Αποχαιρετώντας τον Μανώλη Γλέζο

Αποχαιρετώντας τον Μανώλη Γλέζο

  • |

Πέθανε ο Γλέζος. Στα 97 χρόνια του, γεμάτος από την πείρα της ζωής και τον αδιάκοπο αγώνα 8 δεκαετιών.

Πέ­θα­νε μέσα σε συν­θή­κες όπου ο κό­σμος μας δέ­χε­ται τε­ρά­στιες πιέ­σεις και έχει μπει, θέ­λο­ντας και μη, στο δρόμο προς κά­ποιου εί­δους σύγ­χρο­να γου­να­ρά­δι­κα…

Σε αυτήν την ανα­μέ­τρη­ση που ολο­φά­νε­ρα έρ­χε­ται, ο Μα­νώ­λης δεν θα είναι αυτή τη φορά μέσα. Σε όλες τις προη­γού­με­νες ήταν παρών και συ­νή­θως στις μπρο­στι­νές γραμ­μές. Εκεί που η πο­λι­τι­κή ευ­θύ­νη συν­δυά­ζε­ται κά­πο­τε με τον προ­σω­πι­κό κίν­δυ­νο. Αυτό ήταν το μυ­στι­κό που τον κρα­τού­σε νέο, αυτός ήταν ο τρό­πος που είχε βρει για να εμπο­δί­ζει τα γη­ρα­τειά να τον με­τα­τρέ­ψουν σε ανού­σια και βα­ρε­τή πα­ρου­σία.

Αντώνης Νταβανέλος

Σε αυτόν τον μακρύ δρόμο έκανε λάθη. Δεν ήταν λίγα και κά­ποια δεν ήταν και μικρά. Όμως κάθε φορά που το σύ­στη­μα πή­γαι­νε να τυ­λί­ξει γύρω του το κου­κού­λι της εν­σω­μά­τω­σης, ο πάντα νέος ακτι­βι­στής που έκρυ­βε μέσα του ο Γλέ­ζος σή­κω­νε το κε­φά­λι, έβλε­πε τις ευ­και­ρί­ες για δράση στον ορί­ζο­ντα και όρ­μα­γε να κα­τε­βά­σει ξανά τη σβά­στι­κα από την Ακρό­πο­λη.

Ο Μα­νώ­λης δεν υπήρ­ξε ένας απλός ακτι­βι­στής, ένας οποιοσ­δή­πο­τε ρι­ζο­σπά­στης. Η ζωή του, οι ιδέες του, τα χού­για του, κα­θο­ρί­στη­καν από την εμπει­ρία της διεκ­δί­κη­σης του κομ­μου­νι­σμού στον 20ό αιώνα. Η από­πει­ρα του Μη­τσο­τά­κη και της Γ. Αγ­γε­λο­πού­λου να τον οι­κειο­ποι­η­θούν (δια της με­θό­δου της υπο­κλί­σε­ως…) είναι κυ­ριο­λε­κτι­κά γε­λοία.

Ο Γλέ­ζος ήταν ένας από τους τε­λευ­ταί­ους μέχρι πρό­σφα­τα επι­ζώ­ντες μιας γε­νιάς κομ­μου­νι­στι­κών στε­λε­χών, για τους οποί­ους η πα­ρά­δο­ση του Οκτώ­βρη υπήρ­ξε βίωμα και όχι με­τα­φο­ρά. Από τους τε­λευ­ταί­ους μιας γε­νιάς που πέ­ρα­σε τη σχέση της με το «Κ» (όπως κομ­μου­νι­σμός, όπως κί­νη­μα, όπως κόμμα) μέσα από τη με­γά­λη φωτιά της Αντί­στα­σης, μέσα από τη «νι­κη­φό­ρα επα­νά­στα­ση που χά­θη­κε».

