Η σύγκρουση κράτους – τραπεζών: καπιταλισμός, σοσιαλισμός και δημοκρατία / του Κώστα Λαμπρόπουλου

Η σύγκρουση κράτους – τραπεζών: καπιταλισμός, σοσιαλισμός και δημοκρατία / του Κώστα Λαμπρόπουλου

  • |

Έχει επισημανθεί ότι ο Marx συνδέει ορθά το σχηματισμό του τραπεζικού συστήματος με τον κρατικό δανεισμό και τη χρηματοδότηση των διεθνών κοινών επιχειρηματικών εγχειρημάτων. Ορίζει ορθά την Κεντρική Τράπεζα ως μια σύμπραξη, έναν συνεταιρισμό, μια μετοχική εταιρία των δανειστών του κράτους. Έχει επίσης υποδειχθεί ότι το αστικό κοινοβούλιο ήταν το διευθύνον σώμα των δανειστριών τραπεζών. Επομένως, το κοινοβούλιο υποστασιοποιεί ταυτόχρονα την χρηματοπιστωτική ισχύ και την πολιτική βούληση της καπιταλιστικής τάξης. Και τα δύο πρώτα χρησιμοποιήθηκαν εναντίον του αυταρχικού κράτους και κατόπιν, μετά την πολιτική καταστροφή ή μετασχηματισμό του, για την διαχείριση του δημοκρατικού κράτους που το διαδέχτηκε.

γράφει ο Κώστας Λαμπρόπουλος

 

Κατ’ αντιστοιχία, τον καιρό του περιορισμένου πολιτικού δικαιώματος των πληθυσμών, δηλαδή την εποχή του σχηματισμού ή της κοινωνικοποίησης του καπιταλισμού, είναι οι δανειστές του κράτους εκείνοι που πρακτικά κυβερνούν το δικό τους δημοκρατικό κράτος. Στην εποχή της εκβιομηχάνισης, στους εταίρους προστίθενται και οι βιομήχανοι όχι, όμως, τόσο ως δανειστές αλλά ως εργολάβοι και προμηθευτές του κράτους.

 

Η βαθμιαία επέκταση του γενικού πολιτικού δικαιώματος, μια ταξικά βίαιη ιστορική διαδικασία πολιτικής κοινωνικοποίησης, μετατρέπει το «λαό» σε «πολίτες» και –αντιστοίχως, το δημοκρατικό ταξικό κράτος της καπιταλιστικής τάξης σε κοινωνικό κράτος των πολιτών. Το κοινοβούλιο μετατρέπεται σε πολιτική αρένα στην οποία τα ταξικά συμφέροντα εκφράζονται, συγκρούονται και διαπραγματεύονται στο φαντασιωτικό ενοποιητικό πλαίσιο του έθνους.

 

Ο καπιταλιστικός ταξικός χαρακτήρας του πολιτικού κράτους δεν οφείλεται αναλυτικά στο γεγονός ότι η καπιταλιστική τάξη ελέγχει με κάποιον τρόπο τα μέλη του κοινοβουλίου, αυτό συμβαίνει στις περισσότερες περιπτώσεις, αλλά –τελικά- στο γεγονός ότι αυτό το κράτος χρησιμοποιεί το λογισμό της αξίας για να λειτουργεί αποτελεσματικά.

 

Η Κεντρική Τράπεζα επιβλέπει την ορθή εφαρμογή του οικονομικού λογισμού της αξίας εκ μέρους του πολιτικού κράτους και παρεμβαίνει –με τον τρόπο που κάθε φορά θεωρεί δόκιμο- όταν και όπου διαπιστώνει ότι η πολιτική εξουσία παραβιάζει τις αρχές του οικονομικού λογισμού της αξίας. Για να το κάνει αυτό, η Κεντρική Τράπεζα οφείλει –προφανώς- να είναι ανεξάρτητη από την πολιτική κοινωνία και το κοινοβούλιο που αυτή εκλέγει για να διοικήσει το κράτος, δηλαδή -κατ’ αντιδιαστολή- να είναι το ταξικό όργανο του κοινωνικού κεφαλαίου που παράγεται μέσα, επίσης, από την ίδια τη δικιά της λειτουργία ως συμπαραγωγού πιστωτικού χρήματος. Τελικά, πρόκειται για την κοινωνική αναπαραγωγή της ίδιας της καπιταλιστικής τάξης ως κοινωνικής τάξης, δηλαδή της τάξης που ελέγχει και διαχειρίζεται το κοινωνικό κεφάλαιο που παράγεται στην οικονομία χρέους.

