Η κρίση της υποκειμενικότητας και οι κίνδυνοι του φασισμού

Η κρίση της υποκειμενικότητας και οι κίνδυνοι του φασισμού

  • |

της Κατερίνας Μάτσα

«Κάθε μανιασμένος μικροαστός δεν θα μπορούσε να
γίνει Χίτλερ, αλλά ένα κομματάκι Χίτλερ υπάρχει
μέσα σε κάθε μανιασμένο μικροαστό»

Λ. Τρότσκι1

Η πανδημία του κορωνοϊού, στην αλληλοσύνδεσή της με τη συστημική, παγκόσμια κρίση του καπιταλισμού, η «τέλεια καταιγίδα» όπως έχει χαρακτηρισθεί μεταφορικά, εξακολουθεί να σαρώνει τον πλανήτη.

Όλες οι καπιταλιστικές κυβερνήσεις, ανίκανες να την διαχειρισθούν αποτελεσματικά, καταφεύγουν σε συγκεκριμένα μέτρα υγειονομικής προστασίας του πληθυσμού, με βασικό άξονα την κοινωνική αποστασιοποίηση.

Τα μέτρα, που επιβάλλονται, στη σημερινή κοινωνία της αποξένωσης, κάνουν ακόμα πιο απόμακρες και ρευστές τις ανθρώπινες σχέσεις, εντείνουν την αβεβαιότητα, την αστάθεια, την ανασφάλεια, το φόβο για το μέλλον, που φαντάζει απρόβλεπτο και απειλητικό.

Μέσα σε αυτούς τους όρους, ο κοινωνικός δεσμός, που βρίσκεται ήδη σε κρίση, οδηγείται στη διάρρηξη, με τεράστιες συνέπειες, μεταξύ των άλλων, και στον ανθρώπινο ψυχισμό. Γιατί, η ψυχική ζωή αναπτύσσεται μέσα από την εγγραφή του ψυχικού οργάνου και του Συμβολικού Νόμου στους διυποκειμενικούς, τους κοινωνικούς δεσμούς2. Όπως λέει ο Γεράσιμος Στεφανάτος “το ανθρώπινο είδος συγκροτείται στην κοινωνικότητά του, διαμέσου της επιθυμίας για την επιθυμία ενός άλλου υποκειμένου και της επιθυμίας για τον (Συμβολικό) Νόμο, από τον οποίο εξαρτάται η κοινωνική του ύπαρξη ως Υποκείμενο3”. Ο Συμβολικός Νόμος, λοιπόν, είναι παρών από την πρώτη στιγμή της σύστασης του υποκειμένου, με την απαγόρευση της αιμομειξίας και την εγγραφή του στη συμβολική τάξη και στον κοινωνικό δεσμό.

Η μετάδοση του Νόμου διαγενεακά γίνεται μέσα από το Υπερεγώ, στην ατομική και την πολιτιστική του διάσταση, που διασφαλίζει μέσα στον ατομικό ψυχισμό τη διαγενεακή μετάδοση του Νόμου και της κοινωνικοπολιτιστικής παράδοσης4.

Με αυτή την έννοια, το Υπερεγώ, όχι μόνο δεν εξαντλείται σε άκαμπτους κανόνες, που επιβάλλονται από τους γονείς στο παιδί, αλλά τα περιεχόμενά του αναδιευθετούνται συνεχώς, μέσα στο συγκεκριμένο κοινωνικό και πολιτιστικό πλαίσιο της ζωής του ατόμου και των γονέων, συγχρονικά και διαχρονικά.

Αυτός ο Συμβολικός Νόμος μπορεί, μέσα σε συνθήκες όξυνσης της κρίσης, να καταρρεύσει.

Η κατάρρευση του Συμβολικού Νόμου

“Οκτώ κεφάλια”, του M.C. Escher, 1922.

Στην καπιταλιστική κοινωνία, λέει ο Μαρξ5, «η απόλυτη αμοιβαία εξάρτηση των ατόμων, που είναι αδιάφορα το ένα στο άλλο, συνιστά την ατομική τους σύνδεση. Αυτή η κοινωνική σύνδεση, ο κοινωνικός δεσμός, εκφράζεται στην ανταλλακτική αξία και εξατομικεύεται σε χρήμα».

Με αυτή την έννοια, «οι κοινωνικές σχέσεις ανάμεσα σε ανθρώπους, στην καπιταλιστική κοινωνία, αντιστρέφονται σε σχέσεις ανάμεσα σε πράγματα, με τον κοινωνικό χαρακτήρα να πραγματοποιείται και να διαμεσολαβείται μέσω του χρήματος… Όσο και αν ακούγεται εφιαλτικό, σε αυτό ανάγεται ο αλλοτριωμένος κοινωνικός δεσμός, το χρήμα είναι η κοινότητα των ανθρώπων», όπως εξηγεί ο Σ. Μιχαήλ6.

Ο εφιαλτικός κόσμος του homo economicus κατοικείται από άτομα που, όσο βυθίζονται στη φτώχεια, όσο βιώνουν με οδύνη την απουσία χρήματος στη ζωή τους, τόσο εξατομικεύονται, τόσο αποξενώνονται από την κοινότητα. Όμως, χωρίς τη συλλογικότητα της κοινότητας δεν μπορούν να ενταχθούν στη συμβολική τάξη (κοινωνική, πολιτική, οικονομική), που αποτελεί θεμέλιο της κοινωνίας, και δεν μπορούν να συγκροτηθούν ως κοινωνικά υποκείμενα. Λειτουργούν ως ρευστές, αιωρούμενες ταυτότητες μέσα σε μια κοινωνία ρευστότητας, όπου ανέρχεται σε θέσεις εξουσίας η ασημαντότητα, με τον ψευδεπίγραφο τίτλο της αριστείας.

Σε αυτά τα άτομα, ανίκανα να ενταχθούν στη Συμβολική Τάξη, ο Συμβολικός Νόμος δεν μπορεί να εσωτερικευθεί για να συγκροτηθεί μια στέρεη ψυχοκοινωνική ταυτότητα. Παραμένει εξωτερικός και βιώνεται ως ξένος και εχθρικός. Το άτομο δεν μπορεί να λειτουργήσει με βάση τα όρια και τις αξίες της ομάδας και της κουλτούρας στην οποία ανήκει. Λειτουργεί με βάση το προσωπικό του συμφέρον.

Σε συνθήκες, λοιπόν, μεγάλης κοινωνικής αστάθειας, που βιώνονται ως εξαιρετικά ψυχοπιεστικές για το συγκεκριμένο άτομο, ο ελλειμματικός εαυτός, που βιώνει την απειλή της ψυχικής του κατάρρευσης, συστέλλεται σε ένα αμυντικό πυρήνα και γίνεται ένας «ελάχιστος εαυτός», όπως τον ορίζει ο Κρίστοφερ Λας7, έναν εαυτό με ρευστή, ανασφαλή ταυτότητα, που έχει συσταλεί σε έναν αμυντικό πυρήνα ενάντια στις αντιξοότητες της ζωής, σε συνθήκες εξαιρετικής, κοινωνικής αστάθειας.

Αυτό χαρακτηρίζει ιδιαίτερα τα μικροαστικά στρώματα, που καταστρέφονται από την κρίση, που καταβαραθρώνονται απότομα στον πάτο της κοινωνίας. Σε τέτοιες στιγμές, ο «ελάχιστος εαυτός, κάτω από το βάρος της προσωπικής του κρίσης, όταν βιώνει πολύ έντονα το φόβο μιας ενδεχόμενης εσωτερικής κατάρρευσης, είναι πιθανό να αναζητήσει εξωτερικά στηρίγματα σε μια ομάδα (φασιστική, φονταμενταλιστική ή άλλη). Σε αυτήν θα ψάξει να βρει μια σταθερή ταυτότητα, μέσα από την ταύτισή του με τον Αρχηγό, που προβάλλεται ως Σωτήρας. Από το φανατισμό της ομάδας και τη στρατιωτική πειθαρχία της θα αντλήσει τη σιγουριά που τόσο έχει ανάγκη. Τα συναισθήματα που κυριαρχούν μέσα του είναι ο θυμός, η ντροπή και ο φόβος. Αυτά γίνονται τα καύσιμα του φασισμού8».

Αυτόν τον τεράστιο φόβο που φωλιάζει μέσα του θα τον προβάλει στον Άλλο, που βρίσκεται έξω από την ομάδα και την ιδεολογία της, στον διαφορετικό, που γίνεται ο αποδέκτης του μίσους του. Σε αυτόν ρίχνει το ανάθεμα για την προσωπική του καταστροφή και τη δυστυχία του. Αυτός ευθύνεται και για την «εθνική» κρίση.

Ο δεσμός του με αυτόν τον Άλλο (τον Εβραίο, τον κομμουνιστή, τον αλλόθρησκο, γενικά τον Διαφορετικό) είναι ένας «δεσμός με το αρνητικό», καταστροφικός, σαδιστικός9.

Αυτός ο έξαλλος μικροαστός δεν αναγνωρίζει τη συμβολική τάξη και δεν δέχεται κανένα φραγμό στις πράξεις που αποβλέπουν στην καταστροφή αυτού του Άλλου, στον οποίο δεν αναγνωρίζει την ανθρώπινη ιδιότητα. Τον χαρακτηρίζει ως «ανθρωπόμορφο ζώο» και ως «παράσιτο», από το οποίο πρέπει να αποκαθαρθεί η ανθρωπότητα.

Ο Εnzo Traverso χρησιμοποιεί σε αυτή την περίπτωση τον όρο «βιολογικοποίηση της ετερότητας10».

Όμως, αυτό που κατά βάθος αναστατώνει τον έξαλλο μικροαστό δεν είναι τόσο η Διαφορά με τον Άλλο, όσο η φαντασιακή ταύτιση μαζί του, η ρευστή, θολή ταυτότητα μέσα στην οποία διαλύεται η δική του, η ομοιότητα, τελικά, με τον Άλλο, που δεν μπορεί να γίνει ανεκτή.

«Σκοτώστε τον Εβραίο μέσα σας, που είναι ο αρνητικός εαυτός σας και μετά να σκοτώσετε και τον Εβραίο γύρω σας», κατά την έκφραση των Ναζί11.

Έτσι, μέσα σε συνθήκες ακραίας κρίσης και κοινωνικών κραδασμών, ο Συμβολικός Νόμος, που δεν έχει εσωτερικευθεί, που δεν έχει ενσωματωθεί στον ψυχισμό του ατόμου, καταρρέει. Τη θέση του παίρνει ο νόμος, που υπαγορεύεται από τις αξίες του Έθνους, της Φυλής, του Αίματος και γίνεται ανελέητος προς ό,τι φαίνεται να τις απειλεί. Αυτός ο νόμος (π.χ. νόμοι της Νυρεμβέργης) χρησιμοποιείται για να συντρίψει κάθε τι το Διαφορετικό.

«Το έθνος του Χίτλερ είναι η μυθολογική σκιά της ίδιας της μικρομπουρζουαζίας, παθητικό παραλήρημα που της δείχνει τη χιλιόχρονη βασιλεία της πάνω στη Γη.

Για να υψώσουν το έθνος πάνω από την ιστορία, του δίνουν το υποστήριγμα της ράτσας. Η ιστορία θεωρείται σαν το απόσταγμα της ράτσας. Όπως η κατεστραμμένη αριστοκρατία βρίσκει παρηγοριά στην ευγένεια του αίματος της, το ίδιο και η φτωχή μικρομπουρζουαζία μεθάει με τους μύθους για τα ιδιαίτερα πλεονεκτήματα της φυλής της12».

Η κατάρρευση του Συμβολικού Νόμου παίρνει πανηγυρική μορφή στη Νύχτα των Κρυστάλλων, έγραφε ο ψυχίατρος Μάριος Μαρκίδης.

«Στο ναζιστή ο Νόμος από τοποτηρητής της συμβολικής τάξης μεταμορφούται σε μια κτηνώδη απόλαυση των ίδιων των δικαιωμάτων και εξουσιών. Ο Νόμος θεωρείται προδομένος από τους Εβραίους, τους τσιγγάνους, τους ομοφυλόφιλους, τους κομμουνιστές, οπότε καλείται αυτοπροσώπως από το εθνικό αίμα να αποκαταστήσει το Νόμο. Παντρεύει το Νόμο με τη σαδιστική ηδονή13».

Το «Σκοτεινό Υποκείμενο» του φασισμού

«Οι ρατσιστικές θεωρίες κινητοποιούν τις ασυνείδητες φαντασιώσεις των ανθρώπων ανεξάρτητα από και παρ’ όλη την επίσημη δημοκρατική ιδεολογία των σύγχρονων δημοκρατιών», τονίζει ο Λ. Τρότσκι14.

Όσο οξύνονται οι σύγχρονες αντιφάσεις του καπιταλιστικού συστήματος τόσο παροξύνονται και οι μη-σύγχρονες, προγενέστερες, αρχαϊκές επιβιώσεις του παρελθόντος, στο όνομα του Αίματος, του Έθνους, της Φυλής15.

Λέει πολύ χαρακτηριστικά ο Λ. Τρότσκι: «Ο φασισμός ανέβασε στην πολιτική τη λάσπη από τον βυθό της κοινωνίας. Όχι μόνο στα σπίτια των χωρικών, αλλά και στους ουρανοξύστες των πόλεων, πλάι στον εικοστό αιώνα ζουν ακόμα σήμερα ο δέκατος και ο δέκατος τρίτος αιώνας. Τί ανεξάντλητα αποθέματα σκοταδισμού, άγνοιας, αγριότητας. Η απελπισία τα ξεσήκωσε, ο φασισμός τούς έδωσε μια σημαία. Κάθε τι, που μέσα στην κανονική ανάπτυξη της κοινωνίας θα απορρίπτονταν από τον εθνικό οργανισμό, σαν έκκριμα του πολιτισμού, ξεπετιέται τώρα από το λαρύγγι. Ο καπιταλιστικός πολιτισμός ξερνά μια βαρβαρότητα που δεν χωνεύτηκε, αυτή είναι η φυσιολογία του16».

Αλλά και στον ατομικό ψυχισμό, σε στιγμές οξύτατης κρίσης, μπορεί να γίνει μια ψυχική παλινδρόμηση, να αναδυθούν ασυνείδητες επιβιώσεις του αρχαϊκού, γεννώντας μια καταστροφική, ψυχικά ανεπεξέργαστη βία, που χαρακτηρίζει το «σκοτεινό υποκείμενο», κατά τον όρο του Alain Badiou17.

Το φασιστικό υποκείμενο είναι ένα σκοτεινό υποκείμενο, που ξεθάβει ό,τι πιο αναχρονιστικό υπάρχει μέσα του για να εξοντώσει την αιτία του κακού, τον «υπάνθρωπο» (Untermensch), το αρνητικό είδωλο του ανθρώπινου. Στο όνομα του Έθνους, της Φυλής, του Αίματος πρέπει να καταστραφεί το διαφορετικό και ο «υπάνθρωπος» μέσα του.

Όπως έλεγε ο Εmmanuel Levinas “στον φασισμό αυτό που διακυβεύεται δεν είναι το ένα ή το άλλο δόγμα περί δημοκρατίας, κοινοβουλευτισμού, δικτατορικού καθεστώτος ή θρησκευτικής πολιτικής. Είναι το ίδιο το ανθρώπινο μέσα στον άνθρωπο18”.

Το «σκοτεινό υποκείμενο» είναι το προϊόν μιας διαδικασίας αποϋποκειμενοποίησης, απώλειας δηλαδή της ουσίας του ανθρώπου, της ειδολογικής του φύσης, του αληθινού εαυτού, ως σχέση με τον Άλλο, με την ετερότητα. Όπως λέει η Τζούντιθ Μπάτλερ, «η σχέση με τον εαυτό μου αναπτύσσεται στο πλαίσιο μιας απεύθυνσης προς τον άλλο ή την άλλη19».

Όταν, λοιπόν, αυτή η απεύθυνση προς τον Άλλο είναι μπλοκαρισμένη τότε γίνεται αδύνατη και η σχέση με τον κοινωνικό εαυτό και το άτομο οδηγείται στην αποανθρωποποίηση.

Διαδικασία αποανθρωποποίησης

«Κάθε μανιασμένος μικροαστός δεν θα μπορούσε να γίνει Χίτλερ, αλλά ένα κομματάκι Χίτλερ υπάρχει μέσα σε κάθε μανιασμένο μικροαστό. Ο Χίτλερ ήρθε για να ενώσει στο δισάκι του ζητιάνου του εθνικοσοσιαλισμού όλα τα είδη της δυσαρέσκειας και να οδηγήσει τη μάζα εκεί που αυτή τον ωθούσε. Η “εθνική αναγέννηση” στηρίχτηκε ολοκληρωτικά στις ενδιάμεσες τάξεις, το πιο καθυστερημένο τμήμα του έθνους, το βαρύ φορτίο της Ιστορίας20», όπως αναλύει ο Λ. Τρότσκι. Όμως, το στήριγμα του φασισμού είναι το μεγάλο Κεφάλαιο από ισχυρές ελίτ και πόλους εξουσίας, από το Κεφάλαιο των εφοπλιστών και των μεγαλοβιομηχάνων στην Ελλάδα, όπως ήταν της I.G. Farben και του συγκροτήματος Krupp στη Γερμανία του Χίτλερ.

Όπως αναλύει ο Σ. Μιχαήλ21, η κατεστραμμένη μικροαστική σκόνη από μόνη της δεν μπορεί να δημιουργήσει ένα παγιωμένο, πολιτικά ανεξάρτητο, μαζικό κίνημα, χωρίς την πολιτική βούληση, παρέμβαση, στήριξη και υποκίνηση της κυρίαρχης τάξης, που την θέτει στην υπηρεσία διάσωσης του καπιταλιστικού συστήματος έξω από τους θεσπισμένους συνταγματικούς–δικαιικούς του κανόνες σε συνθήκες κρίσης και “κατάστασης έκτακτης ανάγκης”. Όσο κι αν εμφανίζεται στα λόγια σαν “αντισυστημική”, στην ουσία στηρίζεται και στηρίζει το καπιταλιστικό σύστημα.

Αυτός ο μικρός Χίτλερ μπορεί να βγει στην επιφάνεια σε πολύ ιδιαίτερες στιγμές, όταν χρειάζεται να αναμετρηθεί με τον «ελάχιστο εαυτό» του, κάτω από τη σκιά του φόβου της επικείμενης ψυχικής του κατάρρευσης. Τότε αναζητά την εξουσία, πολιτική και οικονομική, για να τσακίσει ό,τι αισθάνεται ότι απειλεί τα θεμέλια του ναρκισσισμού του, ο οποίος εκπορεύεται από την ενόρμηση του θανάτου και όχι της ζωής.

Μέσα σε αυτούς τους όρους αυτό το άτομο χάνει την κοινωνικότητά του, την υπόστασή του ως κοινωνικό υποκείμενο, την αυθεντικά κοινωνική φύση του, εισάγεται σε μια διαδικασία αποϋποκειμενοποίησης και τελικά αποανθρωποποίησης, όπου η «κανονικότητά» του αποβλέπει αποκλειστικά στην ικανοποίηση των ναρκισσιστικών και διαστροφικών αναγκών του, σε σύγκρουση με τον ίδιο τον κοινωνικό δεσμό.

Μέσα από τέτοιες διαδικασίες λειτούργησαν και οι ψηφοφόροι της ναζιστικής «Χρυσής Αυγής». Έτσι βρήκε αυτή η εγκληματική οργάνωση απήχηση σε χιλιάδες οπαδούς στην Ελλάδα των μνημονίων και της οικονομικής και κοινωνικής καταστροφής. Δημιούργησε «τάγματα εφόδου», κατά τα χιτλερικά πρότυπα, εγκληματούσε συστηματικά, με την κάλυψη του κρατικού μηχανισμού, προβαλλόταν από συστημικά ΜΜΕ ως «αντισυστημική δύναμη» και προσέλκυε οπαδούς.

Σε συνθήκες κατάρρευσης κάθε σταθερού σημείου κοινωνικής αναφοράς πολλοί τρομοκρατημένοι μικροαστοί, βιώνοντας το φόβο της ενδεχόμενης διάλυσης και της προσωπικής τους (ήδη ρευστής) ταυτότητας στρέφονταν προς το ναζιστικό μόρφωμα, που έκανε επίδειξη δύναμης. Χτυπώντας ανελέητα μετανάστες, αγωνιστές της Αριστεράς και του αντιεξουσιαστικού χώρου και όσους θεωρούσε «κατώτερους», μοιράζοντας σακούλες με τρόφιμα για τους πεινασμένους, οργανώνοντας αιμοδοσίες «μόνο για Έλληνες», έχτιζε την εικόνα μιας σταθερής και ανίκητης, «εθνικής» δύναμης. Αυτή η εικόνα προσέλκυε τα πιο χτυπημένα από την κρίση και πιο εξαθλιωμένα μικροαστικά στρώματα, που αντάλλασαν το αίσθημα ασφάλειας που επιζητούσαν με τον θάνατο της ψυχής τους.

Μέσα από αυτό το πρίσμα μπορούμε να κατανοήσουμε τη μεταμόρφωση ανθρώπων «της διπλανής πόρτας» σε φασιστικά υποκείμενα.

Στο ερώτημα, λοιπόν, που θέτουν πολλοί, πώς μπόρεσαν να προβούν σε τόσο αποτρόπαια εγκλήματα, όπως αυτά στα στρατόπεδα εξόντωσης, άνθρωποι «κανονικοί» ή και καλλιεργημένοι, όπως κάποιοι ναζί αξιωματικοί, η απάντηση δεν εξαντλείται στο ότι «εκτελούσαν διαταγές». Με βάση τη θέση της Χάνα Άρεντ περί της «κοινοτοπίας του κακού», οποιοσδήποτε κανονικός άνθρωπος σε μη-φυσιολογικές συνθήκες μπορεί να προβεί σε αποτρόπαιες πράξεις, επειδή εκτελεί εντολές των ανωτέρων του.

Αυτός, όμως ο άνθρωπος, είχε ήδη υποστεί μια βαθειά και ανεπανόρθωτη διάβρωση των θεμελίων τού είναι του πριν ακόμα δεχτεί τις εντολές των ανωτέρων του. Και σε αυτό το ήδη διαβρωμένο ψυχολογικό υπόστρωμα έδρασε η ειδική εκπαίδευσή του και τα προνόμια που του δίνει η θέση του, για να τον αποκτηνώσει ακόμα περισσότερο και να τον μετατρέψει σε γρανάζι μιας μηχανής θανάτου.

Από αυτήν την άποψη, ο κίνδυνος μιας τέτοιας διάβρωσης και των συνεπειών της δεν αντιμετωπίζεται μόνο με μέτρα που αφορούν τη διαπαιδαγώγηση, με την ευρύτερη έννοια, των ανθρώπων, με τρόπους που τους βοηθούν να κατανοήσουν προς τα πού οδηγούνται, σε ποια απροσμέτρητα βάθη αποανθρωποποίησης κινδυνεύουν να καταλήξουν.

Οι εκπαιδευτικοί θεσμοί μπορούν, σε κάποιο βαθμό, να συμβάλουν, με αντιαυταρχικές μεθόδους διαπαιδαγώγησης και καλλιέργεια της κριτικής σκέψης και των ανθρωπιστικών αξιών, στη διαμόρφωση μιας πιο συνεκτικής, πιο συγκροτημένης κοινωνικής υποκειμενικότητας.

Όμως, το κύριο ζήτημα αφορά την εγκαθίδρυση ενός άλλου τύπου κοινωνικού δεσμού, μέσα σε ριζικά αλλαγμένους κοινωνικούς όρους, μέσα από την ανατροπή του καπιταλιστικού συστήματος. Γιατί δεν μπορείς να μιλάς για το φασισμό, αν δεν μιλάς για τον καπιταλισμό, όπως σωστά υπογράμμιζε ο Horkheimer22.

Η κρίση της υποκειμενικότητας μπορεί να λυθεί μόνο με την ανάδυση μιας νέας, επαναστατικής, διεθνιστικής, συλλογικής υποκειμενικότητας, μέσα από την πάλη για την κατάργηση των όρων κοινωνικής αλλοτρίωσης, που γεννά ο καπιταλισμός από την ίδια τη λειτουργία του.

Γιατί είναι αυτή η λειτουργία και ο πόλος του χρήματος, που «πραγμοποιεί» τον άνθρωπο, μετατρέποντας τις σχέσεις των ανθρώπων σε σχέσεις ανάμεσα σε πράγματα, όπως το θέτει ο Μαρξ.

Δεσμοί κοινωνικής αλληλεγγύης

Το υπόστρωμα των ανθρωπίνων σχέσεων, που επιτρέπει στους ανθρώπους να αναγνωρίζονται ως τέτοιοι, είναι μια πρωταρχική αλληλεγγύη από την οποία είναι φτιαγμένος ο ιστορικός ιστός, κατά τον Enzo Traverso23.

Αυτή η σχέση αλληλεγγύης είναι το υφάδι της ανθρωποποίησης, της διαδικασίας που εγκαθιστά τον εαυτό στο πεδίο του ανθρώπινου είδους.

«Το “Εμείς” πρέπει πάντα να αρχίζει από ένα Εγώ και ένα Εσύ. Αυτό το Εμείς είναι ένα Εγώ-ανθρώπινο είδος. Προϋποθέτει το να μιλά και να ακούει ο ένας τον άλλο24», όπως αναλύει η ψυχαναλύτρια Ράντμιλα Ζυγούρη.

Η υπέρβαση της κρίσης του κοινωνικού δεσμού και η αποφυγή των κινδύνων κάθε τύπου εκτροπής του, είναι υπόθεση του κινήματος της καθολικής ανθρώπινης χειραφέτησης, ως όρου για την εγκαθίδρυση ενός αληθινά ανθρώπινου κοινωνικού δεσμού, χωρίς ταξικά και άλλα δεσμά.

Στα πλαίσια αυτού του δεσμού, η επιθυμία του καθενός να δώσει νόημα στη ζωή του θα μετατρέπεται, μέσα από τη συλλογική δράση και την κοινωνική αλληλεγγύη, σε απαίτηση για καθολικότητα και πληρότητα της ζωής όλων. Για την επανιδιοποίηση της ανθρώπινης εργασίας ως δημιουργικής δραστηριότητας, για τη συλλογική διεκδίκηση στην πράξη μιας ρεαλιστικής, απελευθερωτικής ουτοπίας, όπως το θέτει ο σπουδαίος μαρξιστής φιλόσοφος Ερνστ Μπλοχ.

“Προσχέδιο για τη σύνθεση Νύφη”, του Γιάννη Μόραλη.
neaprooptiki.gr