Κατώτατος μισθός: Από «προστάτης» των χαμηλόμισθων, επιταχυντής της φτώχειας!

Κατώτατος μισθός: Από «προστάτης» των χαμηλόμισθων, επιταχυντής της φτώχειας!

«Ο κατώτατος μισθός μέσω της δραστικής συρρίκνωσής του, τόσο σε πραγματικούς όσο και σε ονομαστικούς όρους, σε συνδυασμό με την πλήρη αποδόμηση και κατάρρευση του συστήματος συλλογικής διαπραγμάτευσης και των ΣΣΕ, μετατράπηκε στην Ελλάδα από εργαλείο προστασίας των χαμηλόμισθων σε επιταχυντή της γενικευμένης μείωσης των μισθών στον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας, όπως επιδίωκε η πολιτική της εσωτερικής υποτίμησης».

Στο παραπάνω, άκρως αποκαλυπτικό, συμπέρασμα καταλήγει το ΙΝΕ-ΓΣΕΕ στην ετήσια έκθεσή του για την ελληνική οικονομία, μελετώντας αναλυτικά τα στοιχεία που αφορούν το επίπεδο των κατώτατων μηνιαίων μισθών των εργαζομένων με πλήρη απασχόληση στις χώρες της Ε.Ε.

Σύμφωνα με το ΙΝΕ-ΓΣΕΕ, Ο κατώτατος μισθός σε μονάδες αγοραστικής δύναμης στην Ελλάδα κατρακυλά στην κατάταξη των χωρών που έχουν θεσμοθετημένο κατώτατο μισθό σε εθνικό επίπεδο από την έβδομη θέση το 2010 στη δωδέκατη θέση το 2018. Είναι χαμηλότερος από τον αντίστοιχο μισθό της Ισπανίας, της Μάλτας, της Σλοβενίας, αλλά πλέον και της Πολωνίας.

Επιπλέον, ο κατώτατος μισθός, υπολογιζόμενος είτε σε ευρώ είτε σε μονάδες αγοραστικής δύναμης, έχει αυξηθεί, με εξαίρεση την Ελλάδα, σε όλες τις χώρες της Ε.Ε. συμπεριλαμβανομένων και των χωρών που εφάρμοσαν προγράμματα προσαρμογής υπό την εποπτεία της Τρόικας και πάγωσαν για κάποιο χρονικό διάστημα τους κατώτατους μισθούς, χωρίς ωστόσο να προβούν σε ονομαστικές μειώσεις.

Η Ελλάδα, όπως τονίζεται στην έκθεση, είναι η μόνη χώρα της Ε.Ε., όπου από το 2010 μέχρι σήμερα παρατηρείται δραστική μείωση του κατώτατου μισθού τόσο σε ονομαστικούς όρους (σε ευρώ) όσο και σε μονάδες αγοραστικής δύναμης, ενώ από το 2012, όταν έγινε η δραστική μείωση του κατώτατου μισθού κατά 22% (και 32% για τους νέους κάτω των 25 ετών), δεν έχει γίνει απολύτως καμία αναπροσαρμογή και ο κατώτατος μισθός παραμένει έκτοτε καθηλωμένος στα ίδια επίπεδα.

 

Το Διάγραμμα 3.7 αποτυπώνει το επίπεδο των κατώτατων μηνιαίων μισθών των εργαζομένων με πλήρη απασχόληση στις χώρες της Ε.Ε. το α΄ εξάμηνο του 2018. Πρόκειται για τους μεικτούς κατώτατους μηνιαίους μισθούς (δηλαδή πριν από την αφαίρεση του φόρου εισοδήματος και των κοινωνικών εισφορών που καταβάλλουν οι εργαζόμενοι).

Σύμφωνα με τα στοιχεία του Διαγράμματος 3.7, ο κατώτατος μηνιαίος μισθός σε απόλυτα μεγέθη κυμαίνεται:

  • μεταξύ 1.401 και 1.999 ευρώ σε μια πρώτη ομάδα χωρών, που αποτελείται από το Ηνωμένο Βασίλειο, τη Γερμανία, τη Γαλλία, το Βέλγιο, την Ολλανδία, την Ιρλανδία και το Λουξεμβούργο,
  • μεταξύ 677 και 859 ευρώ σε μια δεύτερη ομάδα χωρών, που αποτελείται από την Πορτογαλία, την Ελλάδα , τη Μάλτα, τη Σλοβενία και την Ισπανία,
  • μεταξύ 261 και 503 ευρώ στην τρίτη ομάδα χωρών (υπόλοιπα νέα κράτη-μέλη της Ε.Ε., χώρες της κεντρικής και της ανατολικής Ευρώπης).

Πρέπει να σημειωθεί ότι η κατάταξη της Ελλάδας γίνεται από τη Eurostat με βάση την ονομαστική μείωση (22%) του κατώτατου μισθού που επιβλήθηκε με την Πράξη 6 του Υπουργικού Συμβουλίου τον Φεβρουάριο του 2012, δηλαδή 684 ευρώ σε 12μηνη βάση (586 ευρώ x 14/12).

Ειδικότερα, για την Ελλάδα παρατηρείται (βλ. Διάγραμμα 3.8) ότι ο κατώτατος μεικτός μηνιαίος μισθός σε ευρώ το 2018, που ανέρχεται σε 684 ευρώ σε 12μηνη βάση (από 863 ευρώ το 2010 και 877 ευρώ με την Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας [ΕΓΣΣΕ] πριν από το δεύτερο Μνημόνιο), είναι μεγαλύτερος από τον αντίστοιχο μισθό πολλών νέων κρατών-μελών της Ε.Ε., αλλά χαμηλότερος του αντίστοιχου μισθού στην Ισπανία (859 ευρώ), στη Σλοβενία (843 ευρώ) και στη Μάλτα (748 ευρώ), ενώ έχει σχεδόν μηδενιστεί η απόσταση από τον κατώτατο μισθό της Πορτογαλίας (677 ευρώ).

Αξίζει να σημειωθεί ότι στην Ισπανία ο κατώτατος μισθός αυξήθηκε κατά 8% το 2017 και κατά 4% το 2018, ενώ στην Πορτογαλία παρατηρούνται από το 2015 σημαντικές διαδοχικές αυξήσεις της τάξης του 4% και 5% ετησίως (4,1% το 2015, 4,9% το 2016, 5,1% το 2017 και 4,1% το 2018). Tέλος, παρατηρούμε ότι διευρύνεται όλο και περισσότερο η απόσταση που χωρίζει τον κατώτατο μισθό στην Ελλάδα από τους κατώτατους μισθούς στις πιο αναπτυγμένες χώρες-μέλη της Ε.Ε., στις οποίες υπάρχει θεσμοθετημένος εθνικός κατώτατος μισθός που υπερβαίνει τα 1.400 ευρώ.

Από την επεξεργασία των στοιχείων της Eurostat (Διάγραμμα 3.10) διαπιστώνεται ότι μεγάλες ποσοστιαίες αυξήσεις του κατώτατου πραγματικού μισθού σημειώνονται την τελευταία τριετία 2015-2017 στη Ρουμανία (16,2%, 12,3% και 16,2%), στη Βουλγαρία (10%, 15% και 8,4%) και στις Βαλτικές Χώρες (Εσθονία 9,7%, 9,4% και 5,4%, Λιθουανία 8,7%, 16% και 0,3%, Λετονία 12,3% και 2,7%). Επίσης, σημαντικές πραγματικές αυξήσεις, αν και σε μικρότερη κλίμακα, παρατηρούνται στις χώρες της κεντρικής Ευρώπης (Τσεχία 7,9%, 7% και 8,5%, Σλοβακία 8,2%, 7,1% και 6%, Πολωνία 4,9%,5,9% και 6,4%, Ουγγαρία 3,3%,5,3% και 12,3%). Οι ποσοστιαίες αυξήσεις των κατώτατων πραγματικών αποδοχών είναι ιδιαίτερα υψηλές στις χώρες της κεντρικής και της ανατολικής Ευρώπης, όπου οι μισθοί παραμένουν χαμηλοί σε απόλυτους όρους.

Επιπλέον, σε χώρες οι οποίες εφάρμοσαν προγράμματα λιτότητας υπό την επιτήρηση των θεσμών, έπειτα από μια περίοδο παγώματος ή χαμηλών ονομαστικών αυξήσεων, παρατηρούμε την τελευταία τριετία αυξήσεις στον κατώτατο πραγματικό μισθό: Πορτογαλία (3,6% το 2015, 4,3% το 2016 και 3,5% το 2017) και Ιρλανδία (6% το 2016 και 0,8% το 2017). Στην Ελλάδα και στην Ισπανία οι μικρές αυξήσεις σε πραγματικούς όρους το 2015 και το 2016 αντανακλούν κυρίως τον αρνητικό πληθωρισμό, ενώ το 2017 ο κατώτατος πραγματικός μισθός αυξάνεται στην Ισπανία κατά 5,9% και μειώνεται στην Ελλάδα κατά 1,2%.

Όπως φαίνεται στο Διάγραμμα 3.11, ο κατώτατος πραγματικός μισθός αυξήθηκε σωρευτικά την περίοδο 2010-2017 ως εξής: 23,6% στη Σλοβενία, 11,4% στην Πορτογαλία, 4,4% στην Ιρλανδία, 3% στην Ισπανία και 1,9% στη Μάλτα, ενώ μειώθηκε κατά 24,7% στην Ελλάδα (ή κατά 34,4% για τους νέους κάτω των 25 ετών).

Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι τα χρόνια της κρίσης και της δραστικής μείωσης του κατώτατου μισθού η αύξηση των συντελεστών του ΦΠΑ, η αύξηση των ειδικών φόρων κατανάλωσης (καύσιμα, ποτά και τσιγάρα) και η καθιέρωση του Ενιαίου Φόρου Ακίνητης Περιουσίας (ΕΝΦΙΑ) έχουν οδηγήσει σε επιπλέον δυσανάλογη μείωση της αγοραστικής δύναμης των χαμηλόμισθων και γενικότερα των φτωχότερων νοικοκυριών.

Επίσης, οι μεγάλες αυξήσεις των τιμών στα τρόφιμα και στα καύσιμα επηρεάζουν δυσανάλογα τους χαμηλόμισθους λόγω της διάρθρωσης της κατανάλωσής τους. Τέλος, η αύξηση του γενικού Δείκτη Τιμών Καταναλωτή (ΔΤΚ) ‒και ο θετικός πλέον ρυθμός αύξησης του πληθωρισμού‒ τροφοδοτεί περαιτέρω διάβρωση του κατώτατου μισθού σε πραγματικούς όρους.

asfalistiko.gr