 

Έχει επισημανθεί ευθύς εξ’ αρχής ότι μια οικονομία αξίας οδηγεί δυναμικά σε μια οικονομία χρέους. Συνεπώς, το πολιτικό κοινωνικό κράτος τείνει να είναι χρεωμένο. Ο κεϋνσιανισμός, ο εκβιομηχανισμός και ο ρεφορμισμός παρέχουν συνδυασμένα το πολύ-επίπεδο σκεπτικό για τη χρέωση αυτή.

 

Όταν το ταξικό αναδιανεμητικό σύστημα (από τους καπιταλιστές στους εργάτες, ηλικιωμένους, φτωχούς, κ.α.) του φόρου εισοδήματος και των δημόσιων δαπανών φθάσει στα όρια της διατηρησιμότητάς του, το κενό που παράγεται στις εισοδηματικές μεταβιβάσεις προς τους φτωχούς ή τους λιγότερου πλούσιους γεμίζεται απλώς με δανεισμό του κεφαλαίου που απαιτείται από τους ιδιοκτήτες αυτού του κεφαλαίου, δηλαδή τους καπιταλιστές. Παραπέρα, οι βιομήχανοι πιέζουν για δημόσια έργα και κρατικές προμήθειες. Τελικά, τα συνδικάτα υποστηρίζουν –καταμετρώντας την απασχόληση που θα δημιουργηθεί- τόσο τα αιτήματα για ένα κράτος κοινωνικής μέριμνας όσο και τα αιτήματα για γρηγορότερη ανάπτυξη.

 

Ένα μη χρεωμένο κράτος μπορεί να υπάρξει μόνο πάνω στη βάση ενός πλεονασματικού κρατικού προϋπολογισμού. Ένας πλεονασματικός προϋπολογισμός, δηλαδή κρατική αποταμίευση, έχει νόημα μόνο εάν το χρήμα που χρησιμοποιείται είναι αξίας, δηλαδή είναι χρυσό ή ασημένιο˙ διαφορετικά είναι άνευ νοήματος.

 

Ένα δημοκρατικό πολιτικό κράτος στο πλαίσιο μιας χαρτονομισματικής οικονομίας, όπως είναι η οικονομία που σχηματίστηκε μετά την κατάργηση της χρυσής μετατρεψιμότητας του χαρτονομίσματος το 1971, δεν έχει κανένα λόγο να αποταμιεύει φόρους πάνω από τις δαπάνες. Αντίθετα, δέχεται μια συνεχή πίεση ψήφων να είναι ελλειμματικό (κεϋνσιανισμός), αναπτυξιακό (βιομήχανοι) και αναδιανεμητικό (ρεφορμισμός). Η καλύτερη των περιπτώσεων είναι να έχουμε ισοζυγισμένους λογαριασμούς εσόδων και δαπανών (μονεταρισμός). Συνεπώς, έχουμε το σχηματισμό μιας οικονομικής δομής όπου το κράτος υπερ-δαπανά, δηλαδή δανείζεται, και ο ιδιωτικός μη κρατικός τομέας υπο-δαπανά, δηλαδή αποταμιεύει.

