Ευχές

Ευχές

Οι αρχαίοι Έλληνες (το προγονικό) όταν κάποιος ήταν ιδιαιτέρως όμορφος, πολύ έξυπνος, διακεκριμένος, επιφανής, λαοφιλής, δημοσίως, όταν περνούσε, τον έβριζαν – βρισιές χαϊδαρικές, αποτροπαϊκές της ζήλιας ή του φθόνου των θεών, κάτι σχετικό με αυτό που λέμε σήμερα «φτου σου μη σε βασκάνω!» ή που έλεγαν μανάδες, θειάδες και γιαγιάδες παλαιότερα «αχρόνιαγο» και «αφαλοκομμένο» γεμάτες τρυφερότητα για τους βλαστούς τους, ή (το αντίθετο) «νυφούλα μου» και «νεράιδά μου» για τα κορίτσια τους (όπου η τύχη τους δεν είχε την πολυτέλεια των αποτροπαϊκών ευχών, αλλά χρειαζόταν τα λόγια της κατ’ ευθείαν ευχής, της έκκλησης, της επίκλησης και της παράκλησης) σε εποχές που οι άνθρωποι (οι άντρες) γεννούσαν ακόμη παιδιά και… κορίτσια.

Στάθης

Σήμερα οι ευχές δεν έχουν κάτι το αποτρεπτικό (το αποτροπαϊκό), έχουν όμως κάτι το αποτρόπαιο όταν προέρχονται από δημαγωγούς, τυράννους, καταπιεστές, πληβείους – τσόγλανους που λάδωσε το αντεράκι τους, σούργελα και μαριονέτες. Τι να σου ευχηθεί δηλαδή η κυρία Μέρκελ (βλέπε Τσίπρας, διάβαζε Κούλης); Τι να ευχηθεί ο Βαραββάς στον Ιησού και ο Μακρόν στους Γάλλους;

Βεβαίως, πολλοί πιστεύουν (ανάμεσά τους και η ταπεινότης μου) ότι μέσα στα καθάρματα – ακόμα και τα πιο στυγερά – ανασαίνει μια φλογίτσα ανθρωπιάς. Αυτό όμως δεν κάνει τις τυχόν ευχές τους λιγότερο βδελυρές, υποκριτικές και γελοίες. Πλην όμως αυτά είναι θέματα της Ιστορίας και των τεχνών, της φιλοσοφίας και των θρησκειών, για μας τους απλούς θνητούς, τις μάζες, οι ευχές έχουν μιαν έστω προσωρινή ειλικρίνεια, αναλόγως της ηθικής μας, της ιδεολογίας μας και του κώδικα αρχών μας. Είναι μια ζεστή στιγμή ανάμεσά μας όσον κι αν μοιάζει με μια στιγμούλα απ’ τη φλόγα ενός κεριού μέσα σε μια θύελλα που μαίνεται και μανιάζει όλο και πιο πολύ.

Είναι οι ευχές, οι προσδοκίες της ελπίδας και οι ευλογίες της αγάπης, εν μέσω της συλλαλληλίας των προσώπων, όσον κι αν όλοι ξέρουμε πως τα φυλαχτά μας είναι αδύναμα και τα ξόρκια μας θώρακες από φθηνά κινέζικα τσίτια.

Κι όμως! για μας γυρίζει η Γη! Κι έχει συμβεί όχι λίγες φορές οι ευχές να έχουν γίνει πολιτική. Για αυτό βαδίζουμε ακόμα όρθιοι, για αυτό μας δίνουν ακόμα τα πετρώματα αλάτι. Δεν θα σας ευχηθώ για τη νέα χρονιά – έρχεται κι αυτή ήδη αλυσοδεμένη από τα έργα των αλητήριων και αληταράδων.

Για λίγα χρόνια τώρα τελευταία νόμιζα (επιτρέψτε μου το πρώτο ενικό) ότι «αρκεί να ζει κανείς σαν να μπορεί να αλλάξει τον κόσμο, ακόμα κι αν ο κόσμος δεν αλλάζει». Δεν αρκεί. Εκτός από αριστοκρατικό κάτι τέτοιο είναι ατελέσφορο. Μια προσωπική παραμυθία. Δεν αρκεί. Το ψωμί είναι που μετράει, το /sioualtec.blogspot.com