Βέλγιο: 1η χώρα σε θανάτους στον πληθυσμό. Γιατί βγήκε η πανδημία εκτός ελέγχου;

Βέλγιο: 1η χώρα σε θανάτους στον πληθυσμό. Γιατί βγήκε η πανδημία εκτός ελέγχου;

  • |

Το Βέλγιο κατέχει ένα πολύ θλιβερό ρεκόρ: το μεγαλύτερο αριθμό κρουσμάτων και θανάτων από CoVid κατ’ αναλογία με το σύνολο του πληθυσμό. Την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, το Βέλγιο βρίσκεται στη 18η θέση στην παγκόσμια κατάταξη κρουσμάτων και νεκρών, και κατέχει την 7η στην Ευρώπη. Οι χώρες που προηγούνται, όμως, έχουν πολλαπλάσιο συνολικό πληθυσμό. Σε ένα σύνολο σχεδόν 11 εκατομμυρίων κατοίκων, στο Βέλγιο έχουν καταμετρηθεί πάνω από 550 χιλιάδες κρούσματα και 15 χιλιάδες θάνατοι.

Μαρίνα Κονταρά

Τι πήγε λοιπόν στραβά στο μικρό Βέλγιο;

Οι δύσκολες αντικειμενικές συνθήκες
Οι ιθύνοντες επικαλούνται την πολύ μεγάλη διασυνοριακή μετακίνηση που χαρακτηρίζει τη χώρα, αλλά και την μεγάλη πυκνότητα κατοίκησης και ανθρώπινης δραστηριότητας σε μια πολύ μικρή επικράτεια: το Βέλγιο φιλοξενεί όντως έναν πληθυσμό παρόμοιο με της Ελλάδας σε μια έκταση ίση με το ⅓ της Ελλάδας. Περίπου 100 χιλιάδες άνθρωποι ζουν στο Βέλγιο αλλά εργάζονται σε μία από τις όμορες χώρες (για άλλους τόσους ισχύει το αντίστροφο), ενώ ειδικά στις Βρυξέλλες μεγάλο ποσοστό των κατοίκων προέρχονται από άλλες περιοχές ή χώρες. Παράλληλα, το λιμάνι της Αμβέρσας, τοποθετημένο στα σύνορα σχεδόν με την Ολλανδία, φιλοξενεί τη μεγαλύτερη εμπορική κίνηση στην Ευρώπη.

Το lockdown άργησε μερικές μέρες
Όσο και αν όλα αυτά ισχύουν, είναι άραγε επαρκή για να δικαιολογήσουν αυτό τον τεράστιο φόρο αίματος, ίσο σχεδόν με αυτό της Ουκρανίας που έχει τετραπλάσιο πληθυσμό; Το Βέλγιο ήταν από τις τελευταίες χώρες που κατέφυγαν στο lockdown τον Μάρτιο, παρά το γεγονός ότι δέχεται μεγάλες ροές ταξιδιωτών από τις δυο χώρες που τότε είχαν πληγεί περισσότερο από όλες: την Ιταλία και την Κίνα. Πολιτικές προσωπικότητες, όπως για παράδειγμα ο δήμαρχος των Βρυξελλών, είχαν μόλις λίγες μέρες νωρίτερα, κατηγορηματικά αποκλείσει το ενδεχόμενο ενός lockdown, με την κυνική δικαιολογία του πλήγματος στην οικονομία. Η κατάσταση, όμως έγινε τόσο κρίσιμη, που στις 18 Μαρτίου η χώρα έκλεισε.