 

Το χρέος και η πολιτική δημοκρατία, αναμφίβολα, διασυνδέονται υπό ένα θετικό κλειστό βρόγχο. Το χρέος και η δικτατορία εξίσου διασυνδέονται υπό ένα θετικό κλειστό βρόγχο. Στην περίπτωση της δικτατορίας, ο δανεισμός προέρχεται από τη λεηλασία του Δημόσιου Ταμείου και όχι από την επωφελή ικανοποίηση πραγματικών ή υποτιθέμενων κοινωνικών αναγκών. Οι προθέσεις και το σκεπτικό τους είναι διαφορετικές αλλά το τελικό αποτέλεσμα είναι το ίδιο: μαζικός δανεισμός.

 

Εάν το χαρτονόμισμα δεν είναι κρατική ιδιοκτησία, όπως συμβαίνει στην περίπτωση του Ευρώ και της Λίρας Στερλίνας, τότε το κράτος υποχρεώνεται να χρηματοδοτήσει την υπερ-δαπάνη του από την αποταμίευση του ιδιωτικού μη κρατικού τομέα.

 

Εάν το χαρτονόμισμα είναι κρατική ιδιοκτησία, όπως συνέβαινε στην περίπτωση των κρατικών εργατικών γραφειοκρατιών αλλά όπως, επίσης, συμβαίνει στην περίπτωση του δολαρίου των ΗΠΑ, τότε το κράτος αυτοχρηματοδοτείται από την έκδοση νέου χρήματος, δηλαδή διαμέσου του πληθωρισμού.

 

Στην πρώτη περίπτωση και μακροπρόθεσμα αυτό σημαίνει ότι το κράτος αποσυσσωρεύει ενώ η κοινωνία υπερσυσσωρεύει. Νωρίτερα ή αργότερα το κράτος θα βρεθεί κάτω από την αυστηρή λαβή της χρηματοπιστωτικής ισχύος της (παγκόσμιας) κοινωνίας. Πρακτικά, αυτό σημαίνει ότι το κράτος υποτάσσεται στους δανειστές του, δηλαδή τους αποταμιευτές, δηλαδή στον ιδιωτικό μη κρατικό τομέα.

 

Στη δεύτερη περίπτωση και μακροπρόθεσμα ο κρατικά παραγόμενος πληθωρισμός αποδιαρθρώνει τον οικονομικό λογισμό και, έτσι, την αναπαραγωγική διαδικασία. Οι κρατικές εργατικές γραφειοκρατίες υποκατέστησαν τον πληθωρισμό με την έλλειψη αγαθών και υπηρεσιών.

 

Ωστόσο, το κρατικό χρέος από τη στιγμή που συναφθεί ενεργοποιεί μια ταξικά αντίστροφη αναδιανεμητική λειτουργία από εκείνη που παρήγαγε η δαπάνη του: ο τόκος που καταβάλλεται στους δανειστές προέρχεται από την άμεση και έμμεση φορολογία όλων των πολιτών ή –εναλλακτικά- από τον πληθωρισμό στις αγορές που έχει παρόμοιο περιεχόμενο αλλά αποτελέσματα κατά πολύ περισσότερα καταστροφικά. Συνεπώς, το κοινωνικό κράτος μεταλλάσσεται βαθμιαία στο πέρασμα του χρόνου όχι σε ένα καπιταλιστικό κράτος αλλά σε ένα κοινωνικό κράτος στην υπηρεσία της καπιταλιστικής συσσώρευσης, ένα κοινωνικό κράτος προσαρτημένο από τους καπιταλιστές.

 

Και στους δυο τύπους χρήματος και πολιτικού συστήματος, το μακροπρόθεσμό έχει ήδη γίνει παρελθόν για τις κρατικές εργατικές γραφειοκρατίες και παρόν για όλες τις άλλες περιπτώσεις. Αντιστοίχως, τα υπερχρεωμένα κράτη (Ισλανδία, Ιρλανδία, Ελλάδα, Πορτογαλία, Ηνωμένο Βασίλειο, ΗΠΑ, Ιαπωνία, κ.α.) έχουν μια μόνο ρεαλιστική επιλογή: να γίνουν μονεταριστικά, να πουλήσουν στον ιδιωτικό τομέα κάθε περιουσιακό στοιχείο κεφαλαίου με αξία που έχουν συσσωρεύσει και να περικόψουν μέχρι το κόκαλο τις δαπάνες τους (ιδιαίτερα στις κοινωνικές υπηρεσίες και την κοινωνική υποστήριξη). Αντιστοίχως, το πολιτικό κοινωνικό κράτος μετατρέπεται –διαμέσου της αποχής στις εκλογές- από αντιπροσωπευτικό σε ένα βοναπαρτισμό των δανειστών. Και εδώ βρισκόμαστε σήμερα.

