Ο μακρύς Ιταλικός Μάης του ’68

Ο μακρύς Ιταλικός Μάης του ’68

  • |
Στην Ιταλία, σε αντίθεση με τη Γαλλία, οι κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες που γέννησαν τον ιταλικό Μάη ήταν πολύ πιο βαθιές.

Ένας από τους συνηθισμένους κοινούς τόπους των συγκρίσεων σχετικά με τα όσα συνέβησαν το annus mirabilis του 1968 σε παγκόσμιο επίπεδο αναφέρεται στην ιταλική εμπειρία με τη διαπίστωση ότι ο Ιταλικός Μάης βάστηξε 10 χρόνια, ξεκινώντας σχεδόν με τα γεγονότα της Γαλλίας και καταλήγοντας στην τραγωδία της δολοφονίας του Άλντο Μόρο, ακριβώς μία δεκαετία αργότερα. Η διαπίστωση αυτή είναι ορθή, αλλά ταυτόχρονα, και δεν είναι.

Και αυτό γιατί η «ιταλική περιπέτεια», ήδη από το 1967 βρισκόταν «με το όπλο παρά πόδα» πολύν καιρό πριν από το γαλλικό σπινθηροβόλημα, αλλά και η έντασή της συντηρήθηκε και διήρκεσε πολύ περισσότερο, ώστε μετά την επίθεση που δέχθηκε το κίνημα τον Δεκέμβριο του 1969 στην Πλατεία Φοντάνα του Μιλάνου, να μετεξελιχθεί σ’ έναν ανοικτό πόλεμο με τις καταπιεστικές και φασιστικές  δυνάμεις της κρατικής ηγεμονίας. Ένας πόλεμος «αμυντικός» στην αρχή, αλλά με την εμφάνιση των Ερυθρών Ταξιαρχιών, και τη θρυαλλίδα της γενιάς του ’77 που μεσολάβησε, εξελίχθηκε σε μία ανοικτή επίθεση κατά των θεσμών της αστικής ηγεμονίας.

Μολαταύτα, στην Ιταλία οι κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες που γέννησαν τον Ιταλικό Μάη ήταν πολύ πιο βαθιές. Τόσο το φοιτητικό κίνημα, όσο και ο εργατικός συνδικαλισμός, βίωναν ήδη την κρίση που είχε αρχίσει να πλήττει το εντελώς ανορθολογικό μοντέλο της ανάπτυξης του ιταλικού οικονομικού μοντέλου, τις αλληλοδιάδοχες και καταρρέουσες κυβερνήσεις, την αναβολή των κοινωνικο-οικονομικών μεταρρυθμίσεων, την καταστολή σε κάθε κοινωνικό επίπεδο. Οι Ιταλοί φοιτητές, στην πλειονότητά τους γόνοι των πληβείων της εσωτερικής μετανάστευσης, που επάνδρωσαν τα μεγάλα εργοστάσια του Βορρά, και στοιβάζονταν στις εργατικές συνοικίες του Μιλάνου, ή του Τορίνου και στις παραγκουπόλεις της Ρώμης, έβλεπαν στο Πανεπιστήμιο την αντανάκλαση της κοινωνικής καταπίεσης, των αποκλεισμών («πολλοί έμπαιναν στο πανεπιστήμιο, λίγοι αποφοιτούσαν» και από εκείνους, όσοι δεν είχαν στρωμένη δουλειά, «θα κατέληγαν στην εκ περιτρωπής, ή περιστασιακή εργασία», όπως κατήγγειλαν τα Μανιφέστα τους), αυτοί οι «φοιτητές-εργάτες», είχαν κινητοποιηθεί νωρίτερα από τους Γάλλους και τα αιτήματά τους.