Δεκαετίες περικοπών στη δημόσια υγεία και τις κοινωνικές υπηρεσίες
Η κυβέρνηση πιάστηκε εξ απήνης, γεγονός που εξηγεί και το αλαλούμ με τα μέτρα που άλλαζαν σχεδόν κάθε εβδομάδα, ειδικά σε σχέση με το ποιου είδους μετακινήσεις και κοινωνικές επαφές επιτρέπονταν. Καθόλου όμως δεν δικαιολογείται, δεδομένου του γεγονότος ότι οι οικονομικές πολιτικές που εφαρμόστηκαν την τελευταία τουλάχιστον δεκαπενταετία (και κυρίως από το 2014 και μετά), έχουν αποδυναμώσει δραματικά τον τομέα της δημόσιας υγείας, προς όφελος της ιδιωτικής: σε μια χώρα που περηφανεύεται για την ισχυρή και προηγμένη φαρμακοβιομηχανία της, η υποστελέχωση και οι ελλείψεις στα δημόσια νοσοκομεία είναι τραγικές: ενδεικτικά, αναλογεί 1 νοσηλευτής σε 9 ασθενείς (12 κατά τις νυχτερινές ώρες), ενώ σύμφωνα με τον ΠΟΥ η ιδανική αναλογία είναι 1 προς 6. Ήδη πριν από την κρίση του CoVid, μεγάλος αριθμός νοσηλευτών εγκατέλειπε τα δημόσια νοσοκομεία, για να αναζητήσει δουλειά στα ιδιωτικά ή και σε άλλους τομείς, υποκύπτοντας στον τρομακτικό φόρτο εργασίας που συχνά τους οδηγούσε σε εξάντληση. Προκειμένου να κάνουν οικονομίες, τα νοσοκομεία μείωναν σταθερά τις ποσότητες του στοκ εξοπλισμού τα προηγούμενα χρόνια, με αποτέλεσμα τον Απρίλιο, οι εργαζόμενοι στα νοσοκομεία να ξεμείνουν από μάσκες!

Ακόμα δραματικότερη είναι η κατάσταση στους οίκους ευγηρίας, όπου το προσωπικό εκτός από ανεπαρκές αριθμητικά, δεν ήταν εξειδικευμένο για να ανταποκριθεί στις ανάγκες μιας τέτοιας έκτακτης ανάγκης. Καθώς τα νοσοκομεία δεν είχαν την δυνατότητα να ανταποκριθούν στις  εκκλήσεις που έκαναν να μεταφερθούν εκεί υπερήλικες ασθενείς, χιλιάδες κυριολεκτικά άνθρωποι πέθαιναν στα γηροκομεία σαν τις μύγες, και καταγράφονταν όλοι ως νεκροί από CoVid: το προσωπικό δεν είχε καν την δυνατότητα να επιβεβαιώσει αν ο θάνατος είχε προκληθεί όντως από CoVid ή από κάποιο άλλο υποκείμενο νόσημα.

Το κατά φαντασίαν 1 δισ.. € και η αγωνιζόμενη Υγεία
Θα περίμενε κανείς ότι αυτή η εμπειρία θα χρησίμευε σαν μάθημα για την κυβέρνηση, η οποία όφειλε να πάρει μέτρα από τον Ιούνιο και μετά, όταν η χώρα άνοιξε σταδιακά, ώστε να προετοιμαστεί για το δεύτερο κύμα της πανδημίας, που όλοι αναμένανε ότι θα έρθει. Υπό την πίεση του σημαντικού κινήματος των υγειονομικών, αλλά και της κατακραυγής της κοινωνίας που συνειδητοποιούσε ότι τα χειροκροτήματα στα μπαλκόνια δεν φτάνουν, η κυβέρνηση ανακοίνωσε στις αρχές του φθινοπώρου, ότι θα αυξήσει τον προϋπολογισμό για την υγεία κατά 1 δισ.. Το ποσό ακούγεται όντως εντυπωσιακό. Ας δούμε όμως τι περιλαμβάνει:

Οι εργαζόμενοι στον χώρο της υγείας και τις κοινωνικές υπηρεσίες βρίσκονται σε κινητοποιήσεις ήδη από το χειμώνα του 2018-19, διεκδικώντας κυρίως προσλήψεις ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού, αλλά και προσωπικού καθαριότητας και εστίασης. Η πρωτοβουλία γι’ αυτές τις κινητοποιήσεις ξεκίνησε από τον πρωτοβάθμιο συντονισμό εργαζομένων «La Santé en Lutte» (Η αγωνιζόμενη υγεία) και περιλάμβανε μια σειρά από στάσεις εργασίας, απεργίες και άλλες δράσεις σε νοσοκομεία κυρίως των Βρυξελλών.

