Μονομερής διαγραφή του χρέους: η επόμενη μέρα | του Κώστα Λαμπρόπουλου

Μονομερής διαγραφή του χρέους: η επόμενη μέρα | του Κώστα Λαμπρόπουλου

Η εγχώρια επαναστατική Αριστερά και Δεξιά διακρίνονται αντιστοίχως από τη ρεφορμιστική ή προσκυνημένη Αριστερά και Δεξιά από τη θέση που παίρνουν στο ζήτημα της διαγραφής του δημόσιου χρέους. Οι επαναστάτες όλων των χρωμάτων και των αποχρώσεων πρεσβεύουν τη «μονομερή διαγραφή του δημόσιου χρέους»∙ οι ρεφορμιστές πρεσβεύουν τη «συναινετική με τους δανειστές διευθέτησή του». Ανάμεσα στα δύο άκρα (100% διαγραφή – 0% διαγραφή) μεσολαβούν άπειρες διαβαθμίσεις «μονομέρειας ενεργειών» και «ποσοστών διαγραφής / ελάφρυνσης» του χρέους.

  • του Κώστα Λαμπρόπουλου | ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΙ - ΛΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟΣ | red line 

Θα δεχθώ ότι η άρνηση πληρωμής του δημόσιου χρέους με ή δίχως νομικά δικαιολογητικά, από την κυβέρνηση ενός κράτους αποτελεί έκφραση της εθνικής ανεξαρτησίας του.

Το πρόβλημά είναι τι θα συμβεί μετά.

Συγκεκριμένα, πως θα αντιδράσουν οι δανειστές οι οποίοι εν προκειμένω είναι, επίσης, κρατικές οντότητες;

Δεν μπορούν να διεκδικήσουν με κάθε πρόσφορο τρόπο την πληρωμή των δανεικών τους;

Ο μόνος τρόπος, φυσικά, που τα κράτη – δανειστές έχουν στη διάθεσή τους για να διεκδικήσουν αυτά που τους οφείλει -στα αλήθεια ή στα ψέματα, αυτό είναι εν προκειμένω αδιάφορο- ένα άλλο κράτος είναι η άσκηση βίας εναντίον του…

Οι ένοπλες δυνάμεις των κρατών υπάρχουν για να προστατεύουν, ανάμεσα σε πολλά άλλα, την εθνική επικράτεια από τους καταπατητές και τον εθνικό πλούτο από τους κλέφτες. Επομένως, τα κράτη – δανειστές, όλα ή ορισμένα εξ’ αυτών, θα προσφύγουν στην άσκηση στρατιωτικής βίας, δηλαδή στον πόλεμο, για να υπερασπίσουν τους φορολογούμενους πολίτες τους από τη ζημιά που τους προκαλεί η άρνηση πληρωμής εκ μέρους του κράτους – (κατ’ αυτούς) οφειλέτη.

Η Ελλάδα έχει υποστεί στο παρελθόν παρόμοιες συμπεριφορές εκ μέρους των κρατών που θεώρησαν ότι θίγονται τα ίδια συμφέροντά τους ή εκείνα των πολιτών τους. Οι δε ΗΠΑ ακολουθούν πολιτική προληπτικής υπεράσπισης των συμφερόντων τους (βλπ. Απριλιανή δικτατορία ως προς τον πόλεμο των 7 ημερών στη Μέση Ανατολή).

Το εάν η μονομερής διαγραφή του χρέους εκ μέρους της Ελλάδας θα επιφέρει μετά την αστραπιαία εκδίωξή της από την Ευρωπαϊκή Ένωση και την ευρωζώνη και την στρατιωτική επέμβαση των κρατών – δανειστών, αυτό είναι ένα πολύ περίπλοκο και δύσκολο ερώτημα που το παρόν κείμενο δεν σκοπεύει κ’ αν να αποπειραθεί να απαντήσει. Απλώς, το θέτει στο πλαίσιο αποτίμησης του κόστους που ενέχει η πολιτική πρόταση της «μονομερούς διαγραφής του χρέους».

Μπορεί, ωστόσο, να επισημανθεί ότι οι δεξιές και ακροδεξιές / εθνικιστικές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις θα είναι περισσότερο επιρρεπείς στην προσφυγή σε στρατιωτική βία χάριν της υπεράσπισης του εθνικού συμφέροντος αλλά και ανάταξης του πληγέντος εθνικού γοήτρου.

Μπορεί, επίσης, να επισημανθεί ότι εάν ο ιμπεριαλισμός, εν προκειμένω ο ευρωπαϊκός, αφήνει τον πάσα ένα να τον φεσώνει ατιμώρητα με δισεκατομμύρια ευρώ, τότε το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό  σύστημα που ο ιμπεριαλισμό έχει στήσει με τόσο αίμα θα καταρρεύσει την επόμενη μέρα αποδοχής εκ μέρους του του ελληνικού τετελεσμένουγεγονότος.

Αυτό, βεβαίως, έχουν στο πίσω μέρος του μυαλού τους και ορισμένοι εκ των επαναστατών της Αριστεράς που επιδιώκουν την αλυσιδωτή πρόκληση παγκόσμιας επανάστασης μέσω της άρνησης πληρωμής του δημόσιου χρέους της Ελλάδας. Μπορεί να έχουν δίκιο, μπορεί και όχι.

Ό,τι όμως και να ισχύει το πρώτο συμπέρασμα που προκύπτει είναι ότι η «μονομερής διαγραφή του δημόσιου χρέους» δεν είναι εξ ορισμού μια ανέξοδη πράξη αλλά μία απόφαση που έχει μεγάλο κόστος και -τελικά- μπορεί να προκαλέσει πόλεμο και, μετά την ήττα σ’ αυτόν -ενδεχομένως- τη (λενινιστική) επανάσταση που ορισμένοι (ανιστόρητοι) ονειρεύονται.

Το δεύτερο και πολιτικό συμπέρασμα που προκύπτει είναι ότι οι υπέρμαχοι της «μονομερούς διαγραφής του χρέους» πρέπει να μας εξηγήσουν διεξοδικά, όχι μόνο τα οφέλη∙ αυτό το έχουν λίγο-πολύ κάνει, αλλά και όλα τα κόστη, βέβαια και πιθανά, που εμπεριέχονται στην υλοποίηση της πρότασής τους. Αυτό επιτάσσει η δημοκρατική διαφάνεια (που μέχρι σήμερα δεν έχουν σεβαστεί ούτε κατ’ ελάχιστο).