 

Η αποκαλούμενη «οικονομία χρέους» ή «οικονομία δανεισμού» που αναδύθηκε από την πλήρη κατάργηση της χρυσής μετατρεψιμότητας του χαρτονομίσματος το 1971 δεν έχει ακόμα και τώρα, την εποχή της κρίσης, ληφθεί σοβαρά υπόψη από την καθεστηκυία οικονομική θεωρία και τους διάσημους και βραβευμένους θεωρητικούς της παρά το γεγονός ότι η κεϋνσιανή αποταμίευση από αξιοπρεπής προϋπόθεση της επένδυσης μετασχηματίστηκε, τείνοντας στο μηδέν, σε ασήμαντο και χυδαίο παρεπόμενο αποτέλεσμά της. Στη νέα δομή του καπιταλιστικού οικονομικού συστήματος η καθαρή επένδυση ταυτίζεται λειτουργικά με την αύξηση της προσφοράς χρήματος. Τεχνικά, ο μηδενισμός της ροπής προς αποταμίευση ωθεί τον πολλαπλασιαστή των επενδύσεων στο άπειρο. Αυτό σημαίνει ότι οι πιστώσεις δεν έχουν όριο και, επομένως, η ροπή προς τη χρεοκοπία δανειστών και δανειζομένων από τυχαία και συμπτωματική γίνεται οργανική. Τελικά, ο ύστατος εξωγενής ρυθμιστής που απομένει στο σύστημα είναι η αποταμίευση των «αποταμιεύσεων», δηλαδή τα ρευστά διαθέσιμα που οι εμπορικές τράπεζες υποχρεούνται να διακρατούν στην Κεντρική Τράπεζα κατά το ποσοστό επί των καταθέσεών τους που αυτή ή ίδια ορίζει μονομερώς.

 

Ο μονεταρισμός από συντηρητικός (η σταθερότητα τιμών του Freedman) γίνεται κερδοσκοπικός (στιγμιαία μεγιστοποίηση του κέρδους στις παγκόσμιες χρηματιστηριακές αγορές). Οι μεσήλικες τραπεζίτες αντικαθίστανται από τα golden boys τους στη διαχείριση του καπιταλισμού. Οι τελευταίοι απ’ αυτούς, οχυρωμένοι στα ΔΣ των Κεντρικών Τραπεζών, προσπαθούν να ρυθμίσουν την προσφορά χρήματος, δηλαδή να διασώσουν το χρηματοπιστωτικό σύστημα από τη χρεοκοπία, μέσω της ρύθμισης του συντελεστή της πιστωτικής αποταμίευσης και της έκδοσης νέου χαρτονομίσματος!

 

Οι εμπορικές τράπεζες δεν είναι, ωστόσο, άλλο πια οι μοναδικοί φορείς συγκέντρωσης των αποταμιεύσεων. Είναι, επίσης, και οι μη τραπεζικές χρηματοπιστωτικές εταιρίες καθώς και τα ασφαλιστικά και συνταξιοδοτικά ταμεία των μισθωτών. Κατά συνέπεια, η κεντρική ρύθμιση είναι μόνο μερική και -στο μέτρο που η Κεντρικές Τράπεζες διασυνδέονται με το κράτος- αποσπασματική. Ο καπιταλισμός έχει καταστεί σε παγκόσμια κλίμακα διαχειριστικά ανεξέλεγκτος και ταξικά διαβλητός. Είναι, λοιπόν, απροστάτευτος.