Ήδη από το Δεκέμβρη του 2019, πριν από την υγειονομική κρίση και τους 14 χιλιάδες νεκρούς δηλαδή, η τότε κυβέρνηση είχε υποσχεθεί 650 εκατομμύρια επί πλέον για τον προϋπολογισμό της υγείας, υπό την πίεση των κινητοποιήσεων: τα χρήματα, τα υποτίθεται κατοχυρωμένα από το 2019, περιλαμβάνονται στο προαναφερθέν 1 δισ.. που η κυβέρνηση έταξε το 2020! Επί πλέον, τα χρήματα αυτά θα διατεθούν κυρίως σε εξοπλισμό και βελτίωση των κτιριακών υποδομών, αλλά όχι σε αύξηση του προσωπικού. Σε μια χώρα που διαθέτει 2.000 ΜΕΘ, ενώ σύμφωνα με τον ΠΟΥ χρειάζεται 3.500 αναλογικά με τον πληθυσμό της, προφανώς η επένδυση σε εξοπλισμό είναι ευπρόσδεκτη: αναρωτιέται εύλογα όμως κανείς, ποιο προσωπικό θα λειτουργήσει αυτό τον εξοπλισμό, όταν το υπάρχον ήδη δεν αρκεί;

Τα υπόλοιπα 350 εκατομμύρια που συμπληρώνουν το εντυπωσιακό 1 δισ. προέρχονται από τα κονδύλια στήριξης της ΕΕ. Η κυβέρνηση εξασφάλισε 1 δισ., χωρίς να κάνει κανενός είδους αναδιάρθρωση στον υπόλοιπο προϋπολογισμό, ούτε να δοκιμάσει να φορολογήσει τη μεγάλη περιουσία!

Υπό αυτό το πρίσμα, η «Santé en Lutte» συνεχίζει τις κινητοποιήσεις. Κορυφαία δράση ήταν η υποδοχή της Πρωθυπουργού από το προσωπικό με τις πλάτες γυρισμένες στο νοσοκομείο «Saint Pierre» τον Ιούνιο: οι εργαζόμενοι με αυτό τον τρόπο δήλωσαν τη θέση τους ότι τα χειροκροτήματα στα μπαλκόνια δεν μπορούν να αποτελούν σοβαρή κυβερνητική πολιτική και ότι αυτό που χρειάζεται είναι αύξηση του προϋπολογισμού και προσλήψεις. Με τα ίδια αιτήματα έγινε και η μεγάλη πορεία της «Santé en Lutte» στις 13 Σεπτέμβρη στις Βρυξέλλες, που συγκέντρωσε πάνω από 7 χιλιάδες κόσμο.

Τα μέτρα που δεν ισχύουν για όλους
Από την αρχή της πανδημίας, είναι ξεκάθαρο πως το πολιτικό προσωπικό του Βελγίου δεν προτίθεται καθόλου να ζημιώσει το μεγάλο κεφάλαιο, προκειμένου να ικανοποιήσει τις ανάγκες του πληθυσμού. Κατά το πρώτο lockdown, την ίδια ώρα που οι αστυνομικοί έτρεχαν στα πάρκα και έκοβαν πρόστιμα των 250€ σε ανθρώπους που κάθονταν για δέκα λεπτά στο γρασίδι, εργαζόμενοι στην Audi έκαναν απεργία για να υποχρεώσουν τους εργοδότες να κλείσουν ένα εργοστάσιο, του οποίου η παραγωγή σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί αναγκαία την στιγμή της υγειονομικής κρίσης. Εδώ αξίζει να σημειωθεί ότι τα μέτρα της ομοσπονδιακής κυβέρνησης περιλάμβαναν το κλείσιμο μη απαραίτητων κλάδων, ωστόσο αυτό δεν εξειδικεύτηκε επαρκώς, με αποτέλεσμα οι τοπικές κυβερνήσεις να αφήνουν ανοικτές δραστηριότητες κατά το δοκούν.

Σε καταστήματα σούπερ μάρκετ της Carrefour και της Aldi, εργαζόμενοι στην πρώτη γραμμή της τροφοδοσίας εξασφάλιζαν τη δωρεάν παροχή μασκών και γαντιών, χρησιμοποιώντας το μοναδικό όπλο που έχουν οι εργαζόμενοι: την απεργία. Σε καμία από τις περιπτώσεις που παρέμεναν ανοικτές μη απολύτως αναγκαίες επιχειρήσεις, η κυβέρνηση δεν έκοψε πρόστιμα στους εργοδότες που παραβίαζαν τα μέτρα του lockdown βέβαια. Μάλιστα, η τοπική κυβέρνηση της Φλάνδρας, έκανε τα στραβά μάτια στα εργοτάξια οδοποιίας και κατασκευής κτιριακών δομών που δούλευαν κανονικά (εργασίες που θεωρήθηκαν αναγκαίες!), με μια σύσταση στους εργαζόμενους να… τηρούν τις αποστάσεις του 1,5 μέτρου!

Ακόμα και μετά το καλοκαίρι, και ενώ ο αριθμός των κρουσμάτων είχε περάσει στη φάση της εκθετικής αύξησης, εργαζόμενοι της ζυθοποιίας AB InBev κατέφυγαν επίσης στην απεργία, διεκδικώντας να μην έρχονται στη δουλειά συνάδελφοί τους που ήταν ασυμπτωματικοί φορείς του CoVid.

Σύμφωνα με δημοσίευμα της εφημερίδας L’Echo στις 29 Οκτώβρη, συνολικά 67% των επιχειρήσεων που διερευνήθηκαν δεν τηρούν το σύνολο των υγειονομικών μέτρων. Δυο μέρες πριν τη δημοσιοποίηση αυτών των στοιχείων, 10 καταστήματα της αλυσίδας Carrefour ήταν σε απεργία, απαιτώντας ακριβώς την τήρηση των υγειονομικών μέτρων και του ωραρίου.

Εκπαίδευση: ένα ακόμα θύμα της σκληρής λιτότητας και της υγειονομικής κρίσης
Η σκληρή λιτότητα των τελευταίων χρόνων δεν έχει αφήσει φυσικά αλώβητη ούτε τη δημόσια εκπαίδευση. Η κατάσταση στα δημόσια σχολεία, ειδικά στις Βρυξέλλες και το γαλλόφωνο τμήμα του Βελγίου τη Βαλλονία, απέχει πολύ από την εικόνα που θα περιμέναμε από μια δυτικοευρωπαϊκή χώρα: 25-30 μαθητές ανά τάξη, ελλείψεις στο προσωπικό καθαριότητας αλλά και στους εκπαιδευτικούς (ορισμένες φορές κενές θέσεις καλύπτονται αρκετές εβδομάδες μετά την έναρξη της σχολικής χρονιάς), τουαλέτες χωρίς σαπούνι, ταβάνια που στάζουν, θέρμανση που δεν λειτουργεί το χειμώνα, μικροσκοπικές αίθουσες και προαύλια σε πολύ παλιά κτίρια, σχολεία που στεγάζονται «προσωρινά» σε κοντέινερ για χρόνια.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η ήδη κουρασμένη και ταλαιπωρημένη εκπαιδευτική κοινότητα, κλήθηκε να λειτουργήσει σε καθεστώς τηλε-εκπαίδευσης την άνοιξη, κυριολεκτικά εντελώς απροετοίμαστη. Οι εκπαιδευτικοί αναγκάστηκαν να εφεύρουν τρόπους να κάνουν μάθημα εξ αποστάσεως, αλλά και να παρέχουν ψυχολογική υποστήριξη, οπλισμένοι με γενικόλογες εγκυκλίους, χωρίς την κατάλληλη υποδομή, με μόνο εφόδιο την όρεξή τους για δουλειά και το ενδιαφέρον τους για τους μαθητές. Με τον ίδιο τρόπο, μια Παρασκευή του Μαΐου, τους ανακοινώθηκε ότι από Δευτέρα επιστρέφουν στα σχολεία: τη Δευτέρα αυτή ανακάλυψαν ότι αντί για αντισηπτικό τζελ, τους είχαν στείλει… καθαριστικό για τζάμια!

Με τον ίδιο ακριβώς κυνικό τρόπο, η εκπαιδευτική κοινότητα κλήθηκε να επιστρέψει στα θρανία το Σεπτέμβριο, στις ίδιες μικρές αίθουσες που δεν επιτρέπουν την τήρηση των αποστάσεων, με τις ίδιες ελλείψεις στο εκπαιδευτικό προσωπικό και στον τομέα της καθαριότητας. Κανείς δεν εξεπλάγη όταν ένα μήνα μετά, ένας μεγάλος αριθμός των τμημάτων είχε κλείσει εξαιτίας των κρουσμάτων CoVid σε εκπαιδευτικούς και μαθητές. Και ενώ στις 6 Οκτωβρίου η χώρα μπήκε σε κάτι-σαν-καθολικό lockdown μέχρι τις αρχές του Δεκέμβρη, τα σχολεία αποτέλεσαν εξαίρεση και άνοιξαν ξανά στις 16 Νοέμβρη.

Όπως παντού, έτσι και στο Βέλγιο, τα σχολεία αντιμετωπίζονται από την κυβέρνηση σαν πάρκινγκ φύλαξης των παιδιών, για να μπορούν να εργάζονται οι γονείς, και όχι σαν χώρος μάθησης και κοινωνικοποίησης. Δύσκολο να πιστέψει κανείς τις υποκριτικές δηλώσεις των κυβερνώντων για τις επιπτώσεις των κλειστών σχολείων στην «ψυχοκοινωνική ανάπτυξη των παιδιών». Τα ίδια τα παιδιά, έστειλαν ανοιχτή επιστολή στο Υπουργείο, ζητώντας να μην ανοίξουν τα σχολεία υπό αυτές τις συνθήκες, από φόβο για την υγεία τη δική τους και των οικογενειών τους.

Ακολουθώντας το παράδειγμα των υγειονομικών, οι εκπαιδευτικοί προσανατολίζονται στη δημιουργία μιας πρωτοβάθμιας πρωτοβουλίας με το όνομα «Ecole en lutte» (αγωνιζόμενο σχολείο), για να διεκδικήσουν αύξηση του προϋπολογισμού, προσλήψεις εκπαιδευτικών, προσωπικού καθαριότητας και εστίασης, βελτίωση των κτιριακών υποδομών και του εκπαιδευτικού εξοπλισμού, και με στόχο να συναντηθούν με τους υγειονομικούς και άλλους κλάδους των δημοσίων υπηρεσιών με παρόμοια προβλήματα και αιτήματα.

Μια βαθιά πληγωμένη οικονομία
Η ύφεση που σοβούσε ήδη πριν την υγειονομική κρίση, μέσα σε λίγους μήνες επιταχύνθηκε ραγδαία από τα απανωτά lockdown, αλλά και τη μείωση της κατανάλωσης που έχει προκαλέσει η εργασιακή ανασφάλεια. Αλυσίδες καταστημάτων πτωχεύουν (Wibra, Blokker) ή κλείνουν υποκαταστήματα και απολύουν αθρόα εργαζόμενους, προκαλώντας μια ραγδαία αύξηση της ανεργίας. Αυτή τη στιγμή, 110.000 επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο πτώχευσης. Το 25% των επιχειρήσεων αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσκολίες. Αυτό το ποσοστό θα ήταν 43%, αν δεν είχαν υπάρξει οι φορολογικές/ασφαλιστικές ελαφρύνσεις και η οικονομική στήριξη από το κράτος.

Η βέλγικη οικονομία συνολικά αναμένεται να κλείσει το 2020 με 7.4% ύφεση, το δημόσιο χρέος αναμένεται να ξεπεράσει το 117%, ενώ η κατανάλωση έχει ήδη πέσει κατά 8,7%. 21% του πληθυσμού στη Βαλλονία και 10% στη Φλάνδρα ζουν λαμβάνοντας επίδομα απορίας (που ισούται με το όριο της φτώχειας). Πάνω από 340.000 ήταν οι άνεργοι που έλαβαν επίδομα το Σεπτέμβριο του 2020, αριθμός που δηλώνει αύξηση κατά 2% σε σχέση με το 2019, που όμως δεν περιλαμβάνει τους ανθρώπους που πέρασαν αναγκαστικά σε μερική απασχόληση, ούτε αυτούς που βρίσκονται σε αναστολή και λαμβάνουν αντίστοιχο επίδομα.

Οι προοπτικές για τη βέλγικη οικονομία είναι εξαιρετικά ζοφερές, ενώ η κυβέρνηση δείχνει να έχει πολύ μικρά περιθώρια για να δώσει μια ώθηση για ανάκαμψη. Δείχνει να περιμένει να επωφεληθεί από ενδεχόμενη ανάκαμψη της γερμανικής και της γαλλικής οικονομίας, με τις οποίες το Βέλγιο είναι στενά συνδεδεμένο. Κάτι τέτοιο όμως δεν φαντάζει ορατό στο άμεσο μέλλον, ενώ σύντομα το κράτος δεν θα είναι πια σε θέση να συνεχίσει την επιδοματική πολιτική που ασκεί τώρα και που αποτελεί τη μόνη σανίδα σωτηρίας για μεγάλο μέρος του πληθυσμού. Αυτά είναι και τα όρια που θέτει το καπιταλιστικό σύστημα για την υπέρβαση της πανδημίας και της κρίσης!

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, αιτήματα όπως η μείωση των ωρών εργασίας χωρίς μείωση του μισθού, ή η θέσπιση του κατώτατου μισθού σε 14€ την ώρα, μοιάζουν με μονόδρομο για το εργατικό κίνημα. Παράλληλα, οι αιχμές για οικονομική ενίσχυση της υγείας, της εκπαίδευσης, των μέσων μεταφοράς και των κοινωνικών κατοικιών είναι αναγκαίες και εξαιρετικά επίκαιρες. Είναι απαραίτητο να συνδεθούν με τα παραπάνω εργατικά αιτήματα. Η υγειονομική και η οικονομική κρίση πλήττουν κατά κύριο λόγο τις γυναίκες, τους νέους και τους μετανάστες. Αυτές οι κοινωνικές ομάδες εξάλλου απασχολούνται σε μεγάλη πλειοψηφία στους χώρους της υγείας, της εκπαίδευσης και των υπηρεσιών – τους χώρους που βρίσκονται στο στόχαστρο της κρίσης και της ύφεσης.

Κυβέρνηση – στρουθοκάμηλος
Σε μια προσπάθεια να κατευνάσει τα πνεύματα, η κυβέρνηση έβγαλε έναν ακόμα άσσο από το μανίκι: τη στιγμή που τα κρούσματα άγγιξαν τις 25 χιλιάδες ημερησίως, αποφασίστηκε να σταματήσουν τα τεστ στους ασυμπτωματικούς. Άνθρωποι δηλαδή που ενδεχομένως ήρθαν σε επαφή με επιβεβαιωμένο φορέα, αλλά δεν ανέπτυξαν συμπτώματα, δεν έχουν πλέον δικαίωμα να κάνουν τεστ, και επαφίεται στη διακριτική τους ευχέρεια (και αυτή του εργοδότη τους) να κάνουν 7 ημέρες καραντίνα! Με ένα σμπάρο δυο τρυγόνια: από τη μια δείχνουμε να έχουμε πτώση των κρουσμάτων και αποφεύγουμε να χτυπήσουν κόκκινο τα γραφήματα – από την άλλη αυξάνουμε τις πιθανότητες να κυκλοφορούν χωρίς προφυλάξεις ασυμπτωματικοί φορείς που διασπείρουν τον ιό. Ιδιοφυές!

Η κυβέρνηση δείχνει πραγματικά πλήρη ανικανότητα (ή αδιαφορία) να διαχειριστεί την υγειονομική κρίση και εκ των πραγμάτων έχει μεγάλη αδυναμία να διαχειριστεί την οικονομική, που σε κάθε περίπτωση θα κοιτάξει να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα των εργοδοτών και όχι των εργαζομένων και της πλειοψηφίας της κοινωνίας. Μένει να δούμε ποια θα είναι η αντίδραση από την πλευρά των συνδικάτων. Η κοινωνία δείχνει πάντως ήδη σημάδια οργής, τα οποία θα φανεί αν θα μετουσιωθούν σε οργανωμένες κινηματικές αντιδράσεις.

http://net.xekinima.org/

Σχόλια (0)

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί.