Για την απουσία πηγαίου χιούμορ

Για την απουσία πηγαίου χιούμορ

  • |

Εκτός από την ψυχική απορρύθμιση και αποδιοργάνωση που έχει επιφέρει ο εγκλεισμός, εκτός από τη νοητική αμηχανία, έλλειψη προσοχής λ.χ., μικρή απώλεια μνήμης, απαισιόδοξες σκέψεις, συμβαίνει να έχει χαθεί και το χιούμορ από την ελληνική συμπεριφορά – και σκέψη.

Εννοείται εδώ η εξορία του πηγαίου χιούμορ και όχι αυτού που κατασκευάζεται σε άθλιες, τάχα χιουμοριστικές εκπομπές. Πρόκειται για εκπομπές χαμηλού ποιοτικού επιπέδου, που μερικές φορές πλησιάζουν ακόμη και τη χυδαιότητα. Αυτό δεν οφείλεται μόνο στην απουσία της επαφής μεταξύ των ανθρώπων αλλά κυρίως στο αδιέξοδο της κοινωνικής συνοχής, στη χαμηλή παιδεία όσων επιφορτίζονται να μας «διασκεδάσουν», στον «οικονομισμό» της ζωής και στην εκδίωξη του πνεύματος από την καθημερινότητα, από τον πολιτισμό. Ισως και στην απίσχνανση κάθε ελπίδας από τον καθένα ξεχωριστά.

Γιώργος Σταματόπουλος

Ως γνωστόν, όπως έχει τουλάχιστον επισημανθεί από αρκετούς στοχαστές, το χιούμορ προϋποθέτει: αυτογνωσία, αυτοπεποίθηση, ευαισθησία, παρατηρητικότητα, ευστροφία, οξύνοια, δυνατότητα έκφρασης, εμπειρίες ζωή, αποδοχή της τραγικότητας της ζωής, εμβάπτισμα στη λύπη και τη χαρά, γνώση του φευγαλέου [μας] του βίου. Αυτά φαντάζουν κάπως δύσκολα για τη σύγχρονη εποχή, αλλά μόνο με άφθονο χιούμορ [ειρωνικό, σαρκαστικό, αυτοσαρκαστικό, μεγαλόθυμο, υγιές, πηγαίο] είναι δυνατό να γίνουν υποφερτά και ίσως να αντιμετωπιστούν τα μεγάλα προβλήματα τα οποία έχει γεννήσει για τις κοινωνίες το πολιτικό σύστημα.

Γίνεται ζήτημα ελευθερίας το χιούμορ – δεν είναι παίξε γέλασε, είναι κριτική ματιά στον βηματισμό και στην ομιλία, ίσως ακόμη και στον χορό· κριτική όμως με κρίση και αγάπη, όχι με φθόνο και φτήνια. Είναι οιονεί απελευθέρωση από το άχθος της φορολόγησης, της οικονομικής στενότητας, της ανεργίας αλλά και της κρατικής τρομοκρατίας [για την ασφάλεια των πολιτών βεβαίως]. Είναι απορίας άξιο ότι όσο κορυφώνεται δήθεν ο υλικός πολιτισμός τόσο εκπίπτει ο πνευματικός πολιτισμός. Βέβαια αρκετοί θεωρούν αναπόφευκτη αυτήν την εξέλιξη, αλλά θλίβεται κανείς με αυτή τη στροφή [βαράθρωση] του είδους και αναρωτιέται: γιατί τάχα;

Εχει σημασία –και αυτό είναι διαπιστωμένο– ότι δύσκολα μπορεί κανείς να συγκρατήσει αυτήν την κατρακύλα, με ό,τι αυτό συνεπάγεται· κάτι τέτοιο συνιστά ύβριν, κυρίως για την ελληνική κοινωνία που, όσο να ’ναι, έχει και μία παράδοση στα αστεία, στις παροιμίες, στα αινίγματα [Σίβυλλες και λοιπά]. Η απουσία πηγαίου χιούμορ δείχνει τη μιζέρια και την αδράνεια ταυτόχρονα της κοινωνίας απέναντι στη λαίλαπα του φτηνού και του εκχυδαϊσμένου, υπαινικτικού και απλόχερα εύθυμου λόγου, που αναζωογονεί τον καθένα, έστω για λίγο χρόνο, που είναι όμως ικανός να αποτρέψει τη γενικότερη δυσθυμία και οποιαδήποτε στενάχωρη ψυχική κατάσταση.

Η σάτιρα, που είναι αδελφή του χιούμορ, έστω εξαδέλφη, όπου επιχειρείται, είναι κι αυτή για τα πανηγύρια, χωρίς καμία ανατρεπτική διάθεση, χωρίς κοινωνική κριτική, άσφαιρη, άκεφη, στερεοτυπική – φαύλη τελικά. Και από πού να πιαστεί ο χειμαζόμενος και ανήμπορος να αντιδράσει στην αντιλαϊκή πολιτική των κυβερνώντων πολίτης; Δεν φταίει δα ο κορονοϊός για όλη αυτήν τη θλίψη που προκαλείται από την έλλειψη χιούμορ και σάτιρας, ούτε η απάθεια της κοινωνίας – φταίει κυρίως η ελαφριά πολιτική και η ανάπηρη παιδεία. Και άλλα, αλλά είναι κουραστικό.

.efsyn.gr/