 

Τα οικονομικά ανισορροπίας που απορρέουν έκαναν τους περισσότερους επαγγελματίες οικονομολόγους να νοιώθουν άβολα εάν όχι ναυτία. Στα μυαλά των περισσότερων η απομάκρυνση από την «ισορροπία» σήμαινε –πρακτικά- την επιστροφή, αργά ή γρήγορα, στο 1929. Οι λίγες πρωτοπόρες προσπάθειες [Levy-Garboua – Weymuller 1981, Levy-Garboua – Maarek 1985, κ.α.] πέρασαν σχεδόν εντελώς απαρατήρητες από την ακαδημαϊκή κοινότητα. Το ίδιο συνέβη και με τις σχετικές μακρο-οικονομετρικές εφαρμογές. Η τιμή που πληρώθηκε για το συνδυασμό της θεωρητικής της ανεπάρκειάς να κατανοήσει το νέο στάδιο του καπιταλισμού και του ιδεολογικού ταξικού δογματισμού της υπήρξε δραματική. Τα μακροοικονομικά υποδείγματα ισορροπίας που χρησιμοποιούνται από τους διεθνείς οργανισμούς (ΔΝΤ, ΟΟΣΑ, κ.α.) καθώς και από τις κυβερνήσεις δεν ήταν σε θέση να αναγνωρίσουν εγκαίρως την επερχόμενη κρίση του 2008. Την αναγνώρισαν αφού είχε ήδη επέλθει. Αλλά και τότε δεν συνέλαβαν τη χρονική διάρκειά της, δηλαδή το βάθος και την έκτασή της. Εκτίμησαν ότι θα διαρκούσε ένα, το πολύ, δύο τρίμηνα και μετά back in business as usual. Κατ’ επέκταση, αυτά τα ίδια τα υποδείγματα είναι συμμετρικά ανίκανα να προβλέψουν την έξοδο από την κρίση. Ωστόσο, στο κάτω-κάτω της γραφής, η «κρίση» είναι η λειτουργική αποκάλυψη των συσσωρευμένων ανισορροπιών και η ροπή εξόδου απ’ αυτή είναι εξίσου (δυναμικά) ανισόρροπη.

 

Από το 2008 που άρχισε η κρίση, ο παγκόσμιος καπιταλισμός δεν «ρυθμίζεται» άλλο πια από το κράτος και ούτε μπορεί να «ρυθμιστεί» από το κράτος. Αντίθετα, είναι το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα, προλεταριοποιημένο σ’ ένα σημαίνοντα βαθμό, που «ρυθμίζει» τα κράτη και όχι αντιστρόφως [Roche 2010]. Ακόμα παραπέρα, αυτή η ρύθμιση των δανειστών καταστρέφει, κομμάτι προς κομμάτι, το αντιπροσωπευτικό πολιτικό σύστημα˙ καταστρέφει, τέλος, την ίδια την έννοια της αστικής πολιτικής αντιπροσώπευσης και –έτσι- ανοίγει πολιτικά την πόρτα στο σοσιαλισμό.

 

Σε ποιο, όμως, σοσιαλισμό;

 

Σημειώσεις

 

1. Αναδημοσίευση του 47ου κεφαλαίου του βιβλίου του Λαμπρόπουλου Κ., Αναδιατυπώνοντας το σοσιαλισμό, εκδόσεις Οδυσσέας, Αθήνα, 2013.

2. Π.χ. Lacoue-Labarthe 1980: 380-427.

 

Αναφορές

 

Lacoue-Labarthe [1980] D., Analyse monétaire, Dynod, Paris.

Levy-Garboua, V. – Weymuller, B., [1981] Macroéconomie contemporaine, 2nd édition, Economica, Paris.

Levy-Garboua, V. – Maarek, G., [1985] La dette, le boom, la crise, Atlas / Economica, Paris.

Σχόλια (0)

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί.