Οι τράπεζες στο χείλος του γκρεμού; Τα αίτια, τα χαρακτηριστικά και οι προοπτικές της κρίσης

Οι τράπεζες στο χείλος του γκρεμού; Τα αίτια, τα χαρακτηριστικά και οι προοπτικές της κρίσης

  • |

Συνέντευξη του Μάικλ Ρόμπερτς στον Άσλεϊ Σμιθ και το περιοδικό Spectre.

Ποια ήταν τα άμεσα αίτια της πρό­σφα­της σει­ράς τρα­πε­ζι­κών χρε­ο­κο­πιών;

Η άμεση αιτία των πρό­σφα­των τρα­πε­ζι­κών χρε­ο­κο­πιών ήταν -όπως πά­ντα- η απώ­λεια ρευ­στό­τη­τας. Τι εν­νο­ού­με με αυτό; Οι κα­τα­θέ­τες της Silicon Valley Bank (SVB) και της First Republic, καθώς και της τρά­πε­ζας κρυ­πτο­νο­μι­σμά­των Signature, άρ­χι­σαν να απο­σύ­ρουν τα με­τρη­τά τους σε με­γά­λες πο­σό­τη­τες και οι τρά­πε­ζες αυτές δεν είχαν ρευ­στό για να ικα­νο­ποι­ή­σουν τις απαι­τή­σεις των κα­τα­θε­τών.

Γιατί έγινε αυτό; Κυ­ρί­ως για δύο λό­γους. Πρώ­τον, με­γά­λο μέρος των με­τρη­τών που είχαν κα­τα­τε­θεί σε αυτές τις τρά­πε­ζες είχε επα­νε­πεν­δυ­θεί σε πε­ριου­σια­κά στοι­χεία που έχουν χάσει ση­μα­ντι­κά την αξία τους μέσα στον τε­λευ­ταίο χρόνο. Δεύ­τε­ρον, πολ­λοί από τους κα­τα­θέ­τες σε αυτές τις τρά­πε­ζες, κυ­ρί­ως μι­κρές εται­ρεί­ες, είχαν δια­πι­στώ­σει ότι δεν έβγα­ζαν πλέον κέρδη ούτε έβρι­σκαν επι­πλέ­ον χρη­μα­το­δό­τη­ση από τους επεν­δυ­τές, αλλά εξα­κο­λου­θού­σαν να πρέ­πει να πλη­ρώ­νουν τους λο­γα­ρια­σμούς και το προ­σω­πι­κό τους. Έτσι, άρ­χι­σαν να απο­σύ­ρουν με­τρη­τά από τις τρά­πε­ζες αντί να τα συσ­σω­ρεύ­ουν.

Γιατί έχα­σαν την αξία τους τα πε­ριου­σια­κά στοι­χεία των τρα­πε­ζών; Οφεί­λε­ται στη γε­νι­κευ­μέ­νη αύ­ξη­ση των επι­το­κί­ων σε όλον το χρη­μα­το­πι­στω­τι­κό τομέα, η οποία προ­κλή­θη­κε από τις ενέρ­γειες της Ομο­σπον­δια­κής Τρά­πε­ζας των ΗΠΑ  (Fed) να αυ­ξή­σει από­το­μα και άμεσα την βα­σι­κή πο­λι­τι­κή επι­το­κί­ων της, υπο­τί­θε­ται για να ελέγ­ξει τον πλη­θω­ρι­σμό. Πώς λει­τουρ­γεί αυτό;

Λοι­πόν, ας υπο­θέ­σου­με ότι οι τρά­πε­ζες, για να συ­γκε­ντρώ­σουν κα­τα­θέ­σεις, προ­σφέ­ρουν  επι­τό­κιο 2%  ετη­σί­ως επί των κα­τα­θέ­σε­ων. Αυτό το επι­τό­κιο πρέ­πει να το κα­λύ­ψουν, είτε χο­ρη­γώ­ντας δά­νεια με υψη­λό­τε­ρο επι­τό­κιο σε πε­λά­τες, είτε επεν­δύ­ο­ντας τα με­τρη­τά των κα­τα­θε­τών σε πε­ριου­σια­κά στοι­χεία που απο­φέ­ρουν υψη­λό­τε­ρο επι­τό­κιο. Αυτό μπο­ρεί να επι­τευ­χθεί μέσω της αγο­ράς στοι­χεί­ων που απο­δί­δουν πα­ρα­πά­νω ή που μπο­ρούν να με­τα­πω­λη­θούν με κέρ­δος (αλλά μπο­ρεί να έχουν και με­γα­λύ­τε­ρο ρίσκο), όπως εται­ρι­κά ή ενυ­πό­θη­κα ομό­λο­γα ή με­το­χές.

Οι τρά­πε­ζες μπο­ρούν να αγο­ρά­σουν ομό­λο­γα, τα οποία είναι ασφα­λέ­στε­ρα επει­δή θα πά­ρουν τα λεφτά τους πίσω με την ωρί­μαν­ση του ομο­λό­γου –ας πούμε σε 5 χρό­νια. (ΣτΜ: ένα ομό­λο­γο απο­τε­λεί επί της ου­σί­ας μια μορφή δα­νεί­ου με προ­κα­θο­ρι­σμέ­νο χρόνο επι­στρο­φής των χρη­μά­των –την ωρί­μαν­ση/λήξη– και τα οποία προ­σφέ­ρουν απο­δό­σεις στους αγο­ρα­στές, είτε ανά τακτά χρο­νι­κά δια­στή­μα­τα, είτε ως τόκο στη λήξη). Και κάθε χρόνο η τρά­πε­ζα λαμ­βά­νει υψη­λό­τε­ρο στα­θε­ρό επι­τό­κιο από το 2% που λαμ­βά­νουν οι κα­τα­θέ­τες της. Παίρ­νει υψη­λό­τε­ρο επι­τό­κιο επει­δή δεν μπο­ρεί να πάρει τα χρή­μα­τά της πίσω αμέ­σως, αλλά πρέ­πει να πε­ρι­μέ­νει, ακόμη και για χρό­νια.

Τα ασφα­λέ­στε­ρα ομό­λο­γα που μπο­ρεί κα­νείς να αγο­ρά­σει είναι τα κρα­τι­κά (ΣτΜ: αμε­ρι­κα­νι­κά) ομό­λο­γα, επει­δή ο Θείος Σαμ δεν πρό­κει­ται (πι­θα­νό­τα­τα) να μην προ­χω­ρή­σει σε επα­να­γο­ρά του ομο­λό­γου (απο­πλη­ρω­μή του δα­νεί­ου) μετά από πέντε χρό­νια. Έτσι, οι μά­να­τζερ της SVB θε­ώ­ρη­σαν ότι ήταν πολύ συ­νε­τοί αγο­ρά­ζο­ντας κρα­τι­κά ομό­λο­γα. Αλλά εδώ είναι το πρό­βλη­μα: Αν αγο­ρά­σε­τε για 1.000 δο­λά­ρια ένα κρα­τι­κό ομό­λο­γο που «λήγει» σε πέντε χρό­νια (δη­λα­δή, θα πά­ρε­τε πίσω την επέν­δυ­σή σας στο ακέ­ραιο σε πέντε χρό­νια), το οποίο -ας πού­με- πλη­ρώ­νει τόκο 4% ετη­σί­ως, ενώ οι πε­λά­τες σας που έχουν κα­τα­θέ­σεις παίρ­νουν μόνο 2% ετη­σί­ως,  τότε βγά­ζε­τε χρή­μα­τα.

Αλλά αν η Fed αυ­ξή­σει το επι­τό­κιό της κατά 1%, οι τρά­πε­ζες πρέ­πει επί­σης να αυ­ξή­σουν ανά­λο­γα τα επι­τό­κια των κα­τα­θέ­σε­ών τους ή να χά­σουν πε­λά­τες. Το κέρ­δος της τρά­πε­ζας μειώ­νε­ται. Αλλά ακόμη χει­ρό­τε­ρα, η τιμή του υπάρ­χο­ντος ομο­λό­γου σας των 1.000 δο­λα­ρί­ων, στη δευ­τε­ρο­γε­νή αγορά ομο­λό­γων (η οποία είναι σαν την αγορά με­τα­χει­ρι­σμέ­νων αυ­το­κι­νή­των) πέ­φτει. Γιατί; Επει­δή, πα­ρό­λο που το κρα­τι­κό σας ομό­λο­γο εξα­κο­λου­θεί να πλη­ρώ­νει 4% κάθε χρόνο, η δια­φο­ρά με­τα­ξύ του επι­το­κί­ου του ομο­λό­γου σας και του τρέ­χο­ντος επι­το­κί­ου για με­τρη­τά ή άλλα βρα­χυ­πρό­θε­σμα πε­ριου­σια­κά στοι­χεία έχει μειω­θεί.

Εάν χρεια­στεί να που­λή­σε­τε το ομό­λο­γό σας στη δευ­τε­ρο­γε­νή αγορά, κάθε πι­θα­νός αγο­ρα­στής του ομο­λό­γου σας δεν θα είναι δια­τε­θει­μέ­νος να πλη­ρώ­σει 1.000 δο­λά­ρια γι’ αυτό, αλλά π.χ. μόνο 900 δο­λά­ρια. Αυτό οφεί­λε­ται στο γε­γο­νός ότι ο αγο­ρα­στής, πλη­ρώ­νο­ντας μόνο 900 δο­λά­ρια και λαμ­βά­νο­ντας το επι­τό­κιο του 4%, μπο­ρεί τώρα να έχει από­δο­ση επι­το­κί­ου 4/900 ή 4,4%, κα­θι­στώ­ντας την αγορά του πιο συμ­φέ­ρου­σα. Η SVB είχε ένα φορ­τίο ομο­λό­γων που αγό­ρα­σε στην «ονο­μα­στι­κή τους αξία» ( τα 1.000 δο­λά­ρια) αλλά άξι­ζαν λι­γό­τε­ρο στη δευ­τε­ρο­γε­νή αγορά (900 δο­λά­ρια). Είχε «μη πραγ­μα­το­ποι­η­μέ­νες ζη­μί­ες» στα βι­βλία της. (ΣτΜ: οι μη πραγ­μα­το­ποι­η­μέ­νες ζη­μιές είναι οι ζη­μιές που προ­κύ­πτουν από την πτώση της αξίας ενός πε­ριου­σια­κού στοι­χεί­ου που πα­ρα­μέ­νει στην κα­το­χή των εται­ρειών, σε σχέση το κό­στος στο οποίο απο­κτή­θη­κε).

Αλλά γιατί να έχει ση­μα­σία αυτό, αν δεν χρειά­ζε­ται να τα που­λή­σει; Η SVB θα μπο­ρού­σε να πε­ρι­μέ­νει μέχρι να λή­ξουν τα ομό­λο­γα και τότε θα έπαιρ­νε πίσω όλα τα χρή­μα­τα της επέν­δυ­σής της συν τους τό­κους των πέντε χρό­νων. Αλλά εδώ είναι το δεύ­τε­ρο μέρος του προ­βλή­μα­τος για την SVB. Με την αύ­ξη­ση των επι­το­κί­ων από τη Fed και καθώς οι ρυθ­μοί ανά­πτυ­ξης έπε­φταν και πλη­σί­α­ζαν προς την ύφεση, ιδιαί­τε­ρα στον τομέα των τε­χνο­λο­γι­κών startup στον οποίο ει­δι­κεύ­ε­ται η SVB, οι πε­λά­τες της έχα­ναν κέρδη και έτσι ανα­γκά­στη­καν να εξα­ντλή­σουν τη ρευ­στό­τη­τα τους και να απο­σύ­ρουν τις κα­τα­θέ­σεις τους από την SVB.

Τε­λι­κά, η SVB δεν διέ­θε­τε αρ­κε­τά με­τρη­τά για να κα­λύ­ψει τις ανα­λή­ψεις. Αντί­θε­τα, είχε πολλά ομό­λο­γα που δεν είχαν λήξει. Όταν αυτό έγινε αντι­λη­πτό από τους κα­τα­θέ­τες, όσοι δεν κα­λύ­πτο­νταν από την κρα­τι­κή ασφά­λι­ση κα­τα­θέ­σε­ων (οτι­δή­πο­τε πάνω από 250.000 δο­λά­ρια) πα­νι­κο­βλή­θη­καν και υπήρ­ξε μα­ζι­κό κύμα ανα­λή­ψε­ων από την τρά­πε­ζα. Αυτό έγινε φα­νε­ρό όταν η SVB ανα­κοί­νω­σε ότι θα έπρε­πε να που­λή­σει -με ζη­μιά- με­γά­λο μέρος των ομο­λό­γων που κα­τεί­χε για να αντα­πο­κρι­θεί στις ανα­λή­ψεις. Οι απώ­λειες φά­νη­κε να είναι τόσο με­γά­λες που κα­νείς δεν θα έβαζε νέα χρή­μα­τα στην τρά­πε­ζα και η SVB κή­ρυ­ξε πτώ­χευ­ση.

Έτσι, η έλ­λει­ψη ρευ­στό­τη­τας με­τα­τρά­πη­κε σε πτώ­χευ­ση -όπως συμ­βαί­νει πάντα. Πόσες μι­κρές επι­χει­ρή­σεις δια­πι­στώ­νουν ότι αν είχαν πάρει λίγο πε­ρισ­σό­τε­ρα από την τρά­πε­ζά τους ή από κά­ποιον επεν­δυ­τή, θα μπο­ρού­σαν να ξε­πε­ρά­σουν την έλ­λει­ψη ρευ­στό­τη­τας και να πα­ρα­μεί­νουν σε λει­τουρ­γία; Αντί­θε­τα, αν δεν λά­βουν πε­ραι­τέ­ρω βο­ή­θεια, πρέ­πει να κλεί­σουν. Αυτό είναι ου­σια­στι­κά αυτό που συ­νέ­βη στην SVB, και στην Signature, την τρά­πε­ζα κα­τα­θέ­σε­ων κρυ­πτο­νο­μι­σμά­των, και τώρα στην First Republic, μια τρά­πε­ζα για με­σαί­ες επι­χει­ρή­σεις και πλού­σιους αν­θρώ­πους στη Νέα Υόρκη.

Ποιες ενέρ­γειες έχουν κάνει οι ΗΠΑ αλλά και άλλα κράτη για να στα­μα­τή­σουν τη χρη­μα­το­οι­κο­νο­μι­κή κρίση; Θα είναι αρ­κε­τές για να απο­τρέ­ψουν άλλες κα­ταρ­ρεύ­σεις και να κα­θη­συ­χά­σουν τα χρη­μα­τι­στή­ρια;

Η κυ­βέρ­νη­ση των ΗΠΑ, η Ομο­σπον­δια­κή Τρά­πε­ζα (Fed) και οι με­γά­λες τρά­πε­ζες έχουν κάνει βα­σι­κά δύο πράγ­μα­τα. Πρώ­τον, πα­ρεί­χαν κε­φά­λαια προ­κει­μέ­νου να κα­λυ­φθεί η ζή­τη­ση των κα­τα­θε­τών για με­τρη­τά. Παρά το γε­γο­νός ότι στις ΗΠΑ δεν προ­βλέ­πε­ται κρα­τι­κή κά­λυ­ψη για τις κα­τα­θέ­σεις που ξε­περ­νούν τις 250.000 δο­λά­ρια, η κυ­βέρ­νη­ση κα­τάρ­γη­σε αυτό το όριο και δή­λω­σε ότι θα κα­λύ­ψει το σύ­νο­λο των κα­τα­θέ­σε­ων ως έκτα­κτο μέτρο. Δεύ­τε­ρον, η Fed δια­μόρ­φω­σε ένα νέο χρη­μα­το­δο­τι­κό μη­χα­νι­σμό (Bank Term Funding Program) από τον οποίο οι τρά­πε­ζες μπο­ρούν να δα­νεί­ζο­νται για ένα έτος, χρη­σι­μο­ποιώ­ντας ως εγ­γύ­η­ση ομό­λο­γα στην ονο­μα­στι­κή τους αξία για να πά­ρουν χρή­μα­τα και να κα­λύ­ψουν τις ανα­λή­ψεις των κα­τα­θε­τών. Οπότε, δεν χρειά­ζε­ται να που­λή­σουν τα ομό­λο­γα που κα­τέ­χουν στις τρέ­χου­σες, χα­μη­λό­τε­ρες της ονο­μα­στι­κής, τιμές τους. Αυτά τα μέτρα στο­χεύ­ουν στο να ανα­κό­ψουν τον τρα­πε­ζι­κό «πα­νι­κό» των μα­ζι­κών ανα­λή­ψε­ων. Φυ­σι­κά όμως, δεν επι­λύ­ουν τα υπο­κεί­με­να προ­βλή­μα­τα που οι τρά­πε­ζες αντι­με­τω­πί­ζουν, λόγω της αύ­ξη­σης των επι­το­κί­ων και της μεί­ω­σης των κερ­δών των εται­ρειών που χρη­σι­μο­ποιούν τις τρά­πε­ζες.

Ορι­σμέ­νοι ισχυ­ρί­ζο­νται ότι η Silicon Valley Bank (SVB) και οι άλλες τρά­πε­ζες είναι μικρά ψάρια και πολύ εξει­δι­κευ­μέ­νης δρα­στη­ριό­τη­τας, και, ως εκ τού­του, δεν αντα­να­κλούν ευ­ρύ­τε­ρα συ­στη­μι­κά προ­βλή­μα­τα. Αυτό όμως είναι αμ­φι­σβη­τή­σι­μο. Πρώτα απ’ όλα, η SVB δεν ήταν μικρή τρά­πε­ζα, ακόμα κι αν ήταν εξει­δι­κευ­μέ­νη στον τομέα των εται­ριών  τε­χνο­λο­γί­ας. Ήταν η 16η σε μέ­γε­θος τρά­πε­ζα στις ΗΠΑ και η κα­τάρ­ρευ­ση της ήταν η δεύ­τε­ρη με­γα­λύ­τε­ρη στην ιστο­ρία του χρη­μα­το­πι­στω­τι­κού τομέα των ΗΠΑ. Επι­πλέ­ον, μια πρό­σφα­τη έκ­θε­ση του Ομο­σπον­δια­κού Ορ­γα­νι­σμού Ασφά­λι­σης Κα­τα­θέ­σε­ων (Federal Deposit Insurance Corporation –FDIC) δεί­χνει ότι η SVB δεν είναι η μόνη που έχει υπο­στεί ση­μα­ντι­κές «μη πραγ­μα­το­ποι­η­μέ­νες ζη­μιές» στα βι­βλία της. Το σύ­νο­λό τους ανέρ­χε­ται σή­με­ρα σε 620 δισ. δο­λά­ρια, ή αλ­λιώς στο 2,7% του αμε­ρι­κα­νι­κού ΑΕΠ. Αυτός είναι ο δυ­νη­τι­κός όγκος των απω­λειών που οι τρά­πε­ζες θα υπο­στούν εφό­σον πραγ­μα­το­ποι­η­θούν οι ζη­μιές. (ΣτΜ: δη­λα­δή, εφό­σον πω­λη­θούν τα πε­ριου­σια­κά στοι­χεία που έχουν χάσει την αξία τους)

Πράγ­μα­τι, το 10% των τρα­πε­ζών έχουν με­γα­λύ­τε­ρες μη ανα­γνω­ρι­σμέ­νες ζη­μί­ες από αυτές της SVB. Επί­σης, η SVB δεν ήταν η χει­ρό­τε­ρα κε­φα­λαιο­ποι­η­μέ­νη τρά­πε­ζα, καθώς το 10% των τρα­πε­ζών είχε χα­μη­λό­τε­ρη κε­φα­λαιο­ποί­η­ση από την SVB. Μια πρό­σφα­τη με­λέ­τη δια­πί­στω­σε ότι η αγο­ρα­στι­κή αξία των πε­ριου­σια­κών στοι­χεί­ων του τρα­πε­ζι­κού συ­στή­μα­τος είναι κατά 2 τρι­σε­κα­τομ­μύ­ρια δο­λά­ρια χα­μη­λό­τε­ρη από ό,τι υπο­δη­λώ­νει η λο­γι­στι­κή αξία των πε­ριου­σια­κών στοι­χεί­ων τους, λαμ­βά­νο­ντας υπόψη τα χαρ­το­φυ­λά­κια δα­νεί­ων που δια­κρα­τού­νται μέχρι την κα­θο­ρι­σμέ­νη ημε­ρο­μη­νία λήξης τους.

Υπο­λο­γι­ζό­με­να στις τρέ­χου­σες αξίες τους, τα πε­ριου­σια­κά στοι­χεία των τρα­πε­ζών έχουν χάσει συ­νο­λι­κά κατά μέσο όρο το 10% της αξίας τους, με το χα­μη­λό­τε­ρο 5% να μετρά απώ­λειες της τάξης του 20%. Χει­ρό­τε­ρα δε, αν η Fed συ­νε­χί­σει να αυ­ξά­νει τα επι­τό­κια, οι τιμές των ομο­λό­γων θα μειω­θούν πε­ραι­τέ­ρω, οι μη πραγ­μα­το­ποι­η­μέ­νες ζη­μί­ες θα αυ­ξη­θούν και ακόμα πε­ρισ­σό­τε­ρες τρά­πε­ζες θα αντι­με­τω­πί­σουν έλ­λει­ψη ρευ­στό­τη­τας.

Έτσι, τα μέτρα έκτα­κτης ανά­γκης μπο­ρούν να απο­δει­χτούν ανε­παρ­κή. Ο ισχυ­ρι­σμός επί του πα­ρό­ντος είναι ότι η πρό­σθε­τη ρευ­στό­τη­τα που απαι­τεί­ται μπο­ρεί να προ­κύ­ψει μέσα από τις εξα­γο­ρές των αδύ­να­μων τρα­πε­ζών από τις με­γα­λύ­τε­ρες και ισχυ­ρό­τε­ρες, απο­κα­θι­στώ­ντας την χρη­μα­το­πι­στω­τι­κή στα­θε­ρό­τη­τα χωρίς να υπο­στούν πλήγ­μα οι ερ­γα­ζό­με­νοι.  Αυτή είναι η λύση της αγο­ράς, όπου τα με­γά­λα όρνεα κα­νι­βα­λί­ζουν τα ψο­φί­μια –όπως πχ, το βρε­τα­νι­κό πα­ράρ­τη­μα της SVB που αγο­ρά­στη­κε από την HSBC για 1 λίρα. Στην πε­ρί­πτω­ση της Credit Suisse, οι ελ­βε­τι­κές αρχές προ­σπα­θούν να επι­βά­λουν την εξα­γο­ρά της από τη με­γα­λύ­τε­ρη τρά­πε­ζα UBS σε τιμή ενός πέμ­πτου της τρέ­χου­σας αγο­ραί­ας αξίας της CS.

Ωστό­σο, αν η πα­ρού­σα κρίση γίνει συ­στη­μι­κή, όπως συ­νέ­βη το 2008, όλα αυτά δεν θα είναι αρ­κε­τά. Αντι­θέ­τως, θα υπάρ­ξει «κοι­νω­νι­κο­ποί­η­ση» των ζη­μιών που υπέ­στη η τρα­πε­ζι­κή ελίτ μέσω κρα­τι­κών δια­σώ­σε­ων, οι οποί­ες θα αυ­ξή­σουν τα χρέη του δη­μό­σιου τομέα (που ήδη βρί­σκο­νται σε επί­πε­δα ρεκόρ) και τα οποία θα μας φορ­τω­θούν, μέσω της αύ­ξη­σης της φο­ρο­λο­γί­ας και της ακόμη με­γα­λύ­τε­ρης λι­τό­τη­τας στις δη­μό­σιες κοι­νω­νι­κές δα­πά­νες και υπη­ρε­σί­ες.

Θα συ­νε­χί­σουν η Fed και οι άλλες κε­ντρι­κές τρά­πε­ζες να ανε­βά­ζουν τα επι­τό­κια προ­κει­μέ­νου να αντι­με­τω­πι­στεί ο πλη­θω­ρι­σμός ή θα κά­νουν πίσω για να απο­φύ­γουν νέες κρί­σεις στις τρά­πε­ζες;

Το πιο πι­θα­νό είναι πως οι κε­ντρι­κές τρά­πε­ζες θα συ­νε­χί­σουν να αυ­ξά­νουν τα επι­τό­κια στην μά­ταιη προ­σπά­θειά τους να ελέγ­ξουν τον πλη­θω­ρι­σμό. Θα στα­μα­τή­σουν μόνο εφό­σον υπάρ­ξουν και πε­ραι­τέ­ρω σει­ρές τρα­πε­ζι­κών κα­ταρ­ρεύ­σε­ων. Σε αυτή την πε­ρί­πτω­ση ίσως και να ανα­γκα­στούν να αντι­στρέ­ψουν τις συ­σταλ­τι­κές νο­μι­σμα­τι­κές πο­λι­τι­κές τους, προ­κει­μέ­νου να σώ­σουν τον τρα­πε­ζι­κό τομέα.

Αλλά για την ώρα πα­ρι­στά­νουν τις γεν­ναί­ες και ισχυ­ρί­ζο­νται ότι το τρα­πε­ζι­κό σύ­στη­μα είναι πολύ «αν­θε­κτι­κό» και σε πολύ κα­λύ­τε­ρη κα­τά­στα­ση απ’ ότι ήταν το 2008. Το να αντι­στρα­φεί η νο­μι­σμα­τι­κή σύ­σφι­ξη θα ήταν κα­τα­στρο­φι­κό για την αξιο­πι­στία των κε­ντρι­κών τρα­πε­ζών, καθώς θα απο­δει­κνυό­ταν πως οι κε­ντρι­κές τρά­πε­ζες δεν ελέγ­χουν την πο­σό­τη­τα του χρή­μα­τος ή το ύψος των επι­το­κί­ων ή την τρα­πε­ζι­κή δρα­στη­ριό­τη­τα – το αντί­θε­το μά­λι­στα.

Ποιες είναι οι βα­θύ­τε­ρες αι­τί­ες του πλη­θω­ρι­σμού και της χρη­μα­το­οι­κο­νο­μι­κής αστά­θειας σή­με­ρα;

Ας ξε­κι­νή­σου­με από την αστά­θεια. Ο κα­πι­τα­λι­σμός είναι ένα εγ­χρή­μα­το οι­κο­νο­μι­κό σύ­στη­μα. Η πα­ρα­γω­γή δεν γί­νε­ται για την άμεση κα­τα­νά­λω­ση επί τόπου. Η πα­ρα­γω­γή των εμπο­ρευ­μά­των στο­χεύ­ει στην πώ­λη­ση τους σε κά­ποια αγορά με χρή­μα­τα ως αντάλ­λαγ­μα. Και τα χρή­μα­τα είναι απα­ραί­τη­τα για την αγορά εμπο­ρευ­μά­των. Όμως τα χρή­μα­τα και τα εμπο­ρεύ­μα­τα δεν είναι το ίδιο πράγ­μα, οπότε η κυ­κλι­κή κί­νη­ση χρή­μα­τος και εμπο­ρευ­μά­των είναι εγ­γε­νώς υπο­κεί­με­νη σε ανα­τα­ρά­ξεις. Σε οποια­δή­πο­τε στιγ­μή, όσοι κα­τέ­χουν χρή­μα­τα μπο­ρούν να επι­λέ­ξουν να μην αγο­ρά­σουν εμπο­ρεύ­μα­τα στις ισχύ­ου­σες τιμές και αντι­θέ­τως να τα απο­θη­σαυ­ρί­σουν. Οπότε όσοι έχουν στην κα­το­χή τους εμπο­ρεύ­μα­τα πρέ­πει να ρί­ξουν τις τιμές ή μπο­ρεί και να χρε­ο­κο­πή­σουν. Πολλά πράγ­μα­τα μπο­ρούν να προ­κα­λέ­σουν αυτή την ανα­τα­ρα­χή στην ανταλ­λα­γή χρή­μα­τος με εμπο­ρεύ­μα­τα ή χρή­μα­τος με χρη­μα­το­οι­κο­νο­μι­κά πε­ριου­σια­κά στοι­χεία όπως ομό­λο­γα και με­το­χές – πλα­σμα­τι­κό κε­φά­λαιο, όπως το απο­κα­λού­σε ο Μαρξ.  Και αυτή μπο­ρεί να συμ­βεί άξαφ­να.

Όμως η κύρια υπο­κεί­με­νη αιτία είναι η υπερ­συσ­σώ­ρευ­ση κε­φα­λαί­ου στους πα­ρα­γω­γι­κούς το­μείς της οι­κο­νο­μί­ας ή, με άλλα λόγια, η πτώ­σης της κερ­δο­φο­ρί­ας των επεν­δύ­σε­ων και της πα­ρα­γω­γής. Οι εται­ρεί­ες τε­χνο­λο­γί­ας που ήταν πε­λά­τες της SVB είχαν αρ­χί­σει να χά­νουν κέρδη και υπέ­στη­σαν απώ­λεια χρη­μα­το­δό­τη­σης από τους λε­γό­με­νους venture capitalists (επεν­δυ­τές σε νε­ο­φυ­είς επι­χει­ρή­σεις), επει­δή αυτοί οι επεν­δυ­τές έβλε­παν τα κέρδη να μειώ­νο­νται. Γι’ αυτό, λοι­πόν, οι τε­χνο­λο­γι­κές εται­ρεί­ες υπο­χρε­ώ­θη­καν να αντλή­σουν μα­ζι­κά από τις κα­τα­θέ­σεις τους σε με­τρη­τά. Αυτό κα­τέ­στρε­ψε τη ρευ­στό­τη­τα της SVB και την ανά­γκα­σε να ανα­κοι­νώ­σει το ξε­πού­λη­μα των ομο­λό­γων που είχε στην κα­το­χή της.

Στο χρη­μα­το­πι­στω­τι­κό κραχ του 2008, η κρίση ρευ­στό­τη­τας προ­κλή­θη­κε από την κα­τάρ­ρευ­ση της αγο­ράς ακι­νή­των -όχι της τε­χνο­λο­γί­ας, όπως τώρα. Άφησε πολ­λούς δα­νει­στές με σο­βα­ρές απώ­λειες σε ενυ­πό­θη­κα ομό­λο­γα και τα πα­ρά­γω­γα αυτών των ομο­λό­γων πολ­λα­πλα­σί­α­σαν τις επι­πτώ­σεις σε ολό­κλη­ρο τον χρη­μα­το­πι­στω­τι­κό τομέα και διε­θνώς. Όμως η ίδια η κα­τάρ­ρευ­ση της αγο­ράς ακι­νή­των οφει­λό­ταν σε μια πτώση της κερ­δο­φο­ρί­ας των πα­ρα­γω­γι­κών το­μέ­ων της οι­κο­νο­μί­ας από το 2005-6 και μετά, η οποία τε­λι­κά προ­κά­λε­σε μια από­λυ­τη πτώση των συ­νο­λι­κών κερ­δών που πε­ρι­λάμ­βα­νε και τον τομέα των ακι­νή­των.

Αυτή τη φορά η νο­μι­σμα­τι­κή ανα­στά­τω­ση προ­κλή­θη­κε από την εκτί­να­ξη του πλη­θω­ρι­σμού σε πα­γκό­σμιο επί­πε­δο μετά το τέλος της παν­δη­μί­ας COVID. Αυτή οφεί­λε­ται κυ­ρί­ως στις τε­ρά­στιες αυ­ξή­σεις του κό­στους της ενέρ­γειας και των τρο­φί­μων λόγω της κα­τάρ­ρευ­σης των διε­θνών εφο­δια­στι­κών αλυ­σί­δων κατά τη διάρ­κεια του COVID και της μη απο­κα­τά­στα­σης τους στη συ­νέ­χεια.

Οι εται­ρεί­ες που ξα­να­έ­βα­ζαν μπρος τη λει­τουρ­γία τους δια­πί­στω­σαν ότι δεν μπο­ρού­σαν να αντα­πο­κρι­θούν στην ανά­καμ­ψη της ζή­τη­σης: Δεν μπο­ρού­σαν να επα­να­φέ­ρουν τα πλοία, τα εμπο­ρευ­μα­το­κι­βώ­τια, τα λι­μά­νια, τις πλατ­φόρ­μες εξό­ρυ­ξης πε­τρε­λαί­ου σε κα­νο­νι­κούς ρυθ­μούς λει­τουρ­γί­ας. Τα απο­θέ­μα­τα τρο­φί­μων και ενέρ­γειας εξα­ντλή­θη­καν και οι τιμές είχαν αυ­ξη­θεί, ακόμη και προ­τού ο πό­λε­μος Ρω­σί­ας-Ου­κρα­νί­ας εντεί­νει την κα­τάρ­ρευ­ση της αλυ­σί­δας εφο­δια­σμού σε κρί­σι­μα εμπο­ρεύ­μα­τα. Πέρα από τα τρό­φι­μα και την ενέρ­γεια, ο υπο­κεί­με­νος πλη­θω­ρι­σμός επι­τα­χύν­θη­κε λόγω της γε­νι­κά χα­μη­λής αύ­ξη­σης της πα­ρα­γω­γι­κό­τη­τας στις με­γά­λες οι­κο­νο­μί­ες: οι κα­πι­τα­λι­στι­κές επι­χει­ρή­σεις δεν μπο­ρού­σαν να βρουν αρ­κε­τό εξει­δι­κευ­μέ­νο προ­σω­πι­κό μετά τον COVID και δεν είχαν επεν­δύ­σει σε νέες πα­ρα­γω­γι­κές δυ­να­τό­τη­τες, οπότε η αύ­ξη­ση της πα­ρα­γω­γι­κό­τη­τας της ερ­γα­σί­ας δεν ήταν επαρ­κής για να αντα­πο­κρι­θεί στην ζή­τη­ση που είχε ανα­κάμ­ψει.

Αυτό που είναι σαφές είναι ότι ο καλ­πα­σμός του πλη­θω­ρι­σμού δεν προ­κλή­θη­κε από το υψη­λό­τε­ρο κό­στος ερ­γα­σί­ας (δη­λα­δή από την αύ­ξη­ση των μι­σθών). Αντι­θέ­τως, οι μι­σθοί των ερ­γα­ζο­μέ­νων ήταν (και είναι) πολύ πίσω από το πλη­θω­ρι­στι­κό σπι­ράλ και δεν το αντι­σταθ­μί­ζουν. Αντί­θε­τα, η αύ­ξη­ση του κό­στους των πρώ­των υλών και οι ελ­λεί­ψεις επέ­τρε­ψαν στις εται­ρεί­ες με τι­μο­λο­για­κή δύ­να­μη, δη­λα­δή στις με­γά­λες πο­λυ­ε­θνι­κές, να ανε­βά­σουν τις τιμές και να αυ­ξή­σουν τα πε­ρι­θώ­ρια κέρ­δους σε επί­πε­δα ρεκόρ, ιδίως για τις εται­ρεί­ες ενέρ­γειας και τρο­φί­μων. Ήταν ένα σπι­ράλ κερ­δών-τι­μών.

Πα­ρό­λα αυτά, οι νο­μι­σμα­τι­κές Αρχές πα­ντού αγνό­η­σαν ή αρ­νή­θη­καν ότι ο καλ­πά­ζων  πλη­θω­ρι­σμός ήταν ένα πρό­βλη­μα που προ­έ­κυ­ψε από την πλευ­ρά της προ­σφο­ράς (όπως συ­νή­θως συμ­βαί­νει στον κα­πι­τα­λι­στι­κό τρόπο πα­ρα­γω­γής). Αντ’ αυτού, ισχυ­ρί­στη­καν ότι οφει­λό­ταν στην υπερ­βο­λι­κή ζή­τη­ση, η οποία προ­κα­λού­σε ένα ανο­δι­κό σπι­ράλ μι­σθών -τι­μών. Έτσι, η απά­ντη­σή τους ήταν να αυ­ξή­σουν τα επι­τό­κια, να αντι­στρέ­ψουν τις προη­γού­με­νες πο­λι­τι­κές πο­σο­τι­κής χα­λά­ρω­σης (QE) και να στρα­φούν στην πο­σο­τι­κή σύ­σφι­ξη (QT) και να μειώ­σουν τη ρευ­στό­τη­τα (φθηνά με­τρη­τά και πι­στώ­σεις). Έτσι, το κό­στος δα­νει­σμού για επεν­δύ­σεις από την πλευ­ρά των επι­χει­ρή­σε­ων ή απο­πλη­ρω­μής στε­γα­στι­κών δα­νεί­ων από την πλευ­ρά των νοι­κο­κυ­ριών κ.ο.κ. αυ­ξή­θη­κε από­το­μα και έχει πλέον προ­κα­λέ­σει ρωγ­μές στο τρα­πε­ζι­κό σύ­στη­μα.

Η ει­ρω­νεία είναι ότι η αύ­ξη­ση των επι­το­κί­ων θα συ­νε­χί­σει να έχει ελά­χι­στη άμεση επί­δρα­ση στα επί­πε­δα του πλη­θω­ρι­σμού. Αντί­θε­τα, η πο­λι­τι­κή αυτή συ­μπιέ­ζει τα κέρδη και τους μι­σθούς και έτσι επι­τα­χύ­νει την επι­βρά­δυν­ση των οι­κο­νο­μιών προς μια ύφεση -όπως ακρι­βώς συ­νέ­βη στα τέλη της δε­κα­ε­τί­ας του 1970 και στις αρχές της δε­κα­ε­τί­ας του 1980 υπό το κα­θε­στώς του τότε προ­έ­δρου της Fed Βόλ­κερ, το οποίο οδή­γη­σε σε πολύ βαθιά ύφεση την πε­ρί­ο­δο 1980-2.

Σε τι δια­φέ­ρει αυτή η κρίση από την κρίση του 2008 και τη Με­γά­λη Ύφεση; Τι απο­κα­τέ­στη­σε την ανά­πτυ­ξη τότε; Είναι αυτά τα μέσα δια­θέ­σι­μα στους κα­πι­τα­λι­στές και τα κράτη τους σή­με­ρα;

Η κα­πι­τα­λι­στι­κή πα­ρα­γω­γή και οι επεν­δύ­σεις υπο­φέ­ρουν από τα­κτι­κές και επα­να­λαμ­βα­νό­με­νες υφέ­σεις. Αυτές απο­τε­λούν ανα­γκαίο διορ­θω­τι­κό στοι­χείο της τάσης της κερ­δο­φο­ρί­ας να πέ­φτει με την πά­ρο­δο του χρό­νου. Οι υφέ­σεις απο­μα­κρύ­νουν ό,τι είναι «πε­ριτ­τό βάρος» και αφή­νουν τους ισχυ­ρό­τε­ρους να κα­τα­λά­βουν το χώρο των αδύ­να­μων, μειώ­νο­ντας το κό­στος ερ­γα­σί­ας μέσω της υψη­λό­τε­ρης ανερ­γί­ας και θέ­το­ντας έτσι τις βά­σεις για υψη­λό­τε­ρη κερ­δο­φο­ρία και οι­κο­νο­μι­κή ανά­καμ­ψη. Αυτή η δια­δι­κα­σία έχει ονο­μα­στεί «δη­μιουρ­γι­κή κα­τα­στρο­φή».

Η Με­γά­λη Ύφεση του 2008-9 το πέ­τυ­χε αυτό σε κά­ποιο βαθμό -αλλά μόνο σε κά­ποιο βαθμό. Η κερ­δο­φο­ρία του κε­φα­λαί­ου στις με­γά­λες οι­κο­νο­μί­ες πα­ρέ­μει­νε κάτω από τα επί­πε­δα που πα­ρα­τη­ρή­θη­καν στα τέλη της δε­κα­ε­τί­ας του 1990. Αυτό κρά­τη­σε αδύ­να­μες τις επεν­δύ­σεις στους πα­ρα­γω­γι­κούς το­μείς. Οι εται­ρεί­ες εξαρ­τή­θη­καν από την φθηνή ή σχε­δόν μη­δε­νι­κή πί­στω­ση για να συ­νε­χί­σουν να λει­τουρ­γούν -το πο­σο­στό των «εται­ρειών-ζό­μπι» που επι­βιώ­νουν απλά συσ­σω­ρεύ­ο­ντας πε­ρισ­σό­τε­ρο χρέος έχει φτά­σει τώρα πε­ρί­που στο 20%. Η προ­κα­λού­με­νη από την παν­δη­μία ύφεση του 2020 έδει­ξε ότι o κα­πι­τα­λι­σμός βρί­σκε­ται με­τα­ξύ ύφε­σης και στα­σι­μό­τη­τας και δεν έχει ανα­κάμ­ψει -δεν συ­νέ­βη ακόμη η δη­μιουρ­γι­κή κα­τα­στρο­φή.

Ποιες λύ­σεις έχει να προ­σφέ­ρει σή­με­ρα ο κα­πι­τα­λι­σμός; Θα έχουν απο­τέ­λε­σμα;

Η «ορ­θό­δο­ξη» απά­ντη­ση στα τρα­πε­ζι­κά κραχ είναι πάντα η ίδια: κα­λύ­τε­ροι κα­νό­νες ρύθ­μι­σης και επο­πτεί­ας. Ακόμα και οι πιο ρι­ζο­σπά­στες συ­στη­μι­κοί οι­κο­νο­μο­λό­γοι όπως ο Τζό­ζεφ Στί­γκλιτς, ή πο­λι­τι­κοί όπως ο Μπέρ­νι Σά­ντερς και η Ελί­ζα­μπεθ Γουό­ρεν, προ­ω­θούν αυτή τη λύση. Και όμως, η ρύθ­μι­ση ενός εγ­γε­νώς αστα­θούς και κερ­δο­σκο­πι­κού χρη­μα­το­πι­στω­τι­κού τομέα απλώς δεν λει­τουρ­γεί.

Η ιστο­ρία της ρύθ­μι­σης είναι μια ιστο­ρία άγνοιας, εθε­λο­τυ­φλί­ας και ψεύ­δους. Πάρτε για πα­ρά­δειγ­μα την SVB: οι ρυθ­μι­στι­κές αρχές απέ­τυ­χαν να αντι­λη­φθούν τα ρίσκα που ανα­λάμ­βα­νε το διοι­κη­τι­κό συμ­βού­λιο της SVB σε συν­θή­κες αύ­ξη­σης των επι­το­κί­ων, αγο­ρά­ζο­ντας τόσα πολλά ομό­λο­γα, παρά τις προει­δο­ποι­ή­σεις από διά­φο­ρες πηγές. Και ξανά και ξανά, έρ­χο­νται στην επι­φά­νεια τρα­πε­ζι­κά σκάν­δα­λα, τα οποία διέ­φυ­γαν της προ­σο­χής των ρυθ­μι­στι­κών Αρχών.

Αντί για ρύθ­μι­ση, αυτό που χρειά­ζε­ται είναι να πε­ριέλ­θουν σε δη­μό­σια ιδιο­κτη­σία τα με­γά­λα τρα­πε­ζι­κά και χρη­μα­το­πι­στω­τι­κά ιδρύ­μα­τα, τα οποία θα διοι­κού­νται και θα ελέγ­χο­νται δη­μο­κρα­τι­κά από τους ερ­γα­ζό­με­νους σε αυτά τα ιδρύ­μα­τα και στην ευ­ρύ­τε­ρη οι­κο­νο­μία. Πρέ­πει να κλεί­σου­με κερ­δο­σκο­πι­κές επεν­δυ­τι­κές τρά­πε­ζες όπως η Goldman Sachs ή επεν­δυ­τι­κά με­γα­θή­ρια όπως η BlackRock. Πρέ­πει να τερ­μα­τί­σου­με τους εξω­φρε­νι­κούς μι­σθούς και τα μπό­νους των τρα­πε­ζι­κών στε­λε­χών και των με­σα­ζό­ντων στην επεν­δυ­τι­κή τρα­πε­ζι­κή.

Οι τρά­πε­ζες θα έπρε­πε να είναι μια δη­μό­σια υπη­ρε­σία, όπως η εκ­παί­δευ­ση ή η απο­κο­μι­δή των σκου­πι­διών, όχι ένα κέ­ντρο τζο­γα­ρί­σμα­τος των χρη­μά­των μας στο χρη­μα­το­πι­στω­τι­κό κα­ζί­νο. «Α!» , λένε κά­ποιοι όμως, «ακόμη και αν οι κρα­τι­κές τρά­πε­ζες έπαιρ­ναν μόνο κα­τα­θέ­σεις και στη συ­νέ­χεια δά­νει­ζαν σε επι­χει­ρή­σεις για να επεν­δύ­σουν και σε νοι­κο­κυ­ριά για να αγο­ρά­σουν ακρι­βά είδη, θα μπο­ρού­σε να υπάρ­ξει και πάλι πα­νι­κός και μα­ζι­κές ανα­λή­ψεις από τους κα­τα­θέ­τες».

Ναι, ίσως. Αλλά αυτό είναι μάλ­λον απί­θα­νο αν οι κα­τα­θέ­τες γνω­ρί­ζουν ότι τα χρή­μα­τά τους είναι ασφα­λή, επει­δή το κρά­τος βρί­σκε­ται πίσω από την τρά­πε­ζα και οι τρά­πε­ζες δεν κερ­δο­σκο­πούν πλέον και διοι­κού­νται δη­μο­κρα­τι­κά και με δια­φά­νεια. Αν τα επι­τό­κια αυ­ξά­νο­νταν και αυτό προ­κα­λού­σε απώ­λειες στις κρα­τι­κές τρά­πε­ζες από τα κρα­τι­κά ομό­λο­γα που έχουν στην κα­το­χή τους, αυτές οι απώ­λειες θα μοι­ρά­ζο­νταν ισό­τι­μα σε όλη την κοι­νω­νία και όχι απο­κλει­στι­κά στους ερ­γα­ζό­με­νους για να σω­θούν οι πλού­σιοι κα­τα­θέ­τες και οι εται­ρεί­ες εις βάρος των υπο­λοί­πων. Αλλά η δη­μό­σια ιδιο­κτη­σία των τρα­πε­ζών είναι τα­μπού για όλα τα πο­λι­τι­κά ρεύ­μα­τα, ακόμα και για τα σο­σια­λι­στι­κά.

Ποια είναι η πι­θα­νή πο­ρεία που θα πάρει ο πα­γκό­σμιος κα­πι­τα­λι­σμός;

Οι δύο πρώ­τες δε­κα­ε­τί­ες αυτού του αιώνα έδει­ξαν ότι ο κα­πι­τα­λι­σμός έχει πε­ρά­σει την ημε­ρο­μη­νία λήξης του. Η οι­κο­νο­μι­κή ανά­πτυ­ξη έχει επι­βρα­δυν­θεί σε ρυθ­μούς στα­γο­νό­με­τρου. Οι οι­κο­νο­μί­ες έχουν υπο­στεί δύο με­γά­λες υφέ­σεις (2008-9 και 2020), συ­μπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νης της με­γα­λύ­τε­ρης χρη­μα­το­πι­στω­τι­κής κα­τάρ­ρευ­σης στην ιστο­ρία. Οι επεν­δύ­σεις σε κλά­δους που θα μπο­ρού­σαν να αυ­ξή­σουν τα ει­σο­δή­μα­τα και να μειώ­σουν τις ώρες ερ­γα­σί­ας δεν έχουν πραγ­μα­το­ποι­η­θεί.

Η υπερ­θέρ­μαν­ση του πλα­νή­τη και η κλι­μα­τι­κή αλ­λα­γή δεν έχουν ανα­χαι­τι­στεί και οδεύ­ου­με προς μια υπαρ­ξια­κή κα­τα­στρο­φή. Η φτώ­χεια στον λε­γό­με­νο Πα­γκό­σμιο Νότο επι­δει­νώ­νε­ται και η ανι­σό­τη­τα των ει­σο­δη­μά­των και του πλού­του αυ­ξά­νε­ται πα­ντού. Ο κα­πι­τα­λι­σμός έχει εγκλω­βι­στεί σε μια μακρά στα­σι­μό­τη­τα ή ύφεση.

Αυτό θα ξε­πε­ρα­στεί μόνο (και ακόμα και τότε μόνο προ­σω­ρι­νά), αν το κε­φά­λαιο κα­τα­στρέ­ψει το βιο­τι­κό επί­πε­δο των ερ­γα­ζο­μέ­νων σε τέ­τοιο βαθμό ώστε να αυ­ξή­σει την κερ­δο­φο­ρία και να απο­κα­τα­στή­σει την αύ­ξη­ση των επεν­δύ­σε­ων. Αλλά κάθε προ­σπά­θεια να γίνει αυτό θα μπο­ρού­σε να προ­κα­λέ­σει πρω­το­φα­νή τα­ξι­κή σύ­γκρου­ση. Έτσι, όσοι σχε­διά­ζουν τις στρα­τη­γι­κές του κε­φα­λαί­ου έχουν επι­λέ­ξει μέχρι στιγ­μής να κά­νουν πολύ αργά βή­μα­τα και να μην αγ­γί­ζουν την καυτή πα­τά­τα της εκ­κα­θά­ρι­σης και της δη­μιουρ­γι­κής κα­τα­στρο­φής. Αλλά υπάρ­χουν δυ­νά­μεις εκεί έξω που επι­θυ­μούν όλο και πε­ρισ­σό­τε­ρο να το κά­νουν αυτό.

rproject.gr

Εκτρωφείο Λαγων Καρφής Ευαγγελος