Τσιτσάνης στη Γυάρο, ένα τραγούδι μιας μακρινής σκληρής εξορίας

Τσιτσάνης στη Γυάρο, ένα τραγούδι μιας μακρινής σκληρής εξορίας

Την ιστορία μας τη διηγήθηκε ο κύριος Θανάσης. ​Πριν λίγες μέρες έκλεισε τα 88. Μας κέρναγε τσιγάρα και τους καφέδες ένα βροχερό πρωινό του Γενάρη στην Ομόνοια. Δεκαοχτώ χρονών στη Γυάρο μαζί με άλλους εφήβους, στα 23 του θητεία στη Μακρόνησο.

 

Στα χαρτιά ζωγράφος. Στην Τρίτη Δημοτικού η δασκάλα εντόπισε την κλίση του στο σχέδιο όταν είδε πώς απέδιδε το τσάκισμα του φύλλου ενός λουλουδιού. Έφτιαχνε επιγραφές από μικρός με την υπογραφή του για τα μαγαζιά της περιοχής. Έβγαζε γλώσσα σε λοχαγούς, έκανε φάρσες μια ζωή. Καπνίζει κρυφά από τη γυναίκα του. Κυκλοφορεί με τον ηλεκτρικό.

 

1948. Ένα βράδυ, ένας συνεξόριστος στη Γυάρο, πιάνει και τραγουδά το τραγούδι αυτό του Τσιτσάνη, το Τρελέ τσιγγάνε…

 

 

 

Τρελέ τσιγγάνε, για πού τραβάς

μέσα στη νύχτα μόνος πού πας

ο χωρισμός σου είναι καημός

μες στην καρδιά μου παντοτινός

 

Τι φεύγεις μόνος και βιαστικός

σα να ‘σουν ξένος περαστικός

σκλάβα σου μ΄ έχεις παντοτινά

πάρε κι εμένα στα μακρινά

 

Τρελέ τσιγγάνε τι με κοιτάς

έρημη μόνη με παρατάς

πάμε τσιγγάνε, πριν την αυγή

θα ‘ρθω μαζί σου και όπου βγει

 

 

 

Στην εισβολή των αγριεμένων δεσμοφυλάκων και στις διαταγές «Πείτε τώρα ποιος τραγούδαγε!» βγαίνει μέσα από τη συλλογική σιωπή αυτός και λέει «Εγώ ήμουν» για να καλύψει τον μικρότερο σε ηλικία σύντροφό του και να τον γλιτώσει από μια ποινή που ενδεχομένως δεν θα άντεχε. Τότε, μπροστά στα βουβά πρόσωπα των συγκρατούμενων, ο 18χρονος πήρε το δρόμο της σκληρής τιμωρίας και της απομόνωσης.

 

Όταν ο Θανάσης γύρισε από την απομόνωση και συνάντησε τους συντρόφους του, μια σειρά από ηθικά ζητήματα τέθηκαν. Έκανε καλά που ανέλαβε αυτός την ευθύνη ως μεγαλύτερος; Δεν έπρεπε ο πραγματικός αυτουργός να βγει και να πει «Εγώ το είπα» για να γλιτώσει ο φίλος του την τιμωρία; Γιατί αυτός βγήκε πρώτος και ανέλαβε την ευθύνη, ενώ θα μπορούσε να μην μιλήσει κανείς αφού όλοι ήταν ουσιαστικά συνένοχοι σε αυτό το σύντομο διάλειμμα, τη σύντομη απόδραση μέσω του τραγουδιού από τα βάσανα της εξορίας.

 

Τώρα για το τραγούδι, είναι χαρακτηριστικό ότι ο Χατζιδάκις πάτησε πάνω στη μελωδία του, για να φτιάξει το «Αγάπη που ‘γινες». Τους στίχους αλλά και τη βασική μελωδία είχε γράψει η Ιωάννα Γεωργακοπούλου, που το είπε σε εκείνη την πρώτη ηχογράφηση του 1947. Όπως αφηγήθηκε η ίδια στον Πάνο Γεραμάνη πολλά χρόνια αργότερα, το τραγούδι το είχε γράψει για έναν αντάρτη του ΕΛΑΣ που εκτελέστηκε από τους ναζί. 

 

Τη Γεωργακοπούλου έδιωξε βίαια από το πλευρό του ο Τσιτσάνης το 1949 για να βάλει στη ζωή του τη Μαρίκα Νίνου. Όμως, για την Ιωάννα έγραψε ο Τσιτσάνης μερικά από τα ωραιότερα τραγούδια του όπως αυτό εδώ:

 

 

 

Αν σε απάτησε και σε τραυμάτισε

ο έρωτας που φωτίζει τα μάτια σου

τα πανάκριβα παλάτια σου

 

Η αγάπη μου θα σε γιατρέψει

και τ’ όνειρό σου το παλιό

θα ζωντανέψε

Κι άκου πώς προφέρει η Γεωργακοπούλου το «γλ» στα γλυκά σου νιάτα. 

www.kommon.gr