Στη Γαλλία, η έκρηξη του Μάη υπήρξε η αυθόρμητη (κατά τα πρότυπα του σποντανεϊσμού της Ρόζας Λούξεμπουργκ) έκβαση μίας δυσαρέσκειας προς ένα παραδοσιακό σύστημα αξιών κι ενός συγκεκριμένου κι ανεπτυγμένου μοντέλου παραγωγής και των κοινωνικών αξιώσεων μίας νεολαίας που είχε γαλουχηθεί στη μεσημβρία των τριάντα «ένδοξων χρόνων» της  οικονομικής ανάπτυξης, ήταν εμποτισμένη από τον εναλλακτικό μαρξισμό του Socialisme ou Barbarie (Σοσιαλισμού ή Βαρβαρότητας), των Καταστασιακών του Γκί Ντεμπόρ, την Πολιτιστική Επανάσταση στην Κίνα και τους εθνικο-απελευθερωτικούς αγώνες από την Αφρική, την Κούβα και τη Λατινική Αμερική. Είχε ανδρωθεί πολιτικά μέσα από τις διαδηλώσεις κατά του πολέμου της Αλγερίας και αξίωνε τη συμμετοχή της στην αλλαγή του κοινωνικού και οικονομικού μοντέλου. Οι πρωταγωνιστές και η φοιτητική δράση του Γαλλικού Μάη, όπως και η σχέση που ανέπτυξαν με τους απεργούς εργάτες στην κορύφωση των γεγονότων, χαρακτηρίζονταν από μία συγκυριακότητα κι ένα παιγνιώδη, σχεδόν χιουμοριστικό, ανταγωνισμό με την εξουσία -σε βαθμό που και στο ξετύλιγμά της, αλλά και αργότερα κατά την αποτίμησή του, οι ίδιοι οι Γάλλοι, πχ Καστοριάδης, Ρενώ, Μπουρντιέ, κλπ, αμφισβητώντας την αποτελεσματικότητα της εξέγερσης ως προς την εξυπηρέτηση της επανάστασης, υπογραμμίζοντας τον υποκειμενισμό και την ατομικότητα που διείπε την εξέλιξη και χαρακτήρισε τη σύντομη σβέση της.

Οι Ιταλοί νέοι μεγάλωσαν στις νέες μητροπόλεις που ξεπήδησαν μόλις τη δεκαετία του ’50, με την εκβιομηχάνιση, που στην πιο παραδοσιακή κεφαλαιοκρατική Γαλλία υπήρχε ήδη. Οι μετανάστες των νέων βιομηχανικών κέντρων δεν ήταν οι ξένοι από Ευρώπη κι Αφρική, αλλά οι ίδιοι οι πατεράδες των περισσότερων, εκείνοι που έφυγαν από τις πατρογονικές εστίες τους και δεν κατέληξαν στη Γερμανία, το Βέλγιο, αλλά έγιναν «ξένοι» στον ιταλικό Βορρά. Οι ταξικές αντιθέσεις μεταξύ των νέων στο Μιλάνο, ή το Τορίνο είναι πολύ πιο έντονες και αποκρυσταλλώνονται στην εικόνα του «φοιτητή-εργάτη».

Εάν στη Γαλλία επικρατεί το αισθητικό πρόσημο του Σιτουσιανισμού (κάπως ελιτίστικο, που στη συνέχεια ταυτίσθηκε με τα κινήματα των χίπις και του εναλλακτικού τρόπου ζωής), στην Ιταλία, οι ταξικές συνθήκες έθρεψαν τους νεολαίους στο τεράστιο «εργοστάσιο της τότε κοινωνίας», της μετατροπής και της οργάνωσης όλου του ζωτικού χώρου. Αυτή η κατασκευή των νέων υποκειμένων κατά τη μετάβαση από την άγουρη μεταπολεμική ανάπτυξη της ιταλικής οικονομίας στην ωριμότητά της, όπου το  φορντικό μοντέλο και η εντατικοποίηση, ο εξορθολογισμός και η αυστηρή πειθαρχία που επιβάλλει σε κάθε αναβαθμό της οργάνωσής της, μία κατασκευή που αντανακλά και στην κοινωνία και το Πανεπιστήμιο, αποτελεί την αντίληψη που αποτέλεσε το υπόστρωμα του Οπεραϊσμού και των Κόκκινων Τετραδίων του (Quaderni Rossi), που προσδιόρισε τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της ιταλικής πολιτικής και των υποκειμένων της στη δεκαετία του ’60 κι αποτέλεσε το πρόπλασμα για την περιπέτεια της Lotta Continua και του Potere Operaio την επόμενη δεκαετία.

Στη ριζοσπαστικοποίησή τους συνετέλεσε και η φυγόκεντρη αντίδραση στον πατερναλισμό του ΙΚΚ, που ήδη είχε αρχίσει προγραμματικά υπό την καθοδήγηση των Μπερλίγνκουερ, Νάτα και κυρίως τον Ναπολιτάνο, να μεταστρέφει προς τη σοσιαλδημοκρατία το όλο οικοδόμημα της δράσης του, με γνώμονα όχι να ανατρέψει τον καπιταλισμό, αλλά να τον εκσυγχρονίσει και να τον μετασχηματίσει.

Οι μεγάλες απεργίες στη FIAT το 1963, που έδωσαν το έναυσμα του συνδικαλισμού εκτός κομματικών οργανώσεων, άλλαξαν τα δεδομένα στο συνδικαλιστικό κίνημα, που σταδιακά παύει να κανοναρχείται από το ΚΚΙ. Το 1966 χαρακτηρίζεται από τη δυσφορία που ξεκίνησε εξαιτίας της σύναψης της συλλογικής σύμβασης «απάτη» μεταξύ των συνδικάτων των μεταλλωρύχων και της εργοδοσίας, ενώ το 1967 σημαδεύθηκε από τις εξεγέρσεις των ξωμάχων και των μεροκαματιάρηδων. Η ψαλίδα, οικονομική, κοινωνική, πολιτική ανάμεσα στον Βορρά και στον Νότο είναι τεράστια και αντανακλά και στην ποιότητα της παρεχόμενης εκπαίδευσης και στις εγκαταστάσεις. Στις 7 Μαρτίου προκηρύσσεται η μεγάλη γενική απεργία, που θα αποτελέσει την απαρχή μίας μακράς κινητοποίησης στη βιομηχανία, τις καταλήψεις εργοστασίων και το νέο πεδίο μάχης στον ανταγωνισμό εργατών/φοιτητών και κεφαλαίου, με αποκορύφωμα το πείραμα της Μαργκέρα στη Βενετία.

Οι Ιταλοί φοιτητές και εν γένει οι νέοι εξεγείρονται ενάντια στην προοδευτική «προλεταριοποίησή τους», σ’ έναν μηχανισμό που βαθαίνει τις κοινωνικές διαφορές, που παγιώνει τις ιεραρχίες μέσα στο Πανεπιστήμιο και την ταξική επιλογή μέσα στους χώρους της εκπαίδευσης, ενώ το μόνο που μπορεί να εγγυηθεί μετά την αποφοίτηση είναι να βρει δουλειά κάποιος ως απλός ανειδίκευτος εργαζόμενος, ή η ανεργία. Την ίδια στιγμή που ο «εκσυγχρονισμός» της ιταλικής βιομηχανίας, η εντατικοποίηση της γεωργικής παραγωγής ανοίγει τις πόρτες και σε νέους μετανάστες από το εξωτερικό, που αυξάνουν την πίεση, την οποία επιτάσσει και επιβάλλει  σε ταξικό και κοινωνικό επίπεδο και η «κρατούσα κουλτούρα», με κύριο πρόταγμα την «εργασιακή πειθαρχία».

Ακόμη κι οι φοιτητικές διεκδικήσεις έχουν διαφορετικό και πιο πρακτικό περιεχόμενο από την «ουτοπία» που πασχίζουν να εγκαθιδρύσουν στο πανεπιστήμιο και την κοινωνία οι Γάλλοι, μιας και τα αιτήματα -έτσι όπως εκφράζονται και στις «Θέσεις του Σαπιέντσα» [του Παν/μιου της Ρώμης] αναφέρονται στο περιεχόμενο των σπουδών, την αξία τους και την πραγματική κατάργηση του πειθαρχικού χαρακτήρα και της χειραγώγησης της εκπαίδευσης. Στο πλαίσιο αυτό γεννιούνται οι sui generis ερευνητικές πρωτοβουλίες στο πλαίσιο των RAP (Τμηματικές Εναλλακτικές Έρευνες) από εμπνευσμένους καθηγητές και τους φοιτητές για το περιεχόμενο και την παροχή σπουδών και την απόκτηση της γνώσης.

Οι πολλαπλασιαζόμενες φοιτητικές συνελεύσεις , τα «συμβούλια» και οι αλλεπάλληλες κινητοποιήσεις και διαδηλώσεις, μετατρέπονται σε πεδία διαμόρφωσης του νέου νεανικού πολιτικού υποκειμένου και  άσκησης των δημοκρατικών διαδικασιών. Εκεί συγκλίνανε, αλλά και συγκρούονταν συχνά, οι διαφορετικές θεωρήσεις των νέων πολιτικών αστερισμών (Μαρξιστές-Λενινιστές, Potere Operaio, Lotta Continua κλπ), που σύντομα αρχίζουν να εξακτινώνονται και στην κοινωνία, ή το εργοστάσιο, συσπειρώνοντας και τους εργάτες και τα προλεταριακά στρώματα της κοινωνίας, σε μία πραγμάτωση της γκραμσιανής ιδέας για «τη συγκύκλωση των ανταγωνιστικών πλαισίων και της διείσδυσης στο εσωτερικό τους για να μετασχηματισθεί η λειτουργία τους».

Τον Ιταλικό Μάη προοικονομεί η δράση εκείνου που έμελλε να κλείσει τον κύκλο του μακριού εκείνου ’68. Ο Άλντο Μόρο. Από τον Δεκέμβριο του ’67 η κυβέρνησή του έφερε το σχέδιο μεταρρύθμισης στην εκπαίδευση που αποτέλεσε μία από τις θρυαλλίδες για τη φοιτητική εξέγερση. Μπορεί οι Ιταλοί  να συμμερίζονταν την ίδια βούληση για ανατροπή της παραδεδομένης εξουσίας και των ιεραρχικών της συστημάτων και διεκδικούσαν το δικαίωμα εκπροσώπησής τους στην διαμόρφωση των κοινωνικών-οικονομικών και πολιτικών συνθηκών, όπως οι Γάλλοι, όμως η καταγωγή, η ιδιοσυγκρασία κι ο χαρακτήρας της ιταλικής εξέγερσης υπήρξαν ολότελα διαφορετικά. Και οι διαδηλωτές της Πρωτομαγιάς  του ’68 στη Βάλε Τζούλια της Ρώμης, που δέχθηκαν την επίθεση από τους Νεοφασίστες και την αστυνομία κατόπιν, αντιλήφθηκαν ότι οι εξεγέρσεις τους (από τη συμμετοχή  τις μεγάλες  εργατικές απεργίες του ’62 και ’63 με αποκορύφωμα την πλατεία Στατούτο, που εκπορεύθηκαν από τα κάτω, τις μαθητικές καταλήψεις και τις συγκρούσεις με την αστυνομία το ’67) ήταν στην ουσία μία μορφή άμυνας απέναντι στην οργανωμένη καταστολή του καθεστώτος. Μία άμυνα που μετά τη σφαγή στην Αγροτική Τράπεζα στην Πιάτσα Φοντάνα του Μιλάνου τον Δεκέμβριο του ’69, έγινε εμφανές πως έπρεπε να είναι άμεση και δυναμική. Με φυσική συνέπεια, πάνω στον παροξυσμό της σύγκρουσης και ένεκα του ενθουσιασμού της νεανικής αποκοτιάς, μοιραία να καταλήξει στην ένοπλη πάλη.

/kosmodromio.gr

Σχόλια (0)

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί.