Τρία χρόνια από το καλοκαίρι του 2015, του Πάνου Γκαργκάνα

Τρία χρόνια από το καλοκαίρι του 2015, του Πάνου Γκαργκάνα

Κοντεύουν τρία χρόνια από εκείνο το δραματικό καλοκαίρι του 2015, όταν η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα έκανε την πιο απότομη και θεαματική στροφή και προσχώρησε στο μνημονιακό στρατόπεδο εγκαταλείποντας το σαρωτικό ΟΧΙ του δημοψηφίσματος και υπογράφοντας το τρίτο μνημόνιο.
Τότε, η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ πρόβαλε πλήθος δικαιολογίες που όλες αποδείχθηκαν ψεύτικες. Σήμερα πια ξέρουμε ότι ο συμβιβασμός δεν ήταν προσωρινός. Αντίθετα, η προσαρμογή της κυβερνητικής πολιτικής στις απαιτήσεις της άρχουσας τάξης έχει επεκταθεί σε περισσότερους τομείς πέρα από τις μνημονιακές δεσμεύσεις: εκτός από τις ιδιωτικοποιήσεις, τις περικοπές συντάξεων και τη φορολόγηση ακόμη και των πιο χαμηλών μισθών έχουμε αθλιότητες σε βάρος των προσφύγων, εναγκαλισμούς με τους σφαγείς των Παλαιστίνιων και επικίνδυνες πολεμοκάπηλες προκλήσεις του Καμμένου.

Για τον κόσμο που στήριξε τον ΣΥΡΙΖΑ, η κατάσταση θυμίζει το παλιό γνωστό τραγούδι:

«Αγάπη πού ’γινες δίκοπο μαχαίρι
Κάποτε μού ’δινες μόνο τη χαρά,
Μα τώρα πνίγεις τη χαρά στο δάκρυ
Δεν βρίσκω άκρη,
δεν βρίσκω γιατρειά».

Χιλιάδες αναζητούν μια πειστική απάντηση για αυτήν την εξέλιξη. Οι πιο πολλοί δεν αποδέχονται την αντίληψη που προωθεί η Δεξιά και η κυρίαρχη κοινή λογική: «Έτσι είναι η Αριστερά, αιθεροβάμονες που όταν βρεθούν μπροστά στην σκληρή πραγματικότητα προσγειώνονται άτσαλα». Το θεώρημα ότι «έτσι είναι η ζωή και πώς να την αλλάξεις» μας βομβαρδίζει από χίλιες μεριές, επηρεάζει ως ένα βαθμό τις ιδέες μέσα στον κόσμο της εργατικής τάξης, αλλά ποτέ δεν καταφέρνει να σβήσει τις αντιστάσεις που γεννάει διαρκώς η σκληρή καθημερινότητα του καπιταλισμού μέσα στην κρίση του.

Και η Αριστερά που επιμένει να αντιστέκεται τι έχει να πει για όλα αυτά; Ένα μεγάλο τμήμα της πέρα από τον ΣΥΡΙΖΑ Αριστεράς καταφεύγει στην απάντηση ότι όλα αυτά δεν την ακουμπούν, πολύ απλά γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι κόμμα της Αριστεράς- είναι καθαρόαιμο αστικό κόμμα ή τουλάχιστον έτσι έγινε μετά τη «μετάλλαξη» του 2015.

Το πρόβλημα με αυτή την προσέγγιση είναι ότι έρχεται σε αντίφαση με τις μνήμες και τις εμπειρίες του κόσμου που θα ήθελε να πείσει. Στις εργατογειτονιές της δυτικής Αττικής στις εκλογές του Γενάρη 2015 τα κόμματα της άρχουσας τάξης πάτωσαν και αυτό που καταγράφηκε ήταν μια μαζική αριστερή στροφή. Σύμφωνα με τον Ριζοσπάστη εκείνων των ημερών το άθροισμα των ψήφων στη ζώνη από το Χαϊδάρι και την Αγία Βαρβάρα μέχρι το Ίλιον και το Καματερό έδινε τον ΣΥΡΙΖΑ πρώτο κόμμα με 42,3%, το ΚΚΕ τρίτο με 8,5% και την ΑΝΤΑΡΣΥΑ ένατη με 1%.1

Πλειοψηφικά μέσα στην εργατική τάξη υπάρχει ένα κομμάτι που θυμάται τίνος τμήμα ήταν η ΛΑΕ, με ποιον Συνασπίστηκε το ΚΚΕ τη δεκαετία του 1980, από που προήλθε το ΚΚΕ-εσωτερικού. Θυμάται ότι αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Τσίπρα-Καμένου είναι ο Γιάννης Δραγασάκης που λίγο έλλειψε να γίνει γραμματέας του ΚΚΕ καθώς έχασε τη σχετική ψηφοφορία στην Κεντρική Επιτροπή από την Αλέκα Παπαρήγα για λίγες ψήφους.