Και αυτό σή­μαι­νε ευ­λο­γί­ες, αλλά και κα­τά­ρες. Ο Μα­νώ­λης κρά­τη­σε στα­θε­ρή την «άγκυ­ρα»: συ­νο­μι­λού­σε πράγ­μα­τι μέσα του «με τα παλ­λη­κά­ρια» που εκτε­λέ­στη­καν. Όμως αυτό δεν τον οδη­γού­σε σε πα­θη­τι­κό­τη­τα και οκνη­ρία μπρο­στά στα «εσω­τε­ρι­κά» προ­βλή­μα­τα του κι­νή­μα­τος και της Αρ­στε­ράς. Μπο­ρού­σε να συ­ζη­τή­σει με πάθος για την Ισπα­νία, για τον Που­λιό­που­λο και για τον Στίνα, για τη δια­γρα­φή του Άρη, ενώ θε­ω­ρού­σε υπο­τι­μη­τι­κή προ­σβο­λή την προ­τρο­πή «μην τα σκα­λί­ζεις τώρα όλα αυτά»…

Το 1968 ο Γλέ­ζος ήταν από τους λί­γους που κα­τα­δί­κα­σαν κα­θα­ρά την ει­σβο­λή των Ρώσων στη Τσε­χο­σλο­βα­κία. Απο­χω­ρώ­ντας από την ΚΕ του ΚΚΕ δεν ακο­λού­θη­σε το ρεύμα του ευ­ρω­κομ­μου­νι­σμού, ανα­ζη­τώ­ντας μια πιο ρι­ζι­κή ρήξη με το «διε­θνές κέ­ντρο», μαζί με εκεί­νους κι εκεί­νες που στά­θη­καν στη διά­σπα­ση ως «τρίτη κα­τά­στα­ση» ή (συ­κο­φα­ντή­θη­καν ως) «χάος». Αυτό δεν εμπό­δι­σε πολ­λούς από αυ­τούς να ρι­χτούν στην πε­ρι­πέ­τεια της πρώ­ι­μης αντί­στα­σης ενά­ντια στη δι­κτα­το­ρία, όταν πε­ρισ­σό­τε­ροι (και πιο ορ­γα­νω­μέ­νοι) θε­ω­ρού­σαν ότι «ακόμα δεν έχουν ωρι­μά­σει οι συν­θή­κες…».

Στις δε­κα­ε­τί­ες του ’70 και του ’80, η εδα­ΐ­τι­κη νο­ο­τρο­πία τον άφησε «ανοι­χτό» στα κα­λέ­σμα­τα του Α. Πα­παν­δρέ­ου. Όμως ο Γλέ­ζος ήταν ει­λι­κρι­νής: η νο­ο­τρο­πία του επέ­τρε­πε τη συ­νερ­γα­σία, αλλά όχι την ταύ­τι­ση/έντα­ξη στη σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τία, παρά τα οφί­τσια που του προ­σέ­φε­ραν. Όταν δια­πί­στω­σε το αδιέ­ξο­δο της τα­κτι­κής του, τα βρό­ντη­ξε κι έφυγε για τον Απεί­ραν­θο της Νάξου.

Στο με­τα­ξύ, ο Μα­νώ­λης, ο κατά τον Ντε Γκολ «πρώ­τος παρ­τι­ζά­νος της Ευ­ρώ­πης» είχε πα­ρα­βρε­θεί στην κη­δεία του Μπά­α­ντερ, της Έσλιν, του Ράσπε, των ηγε­τι­κών στε­λε­χών της ακρο­α­ρι­στε­ρής ένο­πλης RAF, που δο­λο­φο­νή­θη­καν από τις υπη­ρε­σί­ες του γερ­μα­νι­κού κρά­τους. Το σκάν­δα­λο ήταν εκ­κω­φα­ντι­κό, αλλά και εν­δει­κτι­κό για την ει­λι­κρι­νή άποψη του Μα­νώ­λη για την Αρι­στε­ρά, το εύρος και τα τμή­μα­τά της.

Ο Μα­νώ­λης επέ­στρε­ψε στην «κε­ντρι­κή πο­λι­τι­κή» με το εγ­χεί­ρη­μα του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ, όπου η συμ­βο­λή του ήταν ση­μα­ντι­κό­τε­ρη απ’ ότι ανα­γνω­ρί­ζουν σή­με­ρα διά­φο­ρα πε­ρι­φε­ρό­με­να κο­στού­μια (το όνομα ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ, η δη­μιουρ­γία μιας νέας λέξης από τα αρ­χι­κά των αμ­φι­λε­γό­με­νων πα­λιών, ήταν μια δικιά του «εφεύ­ρε­ση»). Το 2013 ο Γλέ­ζος ήταν από τους λί­γους που κα­τα­νό­η­σε έγκαι­ρα ότι η επί­θε­ση του Τσί­πρα «στις ορ­γα­νώ­σεις και στις τά­σεις» δεν ήταν μια κά­ποια στρο­φή στην ορι­ζό­ντια δη­μο­κρα­τία, αλλά η απαρ­χή της συ­γκρό­τη­σης ενός αδί­στα­κτου αρ­χη­γο­κε­ντρι­κού μη­χα­νι­σμού. Το Φλε­βά­ρη του 2015, η άμεση δή­λω­ση του Μα­νώ­λη ενά­ντια στη συμ­φω­νία που μόλις είχαν γρά­ψει οι Τσί­πρας-Βα­ρου­φά­κης, ήταν η κα­μπά­να του συ­να­γερ­μού στο εσω­τε­ρι­κό του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ. Το φο­βε­ρό κα­λο­καί­ρι του 2015, ο Μα­νώ­λης δε χρειά­στη­κε κα­νέ­να «σπρώ­ξι­μο» για να γυ­ρί­σει την πλάτη στα τα­ξί­μα­τα, να κα­τα­δι­κά­σει απε­ρί­φρα­στα το μνη­μό­νιο 3 και να πάρει το δρόμο της μειο­ψη­φι­κής, πλέον, υπε­ρά­σπι­σης του ΟΧΙ.

Απ’ όλη αυτή τη δια­δρο­μή, εγώ δεν θα ξε­χά­σω ποτέ μιαν ει­κό­να: τον Μα­νώ­λη στο Σύ­νταγ­μα, τον Μα­νώ­λη κα­τα­πά­νω στη φυ­σού­να του Μα­τα­τζή, τον βε­τε­ρά­νο αγω­νι­στή με το πνευ­μό­νι σα­κα­τε­μέ­νο από την παλιά φυ­μα­τί­ω­ση να μη δι­στά­ζει να παί­ξει τη ζωή κο­ρώ­να-γράμ­μα­τα, πα­λεύ­ο­ντας μαζί με τον κόσμο του, στην πρώτη γραμ­μή.

Το Σε­πτέμ­βρη του ’15 ο Μ. Γλέ­ζος θα είχε πολ­λές δι­καιο­λο­γί­ες για να κά­τσει φρό­νι­μα στη γωνιά του. Δεν το έκανε. Συμ­με­τεί­χε ως επι­κε­φα­λής στο ψη­φο­δέλ­τιο Επι­κρα­τεί­ας της ΛΑΕ, στην προ­σπά­θεια να συ­ντα­χθεί πο­λι­τι­κά και εκλο­γι­κά η αρι­στε­ρή αντίρ­ρη­ση στη μνη­μο­νια­κή στρο­φή του Αλ. Τσί­πρα. Με αυτήν την έν­νοια τα στε­λέ­χη του αστι­κού πο­λι­τι­κού κό­σμου δεν είχαν το μο­νο­πώ­λιο της υπο­κρι­σί­ας στις νε­κρο­λο­γί­ες τους για το Γλέζο.

Χά­σα­με ένα ση­μα­ντι­κό αγω­νι­στή, ένα ση­μα­ντι­κό σύ­ντρο­φο. Η επι­μο­νή του, η ξε­ρο­κε­φα­λιά του, η τόλμη του, τον είχαν ήδη με­τα­τρέ­ψει σε σύμ­βο­λο. Σύμ­βο­λο των αξιών, των ιδεών, των αγώ­νων, που θα χρεια­στού­με όλοι μας για να αντι­με­τω­πί­σου­με τις δο­κι­μα­σί­ες που έρ­χο­νται.