Η οικοδέσποινα και ο πρωτάνθρωπος

Η οικοδέσποινα και ο πρωτάνθρωπος

Εν αρχή ην… Δεν θυμάμαι ποιος το ξεκίνησε, αλλά μας «έφαγε» όλη τη βραδιά. Ο κάθε αθεόφοβος που συμμετείχε έλεγε το μακρύ του και το κοντό του. Ο λόγος, κορδωνόταν ο ένας· ποιος λόγος, η μουσική, έλεγε ο άλλος· α, μπα, ο χορός, αποφαινόταν ο τρίτος. Ακολούθησαν: ο έρωτας [η αφή], ο φόβος, το πνεύμα, το παιγνίδι… Ο,τι θυμόταν ο καθένας χαιρόταν [να το εκστομίζει, όχι με ιδιαίτερη επιμονή είναι αλήθεια].

Γιώργος Σταματόπουλος

Είχαμε πάει να ευχηθούμε χρόνια πολλά σε φίλο που συμπλήρωνε αρκετές δεκαετίες και αντ’ αυτού τα κάναμε μαντάρα· πέσαμε σε κάτι γλωσσολογικά και δεν μπορούσαμε να βγάλουμε άκρη –εδώ που τα λέμε δεν ενδιαφερόμασταν και πολύ να βρούμε κάποια άκρη. Το στόμα όλων ροδάνι εντούτοις. Πούθε έβγαινε τόση ενέργεια κανείς δεν μπορούσε να καταλάβει. Εν αρχή ην ο οίνος, είπε ο νεότερος και παραλίγο να μας αποστομώσει, μια και οι πλείστοι ήμασταν ήδη οινοβαρείς –και αυτό ακούστηκε όμορφα ταιριαστό στην κατάστασή μας.

Εκανε και αφόρητη ζέστη, μας επιτέθηκαν και μερικά κουνούπια-βρικόλακες, κοντέψαμε να σκάσουμε. Απτόητοι όμως, στην ξεροκεφαλιά του ο καθένας, παρ’ όλη την ομορφιά του Κορινθιακού. Το εκνευριστικό είναι ότι την επόμενη ημέρα κάποιος από την παρέα θυμάται τα πάντα, όχι σαν εμάς που δεν θυμόμαστε [ευτυχώς] τίποτε. Σου σπάει πραγματικά τα νεύρα να σου υπενθυμίζουν τις άρες μάρες κουκουνάρες που λες εν ευθυμία και να μην μπορείς να υπερασπίσεις τους λήρους της ευφροσύνης (πώς, αφού δεν θυμάσαι; Οπότε και ο έχων μνήμη ελέφαντα μπορεί να πλάσει ιστορίες και φράσεις που ποτέ δεν είπες, αλλά τι να κάνεις; Ας τον φυσάνε μερικοί όταν τον πίνουν [τον οίνο]).

Συνέβη το εξής εντυπωσιακό. Η οικοδέσποινα, η κυρία Αγγέλω, μιας κάποιας καλής ηλικίας [ογδόντα πέντε ετών και πάει για πολλά άλλα], όλη νύχτα ήταν μαζί μας και μας άκουγε με προσοχή, χωρίς να συμμετέχει στις στιχοπλόκες ρητορείες. Την επόμενη μέρα ξύπνησε πρώτη απ’ όλους και κάθισε στη βεράντα να πιει το καφεδάκι της.

Μας έλεγε η κόρη της, που ξύπνησε αμέσως μετά, ότι την άκουσε να λέει διάφορα ακαταλαβίστικα –ξεχώριζε κάποια περίεργα ονόματα, όπως Σωσσύρ, Τσόμσκι, Πλάτων, κάποιες αναφορές στον πρωτάνθρωπο και στη γλώσσα, αλλά δεν καταλάβαινε τι ακριβώς εννοούσε, κοίταγε και με πονηρό βλέμμα ένα μικρό οινικό υπόλειμμα. Δεν θυμάμαι τη συνέχεια, γιατί έπρεπε και να φύγουμε.

Να ξανάρθετε, μας είπαν οι ευγενέστατοι και φιλόξενοι οικοδεσπότες, αλλά να μην είστε τόσο φλύαροι. Να άνοιγε η γη να μας καταπιεί. Πέσαμε στα κύματα του Κορινθιακού και εξαγνιστήκαμε κάπως –μας πήρε ο ύπνος στα βότσαλα αλλά ούτε που πήραμε χαμπάρι τι καιρό είχε. Καλά καλά δεν ευχηθήκαμε στον φίλο μας. Αντε, από εδώ: να είναι πολύχρονος και καλόχρονος και να μας υπομένει.

.efsyn.gr