Το ερώτηµα πλέον δεν είναι το εάν, αλλά το πότε και πώς
Το πλαίσιο της πολιτικής και κυβερνητικής σταθερότητας του Μητσοτάκη έχει ραγίσει και αυτό σηµαίνει ότι ένα νέο «χτύπηµα», µέσα από οποιαδήποτε πτυχή της συγκυρίας, µπορεί να το µετατρέψει σε κοµµάτια και θρύψαλα.
Η εκτίµηση αυτή επιβεβαιώνεται από την εικόνα στις κοµµατικές διεργασίες, ακόµα και µέσα στην κοινοβουλευτική οµάδα της ΝΔ. Ο πολλαπλασιασµός των «αντάρτικων» εκδηλώσεων είναι προειδοποίηση επικίνδυνης χαλάρωσης της κοµµατικής συνοχής.
Και αυτό αντανακλάται στις πιέσεις για επίσπευση του χρόνου των εκλογών. Ενώ ο Μητσοτάκης ξεκινούσε από την υπεροπτική διαβεβαίωση ότι θα εξαντλήσει την κυβερνητική θητεία του, τώρα η ηγεσία της ΝΔ διαρρέει προς τον Τύπο την εκτίµηση ότι οι εκλογές θα γίνουν το αργότερο στο φθινόπωρο του ’26 και την πρόβλεψη ότι η πρωθυπουργική οµιλία στη ΔΕΘ θα έχει χαρακτηριστικά κεντρικής προεκλογικής παρέµβασης του κυβερνώντος κόµµατος.
Η αίσθηση ότι «η κυβέρνηση δεν τραβάει» επιβεβαιώνεται σταθερά σε κάθε κύκλο των δηµοσκοπήσεων. Όπου δεν καταγράφεται µόνο η διαρκής υποχώρηση της εκλογικής επιρροής της ΝΔ, µε την πρόθεση ψήφου προς αυτήν να υποχωρεί καθαρά πλέον κάτω από το 25%, δηλαδή κάτω από το ποσοστό-λεπίδι του εκλογικού νόµου που οδηγεί στην απώλεια του «µπόνους» των 50 πρόσθετων εδρών προς το πρώτο κόµµα. Τα λεγόµενα «ποιοτικά» ευρήµατα είναι χειρότερα: µε 11% θετικές γνώµες για την οικονοµική και κοινωνική πολιτική και 14% θετικές γνώµες στα ζητήµατα δηµοκρατίας και δικαιοσύνης, καµιά κυβέρνηση δεν µπορεί να ελπίζει σε σταθερότητα.
Και αυτά συµβαίνουν την ώρα που η διεθνής και εσωτερική συγκυρία γίνεται όλο και πιο δύσκολη και αντιφατική, πολλαπλασιάζοντας τις υποχρεώσεις για κυβερνητική «πυγµή», αλλά και τις πιθανότητες για «ατύχηµα» που θα οδηγήσει τον Μητσοτάκη σε απώλεια του πολιτικού ελέγχου.
Λιτότητα και αυταρχισµός
Σύµφωνα µε την Eurostat ο πληθωρισµός στην Ελλάδα τον Μάρτη του 2026 εκτινάχθηκε στο 3,9% (έναντι της πρόβλεψης για µείωσή του στο 2,2%) και συνέχισε να αυξάνει, µε εκτιµήσεις ότι σήµερα προσεγγίζει στο 4,5%. Το αποτέλεσµα είναι ότι η Ελλάδα, µια χώρα στις τελευταίες θέσεις της ευρωζώνης ως προς το ύψος των µισθών και των συντάξεων, έχει σκαρφαλώσει µέσα στις πρώτες 5 χώρες-µέλη της ΕΕ ως προς την ακρίβεια στα είδη υποχρεωτικής και καθηµερινής εργατικής και λαϊκής κατανάλωσης.
Σε απλά ελληνικά, αυτό σηµαίνει ότι η κυβερνητική πολιτική έχει εγκαταστήσει έναν άγριο µηχανισµό καθηµερινής διάβρωσης, ουσιαστικά ληστείας, σε βάρος του εισοδήµατος των εργατικών και λαϊκών νοικοκυριών. Και όλοι οι «ειδικοί» προειδοποιούν ότι η ακρίβεια, που οι απλοί άνθρωποι διαπιστώνουν σε κάθε επίσκεψή τους στα σούπερµαρκετ, αποτυπώνει µόνο το πρώτο κύµα των ανατιµήσεων, καθώς τα χειρότερα έρχονται στη συνέχεια µε πρόσχηµα τις συνέπειες του πολέµου στον Κόλπο. Επιτρέποντας τις διαρκείς και ανεξέλεγκτες ανατιµήσεις, η κυβέρνηση επιτρέπει στους καπιταλιστές στον τοµέα των τροφίµων, της ενέργειας, των µεταφορών κλπ να µετακυλίουν το κόστος της κρίσης, µαζί µε ένα πρόσθετο «καπέλο» αύξησης της κερδοφορίας τους, στις πλάτες των εργαζοµένων και των φτωχών.
Αυτή η µαζική και πικρή εµπειρία εξαέρωσε ακαριαία τις συνέπειες του «πακέτου» έκτακτων µέτρων του Μητσοτάκη ως, τάχα, αντίδοτο στην ακρίβεια. Για παράδειγµα, η επιστροφή ενός ενοικίου (ως τα 800 ευρώ) στους δικαιούχους που περνούν την κρισάρα των εισοδηµατικών κριτηρίων, δεν µπορεί να χαρακτηριστεί ούτε ως «ασπιρίνη» µπροστά σε µια πραγµατικότητα που λέει ότι ο µέσος όρος της αύξησης των ενοικίων µέσα στο 2025 ξεπέρασε το 10%.
Έτσι, ο κόσµος κατανοεί ότι η κυβερνητική πολιτική οδηγεί συστηµατικά και συνειδητά σε µεγάλη αύξηση της κοινωνικής ανισότητας. Η αποκατάσταση της κερδοφορίας των µεγάλων επιχειρήσεων σε σύγκριση µε τα χρόνια της µνηµονιακής κρίσης, η έκτοτε διαρκής και προκλητική αύξησή της, δεν έχει καµιά «επαφή» µε τη διαρκή και οδυνηρή µείωση των εισοδηµάτων όσων ζουν από τη δουλειά. Και το ανάλογο ισχύει για τα κρατικά/δηµόσια οικονοµικά. Η διατήρηση των υψηλών ποσοστών του ΦΠΑ στις συνθήκες διαρκών ανατιµήσεων, όπως και η διατήρηση των υψηλών ποσοστών φορολόγησης των µισθών και των συντάξεων (σε αντίθεση µε τα ισχύοντα στα κέρδη και τα µερίσµατα των Α.Ε.) οδηγούν σε σταθερή αύξηση των «πλεονασµάτων» που προβλέπεται ότι θα διατηρηθεί σε αυξητική (!) τροχιά µέχρι και το 2030. Και παρόλα αυτά, οι κοινωνικές δαπάνες του κυβερνητικού προϋπολογισµού µειώνονται σταθερά από χρόνο σε χρόνο, δηµιουργώντας την αθλιότητα που όλοι γνωρίζουµε στα δηµόσια σχολεία, νοσοκοµεία κ.ο.κ.
Μια κυβέρνηση που επιµένει σε αυτήν την πολιτική, αναπόφευκτα υποχρεώνεται να καταφύγει σε ένταση του αυταρχισµού.
Η προσπάθεια του Μητσοτάκη να υποβαθµίσει τις συνέπειες του εγκλήµατος στα Τέµπη και του προκλητικού σκανδάλου του ΟΠΕΚΕΠΕ, προϋπέθετε µια µεγάλη δόση κυβερνητικού «τσαµπουκά» και αντιδηµοκρατικές παρεµβάσεις µεγαλύτερες του µέσου όρου εύρυθµης λειτουργίας του αστικού καθεστώτος. Όµως στο σκάνδαλο των παρακολουθήσεων της ΕΥΠ, σε συνεργασία µε τα πρωτοπαλίκαρα των µυστικών υπηρεσιών του Ισραήλ, ξεπεράστηκε κάθε όριο. Το γεγονός ότι ο εισαγγελέας που υπέγραψε απνευστί τις λίστες των παρακολουθήσεων της ΕΥΠ και των αφεντικών του Predator προβιβάστηκε σε κορυφαία θέση ελέγχου των δικαστικών µηχανισµών, είναι από µόνο του µια µεγάλη πρόκληση. Όµως η συνέχεια, µε την προσπάθεια µέσω του ίδιου να τεθεί η υπόθεση των υποκλοπών στο (ακαταδίωκτο) Αρχείο ξεπερνάει τα όρια της όποιας «κανονικότητας».
Οι κριτικές της Ολοµέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων για «θεσµική εκτροπή» και το αίτηµα του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών για την παραίτηση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, είναι κρούσµατα που δεν είχαν συµβεί ούτε και στις συνθήκες ακραίας αστάθειας του «βρώµικου» 1989…
Όµως αυτή η µέθοδος δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι θα διασφαλίσει την επιβίωση του «κύκλου» Μητσοτάκη στο Μαξίµου. Η δίκη για τα Τέµπη παραµένει πάντα µπροστά. Η ευρωπαϊκή εισαγγελία θα επανέλθει µε νέες δικογραφίες για τον ΟΠΕΚΕΠΕ. Και παραµένει απίθανη η προοπτική να «σβήσει» το πρωτοφανές σκάνδαλο των παρακολουθήσεων µέσω ενός ασύστολου δικαστικού πραξικοπήµατος. Με αυτές τις «φουρτούνες» να έρχονται στο αµέσως επόµενο διάστηµα και µε το κόµµα της Δεξιάς να γίνεται όλο και πιο «χαλαρό» µπροστά στην υποχρέωση να καλύψει τις αρχηγικές ευθύνες, η προοπτική ενός «ατυχήµατος» µε µοιραίες συνέπειες για την κυβέρνηση γίνεται όλο και πιο πιθανή.
Όπλα και προκλήσεις
Το πεδίο όπου ο Μητσοτάκης επιχειρεί την «φυγή προς τα µπρος» είναι η σύσφιξη των σχέσεων µε τις δυτικές Μεγάλες Δυνάµεις και η απροκάλυπτη στροφή προς την πολεµική οικονοµία.
Η επίσκεψη Μακρόν στην Ελλάδα έφερε την πενταετή ανανέωση του ελληνογαλλικού «στρατηγικού» συµφώνου και τη δήλωση ότι στην πραγµατικότητα συµφωνήθηκαν «αυτοµατισµοί» ανανέωσης επ’ αόριστον. Ο Μακρόν υπογράµµισε τη ρήτρα στρατιωτικής «συνδροµής», δηλώνοντας ότι «αν µας χρειαστείτε, θα είµαστε εκεί». Και οι πολλοί εκπρόσωποι των µεγάλων γαλλικών βιοµηχανιών όπλων, που τον συνόδευαν στην Αθήνα, «προχώρησαν στο ψητό», συζητώντας µε τους εκπροσώπους των περισσότερων από 400 (!) ελληνικών επιχειρήσεων που «συνωθούνται» πλέον στον τοµέα της παραγωγής οπλικών συστηµάτων, έχοντας εξασφαλίσει µερίδιο τουλάχιστον 25% επί του κολοσσιαίου κυβερνητικού/κρατικού προγράµµατος εξοπλισµών µέχρι το 2030. Για παράδειγµα, τα Ναυπηγεία Ελευσίνας, η Metlen κ.ά. θα πρέπει πλέον να θεωρούνται τµήµατα της «εφοδιαστικής και παραγωγικής αλυσίδας» γιγάντων όπως η Naval, η Dassault κ.ά.
Υπενθυµίζεται ότι πρόσφατα ανανεώθηκε για 5 έτη, µε τους ίδιους «αυτοµατισµούς» που οδηγούν σε επ’ αόριστον ισχύ, το ελληνοαµερικανικό «στρατηγικό» Σύµφωνο. Το οποίο πέρα από την επέκταση και µονιµοποίηση των αµερικανικών βάσεων στον ελλαδικό χώρο, προέβλεπε και τη συµµετοχή της Ελλάδας στο πρόγραµµα των F35, των υπερσύγχρονων µαχητικών αεροσκαφών που όπως αυτάρεσκα θυµίζει η Πρεσβεία «δεν έχουν αντίπαλο στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου».
Και σε λίγες ηµέρες ο Μητσοτάκης περιµένει στην Αθήνα εκπροσώπους της γερµανικής κυβέρνησης για να κλείσουν οι ανάλογες «δουλειές». Τα λεφτά, βλέπετε, για τα όπλα πάντα υπάρχουν…
Πατώντας πάνω στην ισχύ του Ισραήλ, µέσω του άξονα «3+1» (Ελλάδα-Κύπρος-Ισραήλ + ΗΠΑ), αλλά και τις προνοµιακές σχέσεις που εξασφαλίζουν τα πολεµικά Σύµφωνα µε ΗΠΑ και Γαλλία, ο Μητσοτάκης προωθεί µια σταδιακή αναβάθµιση των κυριαρχικών επιδιώξεων στην Ανατολική Μεσόγειο (Θαλάσσιος Χωροταξικός Σχεδιασµός, θαλάσσια πάρκα, ανάπτυξη Patriot στην Κάρπαθο, πώληση «οικοπέδων» στη Chevron και στην Exxon Mobil, στρατιωτική παρουσία στην Κύπρο κλπ). Αυτή η πολιτική, που συγκεντρώνει πλατιά καθεστωτική υποστήριξη, θα είναι ένα από τα βασικά προεκλογικά ατού του Μητσοτάκη.
Αυτό δεν σηµαίνει ότι σε αυτήν την πολιτική λείπουν οι αντιφάσεις και τα προβλήµατα. Οι εξοπλισµοί και τα «κίνητρα» ανάπτυξης της εγχώριας πολεµικής βιοµηχανίας, τελικά, θα πληρωθούν από τους µισθούς και τις κοινωνικές δαπάνες. Στην τρέχουσα συγκυρία οι αποστάσεις στο εσωτερικό της νατοϊκής ηγεσίας αυξάνουν, µεταξύ της τραµπικής πολιτικής των ΗΠΑ και της στροφής προς την «ευρωπαϊκή αυτονοµία» της ΕΕ. Και αυτό θα κάνει τις απαραίτητες «ισορροπίες» όλο και πιο δύσκολες για τον Μητσοτάκη (πχ η συµµετοχή στο γαλλικό πυρηνικό πρόγραµµα θα πρέπει να πάρει την έγκριση των ΗΠΑ και αυτό δεν µπορεί να θεωρείται, πλέον, ως δεδοµένο…).
Όµως πάνω απ’ όλα, αυτή η πολιτική είναι επικίνδυνη για την ειρήνη στην περιοχή. Τα «γεράκια» του Τελ Αβίβ υπογραµµίζουν συχνά ότι το βασικό εµπόδιο στο σχέδιο «Μεγάλο Ισραήλ» είναι πλέον η Τουρκία. Και παρά τα κοκορέµατα του Μητσοτάκη, κανείς δεν δικαιούται να ξεχνά ότι την πραγµατική ηγεµονία στον «άξονα» Ελλάδα-Κύπρος-Ισραήλ την έχει ο Νετανιάχου…
Εναλλακτική
Αυτήν την κυβέρνηση οφείλουµε να ανατρέψουµε το ταχύτερο δυνατό.
Η αντιπολίτευση επαναλαµβάνει το «να φύγει ο Μητσοτάκης», αλλά το αφήνει ως ευχή για το επόµενο εκλογικό αποτέλεσµα. Και, κυρίως, δεν παίρνει καµιά σοβαρή δέσµευση για ανατροπές της πολιτικής που άσκησε ο Μητσοτάκης σε βάρος των εργαζοµένων και των λαϊκών δυνάµεων.
Το καθήκον πέφτει στις πλάτες του κινήµατος από τα κάτω, αλλά και της Αριστεράς. Στην περίοδο που έρχεται το «να πέσει ο Μητσοτάκης» πρέπει να ταυτιστεί µε ένα πρόγραµµα συγκεκριµένων εργατικών και λαϊκών απαιτήσεων, αλλά και την κλιµάκωση των αγώνων για την ικανοποίησή τους. Οι µισθοί, οι συντάξεις, οι κοινωνικές δαπάνες, ο έλεγχος της ακρίβειας, οι πόροι για τις ανάγκες και όχι για τα όπλα, η απαίτηση για ρήξη µε τους ιµπεριαλιστές και το Ισραήλ, η αλληλεγγύη στην Παλαιστίνη κ.ο.κ. είναι οι βασικές συνισταµένες αυτού του αναγκαίου προγράµµατος αντικυβερνητικών απαιτήσεων.
Το να µιλήσει επ’ αυτών το «πεζοδρόµιο» είναι ο ταχύτερος και ασφαλέστερος δρόµος για να ξεφορτωθούµε µια αντιδραστική κι επικίνδυνη κυβέρνηση. Και ταυτόχρονα, να διεκδικήσουµε πίσω τις απώλειες που προκάλεσε στον κόσµος µας η πολιτική της.
https://rproject.gr/article/tha-spasei-i-politiki-kyriarhia-mitsotaki









Σχόλια (0)