμό»11 που έβλε­πε το ΕΑΜ με από­λυ­τα απορ­ρι­πτι­κό τρόπο. Η θέση αυτή επηρ­ρε­α­ζό­ταν από τον γε­νι­κό­τε­ρο προ­σα­να­το­λι­σμό του Στίνα, που απο­μα­κρυ­νό­ταν από τον τρο­τσκι­σμό προς την κα­τεύ­θυν­ση, αρ­χι­κά, ενός ομι­χλώ­δους «λου­ξε­μπουρ­γκι­σμού» και στη συ­νέ­χεια προς από­ψεις ανά­λο­γες με αυτές που δια­μόρ­φω­σε ο Κ. Κα­στο­ριά­δης. Οι οπα­δοί του Που­λιό­που­λου (ΕΟΚΔΕ, ΚΚΔΕ) κρά­τη­σαν στα­θε­ρά τη θέση ότι ο πό­λε­μος είναι ιμπε­ρια­λι­στι­κός, επέ­μει­ναν στην άποψη ότι η ΕΣΣΔ εξα­κο­λου­θεί να είναι ένα ερ­γα­τι­κό κρά­τος και κατά συ­νέ­πεια υπήρ­χε το κα­θή­κον υπε­ρά­σπι­σής της απέ­να­ντι στη να­ζι­στι­κή επί­θε­ση, αλλά απέ­τυ­χαν να ανα­γνω­ρί­σουν το επα­να­στα­τι­κό δυ­να­μι­κό του κι­νή­μα­τος Αντί­στα­σης και να επε­ξερ­γα­στούν μια τα­κτι­κή σύν­δε­σής τους με αυτό. Απέ­τυ­χαν να δουν ότι το κε­ντρι­κό κα­θή­κον στο οποίο αφιέ­ρω­ναν τη ζωή τους, η με­τα­τρο­πή του πο­λέ­μου σε κοι­νω­νι­κή επα­νά­στα­ση, ήταν ακρι­βώς αυτό που εξε­λισ­σό­ταν γύρω τους με την εκ­πλη­κτι­κών δια­στά­σε­ων ενερ­γο­ποί­η­ση των ερ­γα­τι­κών και λαϊ­κών μαζών. Αντί­θε­τα, τά­σεις που προ­έρ­χο­νταν από τον Αρ­χειο­μαρ­ξι­σμό, αλλά και μι­κρό­τε­ρες ομά­δες που δρού­σαν μέσα στο ΕΣΚΕ (Επα­να­στα­τι­κό Σο­σια­λι­στι­κό Κόμμα Ελ­λά­δας, του Θ. Απο­στο­λί­δη) και αρ­γό­τε­ρα στην ΕΛΔ-ΣΚΕ (Ένωση Λαϊ­κής Δη­μο­κρα­τί­ας – Σο­σια­λι­στι­κό Κόμμα Ελ­λά­δας) θα εντα­χθούν στο κί­νη­μα αντί­στα­σης και κυ­ρί­ως στον ΕΛΑΣ. (Για πε­ρισ­σό­τε­ρα βλέπε στο ανα­λυ­τι­κό βι­βλίο του Μ. Εμ­μα­νου­η­λί­δη, «Αι­ρε­τι­κές Δια­δρο­μές, ο ελ­λη­νι­κός τρο­τσκι­σμός και ο Β΄ Πα­γκό­σμιος Πό­λε­μος», εκ­δό­σεις Φι­λί­στωρ).

Στα 1946 η Ευ­ρω­παϊ­κή Γραμ­μα­τεία της 4ης Διε­θνούς, σε από­φα­σή της για την κρι­τι­κή της πο­λι­τι­κής των Ελ­λή­νων τρο­τσκι­στών, υπο­γραμ­μί­ζει ότι η στάση τους ήταν «υπε­ρα­ρι­στε­ρί­στι­κη και σε­χτα­ρι­στι­κή», που «δεν κα­τόρ­θω­σε να δια­κρί­νει και να ανα­γνω­ρί­σει τον αντι­ι­μπε­ρια­λι­στι­κό και αντι­κα­πι­τα­λι­στι­κό χα­ρα­κτή­ρα που πε­ριεί­χε, σε τε­λευ­ταία ανά­λυ­ση, αυτό το κί­νη­μα, καθώς και το επα­να­στα­τι­κό δυ­να­μι­κό του», για να κα­τα­λή­ξει στην προει­δο­ποί­η­ση ότι «ο με­γα­λύ­τε­ρος κίν­δυ­νος που απει­λεί το ελ­λη­νι­κό μας τμήμα, είναι αυτός του σε­χτα­ρι­σμού». Αυτή η σωστή κρι­τι­κή και αυτή η σωστή θέση ήρθαν, όμως, αργά. (Πα­ρα­τί­θε­ται από τον Θ. Κου­τσου­μπό, στο πα­ράρ­τη­μά του «Ο Πό­λε­μος των Χω­ρι­κών»).

Ο Πιερ Μπρουέ, ο πα­θια­σμέ­νος τρο­τσκι­στής ιστο­ρι­κός, γρά­φει στο «Πώς ο Τρό­τσκι και οι τρο­τσκι­στές αντι­με­τώ­πι­σαν τον Δεύ­τε­ρο Πα­γκό­σμιο Πό­λε­μο»: «Οι Έλ­λη­νες τρο­τσκι­στές κα­τα­δί­κα­σαν τον εαυτό τους σε θά­να­το, πε­ριο­ρι­ζό­με­νοι στις αρ­νη­τι­κές προ­ο­πτι­κές και μη παίρ­νο­ντας μέρος στο μα­ζι­κό κί­νη­μα».

Πα­ρό­τι η ορ­γά­νω­σή μας δεν προ­έρ­χε­ται από τον χώρο της τρο­τσκι­στι­κής «ορ­θο­δο­ξί­ας» –των δια­κλα­δώ­σε­ων της 4ης Διε­θνούς– αλλά πε­ρισ­σό­τε­ρο από τις δια­δι­κα­σί­ες δια­μόρ­φω­σης της μετά το 1968 «Νέας Αρι­στε­ράς», η ανα­φο­ρά μας στον Τρό­τσκι, η ανα­γνώ­ρι­ση της κο­ρυ­φαί­ας συμ­βο­λής του στη δια­μόρ­φω­ση και στην υπε­ρά­σπι­ση του επα­να­στα­τι­κού μαρ­ξι­σμού, υπο­χρε­ώ­νει να θέ­σου­με στον εαυτό μας με ευ­θύ­τη­τα το ερώ­τη­μα: Τι θα έπρε­πε να κά­νουν;

Η γνώμη μου είναι ότι θα έπρε­πε να ανα­γνω­ρί­σουν τον αντι­κα­το­χι­κό-αντι­φα­σι­στι­κό αγώνα των μαζών στην Αντί­στα­ση και να ανα­λά­βουν το με­ρί­διο του βά­ρους που τους αντι­στοι­χού­σε. Θα έπρε­πε να εκτι­μή­σουν ότι ο αγώ­νας αυτός και οι ορ­γα­νώ­σεις του –το ΕΑΜ και ο ΕΛΑΣ– ήταν το πραγ­μα­τι­κό (όχι το φα­ντα­σια­κό και θε­ω­ρη­τι­κά «κα­θα­ρό») «μο­νο­πά­τι» που με­τέ­τρε­πε τη φο­βε­ρή κρίση, στην οποία είχε οδη­γή­σει ο πό­λε­μος, σε ευ­και­ρία κοι­νω­νι­κής επα­νά­στα­σης. Θα έπρε­πε να προ­σπα­θή­σουν –μέσα σε πρω­το­φα­νείς δυ­σκο­λί­ες– να μεί­νουν μέσα σε αυτό το κί­νη­μα με το πρό­γραμ­μά τους, με τις προ­βλέ­ψεις τους, με τις προ­τά­σεις τους. Και στην κρί­σι­μη ώρα των κα­θο­ρι­στι­κών απο­φά­σε­ων, στα 1944-1945, να είναι εκεί, μαζί με τα στε­λέ­χη και τον απλό κόσμο που αντέ­δρα­σε στο Λί­βα­νο και στη Βάρ­κι­ζα, που μπήκε σε κί­νη­ση ενά­ντια στην κυ­βέρ­νη­ση Εθνι­κής Ανα­συ­γκρό­τη­σης του Πα­παν­δρέ­ου, παρά τη συμ­με­το­χή των Εα­μι­κών υπουρ­γών. Είναι εξαι­ρε­τι­κά απί­θα­νο ότι θα κα­τόρ­θω­ναν να αλ­λά­ξουν την πο­ρεία των πραγ­μά­των, όμως θα είχαν θέσει τον εαυτό τους και τις ορ­γα­νώ­σεις τους στο ίδιο «κάδρο» που οι μα­νά­δες και οι πα­τε­ρά­δες μας έθε­σαν τον Άρη. Και θα είχαν χτί­σει τα θε­μέ­λια για μια δια­φο­ρε­τι­κή προ­ο­πτι­κή του τρο­τσκι­σμού στις επό­με­νες δε­κα­ε­τί­ες.

Γιατί, όπως υπο­γραμ­μί­ζει ο Μα­ντέλ, όταν κα­τα­δι­κά­ζε­σαι «να ση­κώ­νεις το ηθικό βάρος της πα­θη­τι­κό­τη­τας και της απο­χής από ένα με­γά­λο εμ­φύ­λιο πό­λε­μο… (τότε) οδη­γεί­σαι σή­με­ρα σε μια, του­λά­χι­στον, πολύ δύ­σκο­λη θέση» («Οι Τρο­τσκι­στές και η Αντί­στα­ση στον Δεύ­τε­ρο Πα­γκό­σμιο Πό­λε­μο», E La Liberta, ό.π.).

Έχο­ντας πει αυτά, οφεί­λου­με να υπο­γραμ­μί­σου­με ότι δεν απο­τε­λούν κα­νε­νός εί­δους δι­καιο­λο­γία για το όργιο δο­λο­φο­νι­κής βίας που εξα­πό­λυ­σε ενα­ντί­ον τους το ΚΚΕ στις μέρες λίγο πριν και λίγο μετά τα Δε­κεμ­βρια­νά.

Ο Μ. Εμ­μα­νου­η­λί­δης έχει συ­γκε­ντρώ­σει τον κα­τά­λο­γο των 84 βε­βαιω­μέ­νων δο­λο­φο­νιών τρο­τσκι­στών και αρ­χειο­μαρ­ξι­στών. Ο ίδιος υπο­γραμ­μί­ζει ότι αυτός ο αριθ­μός είναι μι­κρός: δεν πε­ρι­λαμ­βά­νει τα θύ­μα­τα που η δο­λο­φο­νία τους δεν κα­ταγ­γέλ­θη­κε (καθώς οι τρο­τσκι­στι­κές ορ­γα­νώ­σεις επέ­λε­γαν να μην προ­κα­λέ­σουν την επέμ­βα­ση του αστι­κού κρά­τους στο «εσω­τε­ρι­κό» του ερ­γα­τι­κού κι­νή­μα­τος), αλλά και τους τρο­τσκι­στές που πέ­θα­ναν υπό αδιευ­κρί­νι­στες συν­θή­κες ως αντάρ­τες του ΕΛΑΣ.

Ο Στί­νας μιλά για «εκα­το­ντά­δες δο­λο­φο­νί­ες». Ο Πιέρ Μπρουέ έχει «ξε­θά­ψει» μια ανα­φο­ρά του Μπαρ­τζώ­τα, όπου ο υπεύ­θυ­νος της ΟΠΛΑ κο­κο­ρεύ­ε­ται για πε­ρισ­σό­τε­ρες από «800 εκτε­λέ­σεις τρο­τσκι­στών». Ο αριθ­μός αυτός είναι πολύ με­γά­λος. Προ­φα­νώς ο Μπαρ­τζώ­τας, κατά τις συ­νή­θειες της επο­χής, πε­ρι­λαμ­βά­νει στην κα­τη­γο­ρία «τρο­τσκι­στής» κάθε αγω­νι­στή –μέλος ή όχι του ΚΚΕ– που δια­φώ­νη­σε με τις επι­λο­γές της ηγε­σί­ας.

Η έντα­ση αυτής της «εσω­τε­ρι­κής βίας» που, αν και δεν είχε φτά­σει ποτέ στην κο­ρύ­φω­ση ενός ορ­γα­νω­μέ­νου κύ­μα­τος δο­λο­φο­νιών όπως στα 1944-45-46, όμως προ­ϋ­πήρ­χε από τις αρχές της δε­κα­ε­τί­ας του ’30, εξη­γεί, σε έναν βαθμό, τα «λάθη» των ηγε­σιών των τρο­τσκι­στι­κών ορ­γα­νώ­σε­ων το ’40.

Και θα πρέ­πει να προ­σθέ­σου­με κάτι ακόμα. Παρά το λάθος τους σχε­τι­κά με το ΕΑΜ, δεν πέ­ρα­σαν «απέ­να­ντι», όπως με χυ­δαίο τρόπο συχνά κα­τη­γο­ρή­θη­καν. Μέσα σε πρω­το­φα­νείς δυ­σκο­λί­ες, που κα­νέ­νας από εμάς δεν έχει αντι­με­τω­πί­σει, προ­σπά­θη­σαν να συ­νε­χί­σουν να δρουν, πλη­ρώ­νο­ντας το αντί­τι­μο. Στον τοίχο των εκτε­λέ­σε­ων, στην Και­σα­ρια­νή ή στο Κούρ­νο­βο, η «συμ­με­το­χή» των τρο­τσκι­στών που έπε­σαν φω­νά­ζο­ντας «Ζήτω η πα­γκό­σμια επα­νά­στα­ση!» είναι μια από τις απο­δεί­ξεις.

Όμως, όπως γρά­φει ο Βι­τσιώ­ρης, συ­νο­ψί­ζο­ντας την κρι­τι­κή του στους Έλ­λη­νες συ­ντρό­φους του: «Το κα­θή­κον μας ήταν όχι να γυ­ρί­σου­με την πλάτη στις μάζες και να μεί­νου­με “πάνω από το ρεύμα”, αλλά να μπού­με μέσα στον αγώνα με το πρό­γραμ­μα και τα συν­θή­μα­τά μας… “Ενά­ντια στο ρεύμα” δεν ση­μαί­νει “πάνω από το ρεύμα”…».

 

Ση­μειώ­σεις

1. Γρά­φει το Τμήμα Ιστο­ρί­ας της ΚΕ: «Τα στε­λέ­χη του ΚΚΕ που πήραν την πρω­το­βου­λία να συ­γκρο­τή­σουν την Παλιά ΚΕ, έπρα­ξαν σωστά και υπεύ­θυ­να… Στην πο­ρεία της δια­πά­λης εκεί­νης της πε­ριό­δου, η Παλιά ΚΕ ήταν το μο­να­δι­κό εμπό­διο στη δράση της Προ­σω­ρι­νής Διοί­κη­σης» («Το ΚΚΕ στον ιτα­λο­ελ­λη­νι­κό πό­λε­μο», σελ. 113). Αυτή η θέση, κατά τη γνώμη μου, αφή­νει έκ­θε­τους τους Ν. Ζα­χα­ριά­δη και Γ. Ιω­αν­νί­δη ως προς την αντι­με­τώ­πι­ση της «διείσ­δυ­σης» του Μα­νια­δά­κη στις γραμ­μές του ΚΚΕ (ενώ ρί­χνει κι ένα πρό­σθε­το φως στις δρα­μα­τι­κές συν­θή­κες της με­τέ­πει­τα εκτέ­λε­σης του Ν. Πλου­μπί­δη υπό την κα­τη­γο­ρία σε βάρος του για χα­φιέ­δι­κο ρόλο).

2. Ο Βλα­ντάς στις ανα­μνή­σεις του ανα­φέ­ρει ότι η Κο­μι­ντέρν είχε στεί­λει μή­νυ­μα στο ΚΚΕ, μετά την υπο­γρα­φή του Συμ­φώ­νου Μο­λό­τοφ-Ρί­μπε­ντροπ, να υπο­βαθ­μί­σει την πάλη ενά­ντια στην κυ­βέρ­νη­ση Με­τα­ξά. Το Τμήμα Ιστο­ρί­ας της ΚΕ του ΚΚΕ δη­μο­σιεύ­ει πλέον τη γρα­πτή οδη­γία της Κο­μι­ντέρν τον Ιούλη του ’39 (πριν την έναρ­ξη του ιτα­λο­ελ­λη­νι­κού πο­λέ­μου!) που πε­ρι­λαμ­βά­νει τη φράση: «…δεν υπάρ­χει λόγος να επι­διώ­κε­ται πρώτα απ’ όλα την ανα­τρο­πή της».

3. Έχει ση­μα­σία το γε­γο­νός ότι το ΚΚΕ σή­με­ρα θέτει το ερώ­τη­μα αν «ο Ν. Ζα­χα­ριά­δης γνώ­ρι­ζε, και σε ποιο βαθμό, τις αλ­λε­πάλ­λη­λες, εξε­λισ­σό­με­νες κι αλ­λη­λο­συ­γκρουό­με­νες απο­φά­σεις-οδη­γί­ες της ΚΔ». Το Τμήμα Ιστο­ρί­ας της ΚΕ υιο­θε­τεί το συ­μπέ­ρα­σμα ότι «κατά βάση ο Ζα­χα­ριά­δης γε­νι­κά ήταν ενη­με­ρω­μέ­νος… είχε υπόψη του τη γε­νι­κή κα­τεύ­θυν­ση της Κομ. Διε­θνούς πριν το Σύμ­φω­νο Μο­λό­τοφ-Ρί­μπε­ντροπ και τη θέση της μετά από αυτό..». Αυτό, κατά τη γνώμη μου, οδη­γεί στο συ­μπέ­ρα­σμα ότι η ανε­ξή­γη­τη κατά τα άλλα «φι­λι­κό­τη­τα» του Γράμ­μα­τος προς το κα­θε­στώς Με­τα­ξά εδρά­ζε­ται στην εκτί­μη­ση ότι η ιδε­ο­λο­γι­κή συγ­γέ­νεια του Με­τα­ξά με τους Ναζί θα μπο­ρού­σε, υπό προ­ϋ­πο­θέ­σεις, να εξε­λι­χθεί σε μια ρήξη με το στρα­τό­πε­δο των Αγ­γλο­γάλ­λων, ρήξη που, πριν τη γερ­μα­νι­κή επί­θε­ση στην ΕΣΣΔ, «ται­ριά­ζει» στις επι­θυ­μί­ες της ρω­σι­κής δι­πλω­μα­τί­ας στα Βαλ­κά­νια.

4. Ο Α. Τσί­πας κα­τέρ­ρευ­σε κι αντι­κα­τα­στά­θη­κε από τον Γ. Σιά­ντο, όταν, κατά τον Θ. Χατζή, σε ένα από τα πολλά με­θύ­σια του έστει­λε τον τα­βερ­νιά­ρη να ζη­τή­σει να πλη­ρω­θεί για το λο­γα­ρια­σμό, στο σπίτι όπου συ­νε­δρί­α­ζαν τα υπό­λοι­πα μέλη του ΠΓ, σε συν­θή­κες βα­θιάς πα­ρα­νο­μί­ας.

5. Ο Αντρέ­ας Τζή­μας, σε μια με­τέ­πει­τα ανα­φο­ρά του σχε­τι­κά με τα γε­γο­νό­τα της Δρά­μας, αφού πε­ρι­γρά­φει την «αρι­στε­ρί­στι­κη» πο­λι­τι­κή της ηγε­σί­ας των εξε­γερ­μέ­νων (με αι­τή­μα­τα για λύ­σεις «σο­βιε­τι­κού τύπου»), ση­μειώ­νει ότι τα γε­γο­νό­τα αυτά έχτι­σαν στην πε­ριο­χή μια πο­λι­τι­κή πα­ρά­δο­ση, που τα κα­θο­δη­γη­τι­κά στε­λέ­χη του ΚΚΕ έβρι­σκαν μπρο­στά τους για πολλά χρό­νια μετά. Αυτή είναι, πι­στεύω, η ιστο­ρι­κή βάση για την κα­χυ­πο­ψία με την οποία αντι­με­τω­πί­στη­καν οι δυ­νά­μεις του αντάρ­τι­κου στον Έβρο σε όλη τη με­γά­λη δε­κα­ε­τία.

6. Ο Χα­τζής ανα­φέ­ρει: τους «κλα­ρί­τες» στη Ρού­με­λη, τους «Λαϊ­κούς Εκ­δι­κη­τές» στην Ανα­το­λι­κή Μα­κε­δο­νία, τις «Ένο­πλες Ομά­δες για την Ελευ­θε­ρία» στο Κιλ­κίς και στη Νι­γρί­τα, τις «Ομά­δες Αυ­το­ά­μυ­νας» στη Δυ­τι­κή Μα­κε­δο­νία, τους «Ελεύ­θε­ρους Σκο­πευ­τές» στον Όλυ­μπο, τις «Ομά­δες Αιφ­νι­δια­σμού» στη Θεσ­σα­λία, τους «Ελευ­θε­ρω­τές» στην Ήπει­ρο, τους «Αυ­το­α­μυ­νί­τες» στην Πε­λο­πόν­νη­σο, τη «Νέα Φι­λι­κή Εται­ρία» στην Κα­λα­μά­τα, το «Μέ­τω­πο Ελεύ­θε­ρης Ελ­λά­δας» στην Κρήτη κ.ο.κ. Στη Νι­γρί­τα και στο Κιλ­κίς εμ­φα­νί­στη­καν επί­σης  οι πιο συν­δε­δε­μέ­νες με το ΚΚΕ ανταρ­το­ο­μά­δες «Οδυσ­σέ­ας Αν­δρού­τσος» και «Αθα­νά­σιος Διά­κος».

7. Το φαι­νό­με­νο της απαλ­λο­τρί­ω­σης των τσι­φλι­κιών είχε με­γα­λύ­τε­ρη έκτα­ση απ’ ό,τι αφέ­θη­κε να «επι­βιώ­σει» στην ιστο­ρι­κή ανά­μνη­ση, ενώ απα­σχό­λη­σε έντο­να το ΚΚΕ. Έχει ση­μα­σία να υπεν­θυ­μί­σου­με ότι αυτή την τάση την υπο­στή­ρι­ξε το Άρης και γε­νι­κό­τε­ρα οι Κα­πε­τα­ναί­οι: η πρώτη ένο­πλη «ενέρ­γεια» του Βε­λου­χιώ­τη είναι η επί­θε­ση στο κτήμα του τσι­φλι­κά Μα­ρα­θιά και η εκτέ­λε­σή του για πα­ρα­δειγ­μα­τι­σμό των ομοί­ων του. Η πράξη αυτή προ­κά­λε­σε σκάν­δα­λο στις δια­πραγ­μα­τεύ­σεις με­τα­ξύ του ΚΚΕ και των αστι­κών κομ­μά­των για τη συ­γκρό­τη­ση του εθνι­κο­α­πε­λευ­θε­ρω­τι­κού με­τώ­που και η ηγε­σία του ΚΚΕ δεν την απο­δέ­χθη­κε (Χα­τζής). Η «αμαρ­τία» αυτή δεν ήταν η μο­να­δι­κή του Βε­λου­χιώ­τη. Τα λε­γό­με­να «πα­ρα­στρα­τή­μα­τα» του αντάρ­τι­κου στη Ρού­με­λη κά­νουν το ΠΓ του ΚΚΕ, το 1942, να στεί­λει τον Βαγ­γέ­λη Πα­πα­δά­κη στο βουνό, με εντο­λή να πα­ρα­λά­βει αυτός την ηγε­σία των ενό­πλων και να δια­τά­ξει τον Άρη να επι­στρέ­ψει στην Αθήνα για «να ανα­λά­βει άλλα κα­θή­κο­ντα». Βλέ­πο­ντας τις πραγ­μα­τι­κό­τη­τες στο βουνό, ο Πα­πα­δά­κης πα­ρα­βί­α­σε την από­φα­ση, δεν έδωσε στον Άρη την εντο­λή της επι­στρο­φής στην Αθήνα και αντί­θε­τα «με­τα­τρά­πη­κε», ο ίδιος, στον Κα­πε­τάν Λευ­τε­ριά.

8. Ως εξαί­ρε­ση εδώ, εμ­φα­νί­ζε­ται η συμ­με­το­χή ενός αριθ­μού αξιω­μα­τι­κών –με εμ­βλη­μα­τι­κή τη μορφή του Σα­ρά­φη– από κά­ποια στιγ­μή και μετά στον ένο­πλο αγώνα. Δεν αντι­κα­το­πτρί­ζει μια «εθνι­κο­α­πε­λευ­θε­ρω­τι­κή» μειο­ψη­φία του αστι­κού δυ­να­μι­κού. Είναι απο­τέ­λε­σμα της προη­γού­με­νης βα­θιάς κρί­σης στο στρα­τό, μέσα από τη σύ­γκρου­ση βε­νι­ζε­λι­κών-μο­ναρ­χι­κών. Στη δε­κα­ε­τία του ’30 απο­στρα­τεύ­τη­καν εκα­το­ντά­δες βε­νι­ζε­λι­κοί αξιω­μα­τι­κοί, που οδη­γή­θη­καν στην ανερ­γία και την πε­ρι­θω­ριο­ποί­η­ση, με απο­τέ­λε­σμα κά­ποιοι από αυ­τούς να ρι­ζο­σπα­στι­κο­ποι­η­θούν ιδιαί­τε­ρα. Είναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό το ότι πολ­λοί από αυ­τούς κρά­τη­σαν στις με­τέ­πει­τα αντι­πα­ρα­θέ­σεις μια γραμ­μή στα «αρι­στε­ρά» του ΠΓ, κυ­ρί­ως στα στρα­τιω­τι­κά ζη­τή­μα­τα.

9. Ο Βλα­ντάς ανα­φέ­ρε­ται σε μια ακόμα «επαφή» με την ηγε­σία του ΚΚΣΕ, που αφορά τη γραμ­μή για το δεύ­τε­ρο Αντάρ­τι­κο: «Στα μέσα του Μάρτη του ’46, ο Ν. Ζα­χα­ριά­δης έκανε ένα τα­ξί­δι αστρα­πή στη Μόσχα. Συ­νά­ντη­σε τον Στά­λιν και του έκ­θε­σε όλη την προ­πα­ρα­σκευή για μια αστρα­πιαία πο­λι­τι­κο­στρα­τιω­τι­κή εξέ­γερ­ση. Ο Στά­λιν απόρ­ρι­ψε κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κά την πρό­τα­σή του. Όμως επει­δή ένας μί­ζε­ρος ένο­πλος αγώ­νας στην Ελ­λά­δα θα βοη­θού­σε τη ρω­σι­κή ηγε­σία να δη­μιουρ­γή­σει την εντύ­πω­ση κιν­δύ­νου ενός τρί­του πα­γκο­σμί­ου πο­λέ­μου, που θα της έδινε τη δυ­να­τό­τη­τα της συ­ντρι­βής των αντι­ρω­σι­κών δυ­νά­με­ων στις ανα­το­λι­κο­ευ­ρω­παϊ­κές χώρες, και κυ­ρί­ως στην Πο­λω­νία και την Τσε­χο­σλο­βα­κία, χά­ρα­ξε στον Ζα­χα­ριά­δη μια στρα­τη­γι­κή μί­ζε­ρου και σπο­ρα­δι­κού ανταρ­το­πο­λέ­μου… Από τα χωριά προς τις πό­λεις βαθ­μιαία, με σκοπό ανα­ζή­τη­ση πο­λι­τι­κής λύσης. Ο πο­λύ­πει­ρος Στά­λιν ήξερε ότι με τέ­τοια στρα­τη­γι­κή ήταν σί­γου­ρη η ήττα μας… Μας έπαι­ξε σαν πιόνι στη διε­θνή σκα­κιέ­ρα». Κατά τη γνώμη μου, ο Βλα­ντάς δεν είναι αξιό­πι­στος, ιδίως ως προς τα πο­λι­τι­κά συ­μπε­ρά­σμα­τά του: όσο αδί­στα­κτος και βί­αιος υπήρ­ξε ως δεξί χέρι του Ν. Ζα­χα­ριά­δη, τόσο χο­ντρο­κομ­μέ­νος και αφο­ρι­στι­κός πα­ρου­σιά­ζε­ται, όταν βρέ­θη­κε «εκτός». Παρ’ όλα αυτά κά­ποιες από τις ανα­φο­ρές του σε γε­γο­νό­τα έχουν επι­βε­βαιω­θεί και από άλλες πηγές. Η συ­γκε­κρι­μέ­νη ανα­φο­ρά σχε­τι­κά με τη «γραμ­μή» για το δεύ­τε­ρο Αντάρ­τι­κο «ται­ριά­ζει» με τις εκ­θέ­σεις του ΚΚ Γιου­γκο­σλα­βί­ας και τις μαρ­τυ­ρί­ες άλλων στε­λε­χών, που ήρθαν αρ­γό­τε­ρα στη δη­μο­σιό­τη­τα.

10. Ο Γιώρ­γος Βι­τσώ­ρης (1899-1954) ξε­κί­νη­σε ως Αρ­χειο­μαρ­ξι­στής. Στη σύ­γκρου­ση με­τα­ξύ του Τρό­τσκι και του Δ. Γιω­τό­που­λου, ακο­λού­θη­σε τη γραμ­μή υπέρ της ίδρυ­σης της 4ης Διε­θνούς. Λα­μπρός ηθο­ποιός στο επάγ­γελ­μα, μετά από πα­ρέμ­βα­ση της Κο­το­πού­λη, βρέ­θη­κε από τις φυ­λα­κές του Με­τα­ξά, εξό­ρι­στος στο Πα­ρί­σι. Ανα­δεί­χθη­κε Ορ­γα­νω­τι­κός Γραμ­μα­τέ­ας της 4ης Διε­θνούς.

Στη διάρ­κεια του πο­λέ­μου υπο­στή­ρι­ξε τη συμ­με­το­χή στο κί­νη­μα της Αντί­στα­σης και ανέ­πτυ­ξε ση­μα­ντι­κή ένο­πλη δράση ως δυ­να­μι­τι­στής/σα­μπο­τέρ. Υπήρ­ξε ο σύν­δε­σμος του τρο­τσκι­στι­κού POI (Διε­θνι­στι­κό Ερ­γα­τι­κό Κόμμα) και του «Εθνι­κού Συμ­βου­λί­ου» των αντι­στα­σια­κών ορ­γα­νώ­σε­ων στη Γαλ­λία. Για τη δράση του αυτή τι­μή­θη­κε και πα­ρα­ση­μο­φο­ρή­θη­κε με­τα­πο­λε­μι­κά.

Πέ­θα­νε από καρ­κί­νο το 1954 και τά­φη­κε τι­μη­τι­κά στο νε­κρο­τα­φείο Περ Λεσέζ, όπου βρί­σκε­ται το «μνήμα» των εκτε­λε­σμέ­νων κομ­μου­νά­ρων, δίπλα στον τάφο του Λεόν Σε­ντόφ, του δο­λο­φο­νη­μέ­νου γιου του Τρό­τσκι.

11. Ο «επα­να­στα­τι­κός ντε­φε­τι­σμός» (επα­να­στα­τι­κή ητ­το­πά­θεια) ανα­βαθ­μί­στη­κε στις συ­ζη­τή­σεις στην Ακρο­ναυ­πλία, με­τα­ξύ κυ­ρί­ως των Π. Που­λιό­που­λου και Α. Στίνα, σε «αρχή», σχε­δόν σε ιδε­ο­λο­γι­κό θε­μέ­λιο του επα­να­στα­τι­κού μαρ­ξι­σμού.

Αντί­θε­τα, ο ίδιος ο Τρό­τσκι είναι πολύ πιο προ­σε­κτι­κός, πε­ρι­γρά­φο­ντας την εμπει­ρία των μπολ­σε­βί­κων: «…στο ζή­τη­μα της υπε­ρά­σπι­σης της κα­πι­τα­λι­στι­κής πα­τρί­δας οι επα­να­στά­τες, φυ­σιο­λο­γι­κά, απά­ντη­σαν αρ­νη­τι­κά… Αυτή η ξε­κά­θα­ρη αρ­νη­τι­κή απά­ντη­ση λει­τούρ­γη­σε ως βάση για προ­πα­γάν­δα και για εκ­παί­δευ­ση στε­λε­χών. Αλλά δεν μπο­ρού­σε να κερ­δί­σει τις μάζες, που δεν ήθε­λαν τον ξένο κα­τα­κτη­τή… Οι Μπολ­σε­βί­κοι στο διά­στη­μα των 8 μηνών [σσ: μετά την επα­νά­στα­ση του Φλε­βά­ρη του ’17] κα­τέ­κτη­σαν την πλα­τιά πλειο­ψη­φία των ερ­γα­τών. Αλλά τον απο­φα­σι­στι­κό ρόλο σε αυτή την κα­τά­κτη­ση δεν τον έπαι­ξε το σύν­θη­μα άρ­νη­σης υπε­ρά­σπι­σης της αστι­κής πα­τρί­δας, αλλά το σύν­θη­μα “Όλη η εξου­σία στα σο­βιέτ!”. Και μόνο αυτό! Η κρι­τι­κή στον ιμπε­ρια­λι­σμό και στο μι­λι­τα­ρι­σμό του, η απο­ποί­η­ση της υπε­ρά­σπι­σης της αστι­κής δη­μο­κρα­τί­ας κ.ο.κ. ποτέ δεν θα μπο­ρού­σαν να κερ­δί­σουν τη συ­ντρι­πτι­κή πλειο­ψη­φία του λαού στο πλευ­ρό των Μπολ­σε­βί­κων. Σε όλες τις άλλες εμπό­λε­μες χώρες, με εξαί­ρε­ση τη Ρωσία, η επα­να­στα­τι­κή πτέ­ρυ­γα συ­νέ­χι­σε μέχρι το τέλος του πο­λέ­μου να προ­βάλ­λει μόνο αρ­νη­τι­κά συν­θή­μα­τα…» («Βο­να­παρ­τι­σμός, Φα­σι­σμός και Πό­λε­μος, Κεί­με­να 1939-1940, Pathfinder 1972).

Ο Αμε­ρι­κα­νός επα­να­στά­της μαρ­ξι­στής Χαλ Ντρά­περ, κε­ντρι­κός θε­ω­ρη­τι­κός της αντί­λη­ψης «σο­σια­λι­σμός από τα κάτω», ανέ­πτυ­ξε την άποψη ότι ο «επα­να­στα­τι­κός ντε­φε­τι­σμός» ως θέση αρχής, είναι μια κα­τα­σκευή του Ζι­νό­βιεφ, μετά το 1924 («War and Revolution: Lenin and the Myth of Revolutionary Defeatism», Hal Draper, 1996).

rproject.gr

Τα σχόλια είναι κλειστά.