Επαναστατικές μέθοδοι για τον καθαρισμό της πισίνας σας, και άλλες ιστορίες γι’ αγρίους… της Όλγας Μοσχοχωρίτου

Επαναστατικές μέθοδοι για τον καθαρισμό της πισίνας σας, και άλλες ιστορίες γι’ αγρίους… της Όλγας Μοσχοχωρίτου

Πρέπει να ζήσουμε. Κι αν δεν μας επιτρέψει ο νόμος να ζήσουμε …θα τον καταπατήσουμε».   Πριν δυο χρόνια παρακολουθήσαμε στο Θέατρο Επί Κολωνώ το έργο του Γιάννη Τσίρου Άγριος σπόρος (είχε πρωτοπαρουσιαστεί στη Θεσσαλονίκη το 2013 στο Θέατρο Αριστοτέλειον). Στην καρδιά της κρίσης, ένας πατέρας προσπαθεί να ανταπεξέλθει στην ελληνική πραγματικότητα και να επιβιώσει μαζί με τη νεαρή κόρη του.
Κατηγορίες, μία εξαφάνιση και ένας ενδεχόμενος φόνος υπό διερεύνηση. Μία αυθαίρετη καντίνα τοποθετημένη σε μία απόμερη επαρχιακή παραλία, ένα παράνομο χοιροστάσιο, Ευρωπαίοι που έχουν αγοράσει «παραθαλάσσια οικόπεδα με θέα μπητ παρά» εκμεταλλευόμενοι την κρίση, συρτάρια γεμάτα απλήρωτους λογαριασμούς, κλήσεις και χρέη.

 

Ένας άνθρωπος στην γκρίζα ζώνη της οικονομίας, ένας «απόκληρος» του εκσυγχρονισμού, ένας ταπεινωμένος Ζορμπάς, που μαθαίνει ζεϊμπέκικο και κερνάει ούζα έναν νεαρό Γερμανό –όχι- τουρίστα αλλά ταξιδευτή. Έναν «απόκληρο» της αστικής τάξης στην οποία ανήκει και την οποία εγκατέλειψε. Όμως, στις σύγχρονες συνθήκες δεν υπάρχει καμία γραφικότητα και κανένας ξένος τουρίστας που θα ανεχτεί τον «άγριο σπόρο» που καταστρέφει την ορθολογική κοινωνική οργάνωση.

 

Με αδρό τρόπο ο συγγραφέας, φτιάχνει μια ιστορία με δραματουργική οικονομία και γερό κέντρο βάρους που ισορροπεί στο τεντωμένο σκοινί της απόρριψης και της συμπάθειας, σαν σύμβολο μιας ολόκληρης χώρας που επιβιώνει στην γκρίζα ζώνη, σα να μας λέει πως δεν υπάρχει πια χώρος για όλους, παρότι ο ήρωάς του φωνάζει: «Αντέχουμε… Μια ακρογιαλιά είναι όλη η χώρα… Παντού φυτρώνουμε».

 

Αυτός ο περιθωριακός  ήρωας που συμβολίζει μια ολόκληρη περιθωριακή χώρα, θα συναντηθεί με το νεαρό Γερμανό που κι αυτός απορρίπτει τη δική τους ολοκληρωτική οργάνωση και αποζητά τη θάλασσα και την ελευθερία υπό τους ήχους της φυσαρμόνικας.

 

Στο τέλος της φετινής θεατρικής σαιζόν ήρθαν στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου οι Επαναστατικές μέθοδοι για τον καθαρισμό της πισίνας σας της νεαρής και ταλαντούχου Αλεξάνδρας Κ*.

 

Αν ο Τσίρος διανύει τα χρόνια της ωριμότητάς του, έχοντας ζήσει και το «πριν» και το «μετά» της ελληνικής περίπτωσης και ως εκ τούτου αντιμετωπίζει με κατανόηση και ίσως και να  γοητεύεται από την περίπτωση του ατίθασου και απροσάρμοστου ήρωά του, η Αλεξάνδρα γράφει για τη γενιά της, τη γενιά των τριαντάρηδων που ενηλικιώθηκαν μέσα στην κρίση κι ίσως γι αυτό γράφει χωρίς έλεος!

 

Αντιμετωπίζει και την «παλιά γενιά» του πατέρα της αλλά και τη δική της με γλώσσα που κόβει σαν ξυράφι. Κανένα έλεος, καμία συχώρεση.

 

Με ματαιωμένες τις προσδοκίες της ενήλικης ζωής τους, στρέφονται σαν κακομαθημένα παλιόπαιδα εναντίον του γονιού που τα ανέθρεψε.

 

Εάν η παλιά γενιά δικαιολογείται αναφερόμενη στις παλιές της αξίες, η νέα γενιά δεν αναγνωρίζει καμία. Η νέα γενιά λοιπόν ενάντια στην λεγόμενη γενιά του Πολυτεχνείου. Δύο πόλοι που σηματοδοτούν ίσως το περιεχόμενο μιας νέας λογοτεχνικής και θεατρικής παραγωγής.

 

Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

 

O Aντώνης Τάδε, συνταξιούχος δημόσιος υπάλληλος, έχει σπουδάσει τα παιδιά του στο εξωτερικό, το γιό του συνθέτη – μουσικό και την κόρη του σκηνοθέτη (κάτι δε μας θυμίζει αυτό;). Παράλληλα υλοποίησε κάποια στιγμή το όνειρο της ζωής του. Να κτίσει ένα εξοχικό με «πισίνα» σε ένα σχετικά παρθένο μέρος της βόρειας Κέρκυρας, τον τόπο καταγωγής του. Φυσικά θα υπερκαλύψει το συντελεστή δόμησης, χτίζοντας κι έναν αυθαίρετο όροφο, ενώ η πισίνα δεν θα είναι παρά μια επίσης αυθαίρετη «λούμπα» για το θεαθήναι. Όσο για την αισθητική του, αντανακλά τη δική του Kitch αντίληψη περί του ωραίου. Κολωνάκια, γύψινα αγάλματα κλπ.

 

Εκεί τον επισκέπτονται τα παιδιά του μαζί με μια φίλη τους Γερμανίδα που αρχικά αντιμετωπίζει το όλο σουρεαλιστικό σκηνικό ως ελληνικό φολκλόρ.

 

Ο Αντώνης έχει χτίσει το σπίτι σχεδόν με τα χέρια του, έχει θάψει σ’ ένα μέρος του κήπου τα κόκαλα της μάνας του κι έχει φυτέψει από πάνω ένα δέντρο. Υπερασπίζεται την προσωπική του ιστορία, τα καλοκαίρια του ’70 και το «καμάκι» στις Ευρωπαίες τους καιρού του. Ταυτόχρονα θεωρεί πως αυτό αποτελεί μια επένδυση για το μέλλον των παιδιών του που θα τους παρέχει ένα εισόδημα από την εκμίσθωσή του σε τουρίστες (μέσω  Airbnb ίσως)…

 

Τα παιδιά  φυσικά και περιφρονούν το ανοσιούργημα του πατέρα τους και την ίδια του την ιστορία. Απαιτούν δε να πουληθεί το σπίτι σε μια ξένη τουριστική επιχείρηση, που προτίθεται να επενδύσει στην περιοχή κτίζοντας ένα μοντέρνο ξενοδοχείο all inclusive.

 

Απαιτούν τα χρήματα προκειμένου να υλοποιήσουν τα φιλόδοξα καλλιτεχνικά τους όνειρα (ακόμα κι αν αυτά είναι σαθρά και ανόητα)…

 

Οι δύο γενιές είναι αδύνατον να συνεννοηθούν, παρότι οι σχέσεις αλληλεξάρτησης μεταξύ τους παραμένουν ισχυρές αν και αδυσώπητες.  Κι εκεί που η σύγκρουση μεταξύ τους φαίνεται να κορυφώνεται, η συγγραφέας μας ξαφνιάζει με την εξέλιξη του «δράματος». Ο Αντώνης αρνούμενος να συμμορφωθεί ακόμα και με τη δικαστική απόφαση που διατάζει την «ιδιωτικοποίηση του προσωπικού του παραδείσου» αποφασίζει και «καταλαμβάνει» την ιδιοκτησία του, κρατάει ομήρους τα παιδιά του και τη νεαρή φίλη τους και κηρύσσει την ανεξαρτησία του δικού του μικρού κρατιδίου!

 

Κοινοποιεί μέσω διαδικτύου τη Διακήρυξή του και κρατώντας την κυνηγετική του καραμπίνα διεκδικεί την ανεξαρτησία της ύπαρξής του ακόμα και ενάντια στα παιδιά του.

 

Και ώ του θαύματος, χιλιάδες  τα like στις αναρτήσεις  του, αισθάνεται δικαιωμένος και ήρωας, κηρύσσει …επανάσταση!

 

Σε μία στιγμή κορυφαίας σύγκρουσης με τα παιδιά του, πυροβολεί και τα τραυματίζει.

 

Κι ενώ όλοι περιμένουμε ότι αυτή η αλληλοφαγωμάρα είναι και το τέλος του έργου, έρχεται η συγγραφέας και το βυθίζει στη …γελοιότητα.

 

Όλο αυτό που παρακολουθήσαμε δεν ήταν παρά μια ατραξιόν που παρουσιάζεται ως φολκλόρ δρώμενο στην μεγάλη ξενοδοχειακή μονάδα που έχει κτιστεί. Μέρος του animation…

 

Όλη η ιστορία της χώρας, τα ιερά της και τα όσια, η αντίσταση των ανθρώπων της, μαζί με τα κακόγουστα αλλά συναισθηματικά φορτισμένα δημιουργήματά της, δηλαδή η ψυχή της, έχει παραδοθεί προς τέρψιν των ευρωπαίων τουριστών…

 

Ή, για να εξηγούμαστε, «έχουμε παραδώσει»!

 

Δεν νομίζω ότι υπάρχει πολιτική ανάλυση που με τέτοια ενάργεια να προσπαθεί να προσεγγίσει τουλάχιστον, τους λόγους της τόσο μεγάλης κοινωνικής ήττας που βιώνουμε από το 2010 και έως σήμερα, απ’ ότι αυτή η τελευταία σκηνή του έργου που αναφερθήκαμε.

 

Δεν είναι στην πρόθεση αυτού του άρθρου να σταθεί λεπτομερώς στην αμιγώς θεατρολογική ανάλυση του έργου (σκηνοθεσία Σαράντου – Γεωργίου Ζερβουλάκου), να εντοπίσει τις δραματουργικές του αδυναμίες ή να παινέσει τις αρετές των ηθοποιών και της σκηνοθεσίας, αν και η εξαίσια  ερμηνεία του Μανώλη Μαυροματάκη στο ρόλο του Αντώνη, επιβεβαιώνει την θέση του καλού ηθοποιού στις πρώτες θέσεις της γενιάς του.

 

Κάτι άλλο θεωρώ σημαντικότερο: Έχω την αίσθηση ότι με αυτό της το έργο η Αλεξάνδρα Κ* βάζει μια τελεία στην όλη φόρμα ενός άγριου ρεαλισμού που προσπάθησε τα τελευταία χρόνια της κρίσης, να δει «στεγνά» τις παθογένειες της ελληνικής κοινωνίας.

 

Σαν να ολοκληρώθηκε ο Άγριος Σπόρος του Τσίρου, να ξεσκίστηκαν εντελώς τα πέπλα της σκηνικής φόρμας του Στέλλα κοιμήσου του Γιάννη Οικονομίδη και μαζί του και ο τέταρτος τοίχος του Ζολά και να ξεπρόβαλε γυμνός ο πατέρας – καπιταλιστής – μαφιόζος – αφέντης που πουλάει την κόρη του για να νομιμοποιήσει τις «επιχειρήσεις» του, οπότε ο πατέρας της Στέλλας Βιολάντη του Ξενόπουλου των αρχών του 20ου αι., να μοιάζει αριστερός ψάλτης σε εκκλησία μπροστά του. Μαζί μ’ αυτά ολοκληρώθηκε νομίζω και μία φόρμα αφηγηματική παλιότερων ηθογραφικών ή νατουραλιστικών κειμένων, όπως  η προσπάθεια  να δούμε ένα σύγχρονο Φιντανάκι του Π. Χορν κάτω από την παρουσίασή του ως σχολικής παράστασης από τον Ανέστη Αζά (πάλι από την Πειραματική του Εθνικού Θεάτρου), με την μετατροπή της «αυλής» σε χορό, με τις εμβόλιμες νύξεις των ηθοποιών που ερωτούν το κοινό «τι θα ΄πρεπε να κάνει σήμερα μια ανύπαντρη, νεαρή, φτωχιά, έγκυος κοπέλα, όταν ο φτωχός, πλην ανέντιμος, εραστής της προτιμάει μια πλούσια που θα του βρει και δουλειά: Να ρίξει το παιδί, ή να παντρευτεί τον πλούσιο λαδέμπορα»;

 

 

 

Τι γίνονται τα συναισθήματα όταν αγριεύει ο νόμος της αγοράς;

 

 

 

Μαζί με την ιδέα ότι ο ρεαλισμός τελικά είναι πολύ σκληρός για να πεθάνει, νομίζω ότι οι νέοι καλλιτέχνες που ζουν πραγματικά τον «καιρό που τους έλαχε» είναι αυτοί που μπορούν να ανταποκριθούν στην ανάγκη που έχουμε όλοι μας για μια νέα «συνολική αφήγηση»,  που θα συνδέει με κάποιον τρόπο τα πολλά θραύσματα πραγματικότητας που η δεκαετία του ’90 μας κληρονόμησε στις τέχνες και θα δομεί με νέους τρόπους τις εσωτερικές ψηφίδες μιας πραγματικότητας που μας ξεπερνάει…

 

Άλλωστε πάντα αυτός δεν  ήταν ο ρόλος της τέχνης;

kommon.gr