Αν θέλουμε να πείσουμε αυτόν τον κόσμο ότι υπάρχει αριστερή εναλλακτική απέναντι στην κατάντια του ΣΥΡΙΖΑ, του χρωστάμε μια καλύτερη εξήγηση για τις στροφές και τα γυρίσματα της Αριστεράς. Για να το πετύχουμε αυτό, έχουμε ανάγκη την επαναστατική παράδοση που μιλάει για το φαινόμενο του ρεφορμισμού, στέκεται στο γιατί και πώς εμφανίζεται αλλά και στο πώς μπορεί να αντιμετωπιστεί.

Από το Κομμουνιστικό Μανιφέστο στην Τρίτη Διεθνή

Η εικόνα ότι τα εργατικά κόμματα μπορεί να είναι αντιφατικά υπάρχει στο ίδιο το Κομμουνιστικό Μανιφέστο που έγραψαν ο Μαρξ και ο ΄Ενγκελς την παραμονή των επαναστάσεων του 1848. Στο τελευταίο κομμάτι του Μανιφέστου, στην ενότητα με τον τίτλο «Η στάση των κομμουνιστών απέναντι στα διάφορα κόμματα της αντιπολίτευσης», αναφέρει:

«Σύμφωνα με όσα είπαμε στο 2ο Μέρος βγαίνει από μόνη της η σχέση των κομμουνιστών προς τα συγκροτημένα πια εργατικά κόμματα, δηλαδή η σχέση τους προς τους χαρτιστές στην Αγγλία και τους αγροτικούς μεταρρυθμιστές στη Βόρεια Αμερική.

Αγωνίζονται για την επίτευξη των άμεσων σκοπών και συμφερόντων της εργατικής τάξης, αλλά στο σημερινό κίνημα εκπροσωπούν ταυτόχρονα και τo μέλλον του κινήματος. Στη Γαλλία, οι κομμουνιστές τάσσονται με το σοσιαλιστικό-δημοκρατικό κόμμα ενάντια στη συντηρητική και ριζοσπαστική αστική τάξη, χωρίς όμως να παραιτηθούν από τo δικαίωμα να κριτικάρουν τις φράσεις και τις αυταπάτες που έχουν την προέλευσή τους στην επαναστατική παράδοση [εννοεί την αστική επανάσταση του 1789].

Στην Ελβετία υποστηρίζουν τους ριζοσπάστες, χωρίς να παραγνωρίζουν ότι αυτό τo κόμμα αποτελείται από αντιφατικά στοιχεία, εν μέρει από δημοκράτες σοσιαλιστές με τη γαλλική έννοια, και εν μέρει από αστούς ριζοσπάστες».2

Βλέπουμε εδώ τον Μαρξ να μιλάει για «συγκροτημένα εργατικά κόμματα» που όμως εμπεριέχουν αστικά στοιχεία με τα οποία συγκρούονται οι κομμουνιστές. Αυτή η περίεργη εικόνα πήρε πολύ μεγαλύτερες διαστάσεις αργότερα, στις αρχές του εικοστού αιώνα, όταν πλέον υπήρχαν μαζικά «συγκροτημένα εργατικά κόμματα». Οι επαναστάτες εκείνης της περιόδου αναγκάστηκαν να εμβαθύνουν πάνω στις αρχικές προτροπές του Κομμουνιστικού Μανιφέστου και να χαράξουν τις διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στη ρεφορμιστική και την επαναστατική αριστερά.

Η Ρόζα Λούξεμπουργκ χρειάστηκε να γράψει τη θρυλική πολεμική της ενάντια στον Μπερνστάιν με τίτλο «Μεταρρύθμιση ή Επανάσταση», ο Λένιν χρειάστηκε να κατακεραυνώσει τον «Αποστάτη Κάουτσκι». Η αποκορύφωση ήρθε μετά τη νίκη της επανάστασης στη Ρωσία το 1917, με την ίδρυση της Τρίτης Διεθνούς που διαχώρισε τα επαναστατικά κόμματα από τα ρεφορμιστικά της Δεύτερης Διεθνούς.

Εδώ χρειάζεται να σταθούμε, γιατί στην περίοδο εκείνη βρίσκουμε και τις πιο ξεκάθαρες ερμηνείες για το φαινόμενο του ρεφορμισμού αλλά και τις πιο πολύτιμες εμπειρίες από τις προσπάθειες για την αντιμετώπισή του.

Η ύπαρξη οργανωμένων ρεφορμιστικών πολιτικών δυνάμεων μέσα στην εργατική τάξη δεν είναι αποτέλεσμα ατομικών αδυναμιών κάποιων ηγετών που κάνουν «κωλοτούμπες». Είναι πρόβλημα που έχει τις ρίζες του στην αντιφατική συνείδηση των εργατών και των εργατριών σαν αποτέλεσμα της κοινωνικής θέσης της εργατικής τάξης μέσα στον καπιταλισμό ως κυριαρχούμενης τάξης.

Ο Μαρξ είχε βάλει τα θεμέλια αυτής της ανάλυσης όταν έλεγε ότι μέσα στις κοινωνία οι κυρίαρχες ιδέες είναι οι ιδέες της κυρίαρχης τάξης. Υπάρχουν οργανωμένοι θεσμοί που αναπαράγουν και εξασφαλίζουν αυτή την ιδεολογική κυριαρχία: η οικογένεια, το σχολείο, ο στρατός, το πανεπιστήμιο, η εκκλησία, η αλλοτριωμένη εργασία, τα ΜΜΕ. Όμως, όλα αυτά ποτέ δεν φτάνουν να κυριαρχήσουν απόλυτα πάνω στις ιδέες όλων των εργατών και των εργατριών, γιατί η δική τους τάξη βρίσκεται διαρκώς σε σύγκρουση με την εκμετάλλευση που υφίσταται. Απέναντι σε όλα τα κηρύγματα υπακοής, πειθάρχησης και σεβασμού προς τους «ανωτέρους» και αποδοχής της «υπάρχουσας τάξης πραγμάτων», υπάρχει πάντα σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό η εμπειρία και η παράδοση της συλλογικής αντίστασης και πάλης.

Ο Αντόνιο Γκράμσι ήταν ο επαναστάτης που διατύπωσε με τον καλύτερο τρόπο την ύπαρξη αυτής της αντίφασης στα μυαλά των απλών ανθρώπων. Γράφει στο κείμενο του «Η μελέτη της Φιλοσοφίας»:

«Ο ενεργός ‘άνθρωπος-μέσα-στο-πλήθος’ έχει μια πρακτική δραστηριότητα αλλά δεν διαθέτει μια καθαρή θεωρητική συνειδητοποίηση της πρακτικής δραστηριότητάς του, η οποία όμως παρ’ όλα αυτά εμπεριέχει μια κατανόηση του κόσμου στο βαθμό που επιχειρεί να τον αλλάξει. Η θεωρητική του συνείδηση μπορεί πραγματικά να βρίσκεται σε αντίθεση ιστορικά με τη δράση του. Θα μπορούσε σχεδόν κάποιος να πει ότι διαθέτει δυο θεωρητικές συνειδήσεις (ή μια αντιφατική συνείδηση): μια συνείδηση που εξυπακούεται μέσα στη δράση του και η οποία στην πραγματικότητα τον συνδέει με όλους τους συναδέλφους του εργάτες στον έμπρακτο μετασχηματισμό του πραγματικού κόσμου. Και μια επιφανειακά ρητή ή φραστική, την οποία έχει κληρονομήσει από το παρελθόν και έχει απορροφήσει άκριτα».3

Ο Γκράμσι, συνεπής στο επαναστατικό ρεύμα που έχτισε μαζί με τη Ρόζα, τον Λένιν και τον Τρότσκι, πιστεύει ότι η «συνείδηση που εξυπακούεται» μπορεί να υπερνικήσει τις πιέσεις της λαθεμένης «θεωρητικής συνείδησης». Το δείχνει όχι μόνο με τη δράση του για τη δημιουργία επαναστατικού εργατικού κόμματος στην Ιταλία αλλά και με τα θεωρητικά κείμενά του. Απέναντι στις πιέσεις της δικής του εποχής ότι ο Τεϊλορισμός και ο Φορντισμός έχουν κάνει τον εργάτη έναν «εκπαιδευμένο γορίλα» απαντάει κατηγορηματικά: «Ο άνθρωπος μπορεί να βαδίζει χωρίς να είναι υποχρεωμένος να σκέφτεται όλες τις κινήσεις που απαιτούνται για να περπατήσει, σε τέλειο συγχρονισμό, όλα τα μέρη του σώματος, για τον συγκεκριμένο τρόπο που απαιτείται για το βάδισμα. Το ίδιο πράγμα ισχύει και θα συνεχίσει να ισχύει στη βιομηχανία για όλες τις βασικές κινήσεις ενός επαγγέλματος. Βαδίζει κανείς αυτόματα και ταυτόχρονα σκέφτεται για οτιδήποτε επιλέγει να σκεφτεί. Οι Αμερικανοί βιομήχανοι έχουν καταλάβει πολύ καλά αυτή τη διαλεκτική που ενυπάρχει στις νέες βιομηχανικές μεθόδους. Κατανοούν ότι ο «εκπαιδευμένος γορίλας» είναι απλά σχήμα λόγου, ότι «δυστυχώς» ο εργάτης παραμένει άνθρωπος και ακόμη ότι στη δουλειά του σκέφτεται περισσότερο, ή τουλάχιστον έχει περισσότερες ευκαιρίες να σκεφτεί, από τη στιγμή που έχει ξεπεράσει την κρίση προσαρμογής (στις νέες μεθόδους) χωρίς να τον εξαφανίσουν. Όχι μόνο σκέφτεται ο εργάτης, αλλά το γεγονός ότι δεν αντλεί ικανοποίηση από την εργασία του και συνειδητοποιεί ότι προσπαθούν να τον μετατρέψουν σε εκπαιδευμένο γορίλα μπορεί να τον οδηγήσει σε σκέψεις καθόλου συμβατικές».4

Αν η μια πλευρά της αντιφατικής συνείδησης πριμοδοτεί την ύπαρξη πολιτικών ρευμάτων συμβιβασμού με το υπάρχον καθεστώς, δηλαδή ρεφορμιστικά κόμματα, η άλλη πλευρά έχει τη δυναμική να επικρατήσει με τη βοήθεια της επαναστατικής αριστεράς.

Γκράμσι και Μπορντίγκα

Η πάλη για αυτή την επικράτηση, δηλαδή για το κέρδισμα της πλειοψηφίας της εργατικής τάξης στις επαναστατικές ιδέες της ανατροπής του καπιταλισμού, δεν τελειώνει με την αποκήρυξη των ρεφορμιστικών κομμάτων από ένα μεγαλύτερο ή μικρότερο τμήμα της Αριστεράς. Αντίθετα, τότε ανοίγουν όλα τα ζητήματα για το πώς μπορεί να γίνει αυτό. Ο Λένιν αναγκάστηκε να γράψει το κλασικό κείμενο του για τον «Αριστερισμό» σαν απάντηση στα ρεύματα που θεωρούσαν αυτάρεσκα ότι η ρήξη με τη συμβιβασμένη σοσιαλδημοκρατία της Δεύτερης Διεθνούς είχε λύσει το πρόβλημα. Όλα τα πρώτα συνέδρια της Τρίτης Διεθνούς κυριαρχήθηκαν από τις συζητήσεις για τις σχέσεις ανάμεσα στους επαναστάτες και τους ρεφορμιστές.

Στην Ιταλία, μετά τη νίκη της επανάστασης στη Ρωσία και την άθλια στάση του Σοσιαλιστικού Κόμματος στη διάρκεια της «Κόκκινης Διετίας» 1919-1920, όταν οι εργάτες προχώρησαν σε μαζικές καταλήψεις των εργοστασίων αλλά το Σοσιαλιστικό Κόμμα δεν στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων, μεγάλο τμήμα της Αριστεράς προχώρησε στην ίδρυση του Κομμουνιστικού Κόμματος. Την ηγεσία ανέλαβε ο Αμαντέο Μπορντίγκα, ο οποίος έχει μείνει στην ιστορία σαν κορυφαίο παράδειγμα για τα τραγικά αδιέξοδα που προκαλεί ο σεχταρισμός.

Ο Μπορντίγκα είχε πίσω του σπουδαία δράση, χάρη στην οποία αναδείχθηκε στην ηγεσία του νέου κόμματος. Ήταν η φωνή μέσα στην ιταλική αριστερά που είχε καταγγείλει τον ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα του Πρώτου Παγκόσμιου Πόλεμου. Στη διάρκεια της Κόκκινης Διετίας είχε αναδείξει ξανά και ξανά τις προδοσίες της ηγεσίας του Σοσιαλιστικού Κόμματος. Με αυτό το κύρος βοήθησε να συσπειρωθούν στην ίδρυση του PCI τον Γενάρη του 1921 40-50.000 μέλη όταν το Σοσιαλιστικό Κόμμα διέθετε περίπου τριπλάσια.

Όσο ξεκάθαρος, όμως, ήταν για την αναγκαιότητα της ρήξης με τον ρεφορμισμό, άλλο τόσο αποδείχθηκε μπερδεμένος στην αντιμετώπισή του στη συνέχεια. Με την Ιταλία να βρίσκεται στα πρόθυρα της επικράτησης του φασισμού το 1922, ο Μπορντίγκα διακήρυξε τον Μάη του 1921: «Οι φασίστες και οι σοσιαλδημοκράτες δεν είναι παρά δυο πλευρές του ενιαίου αυριανού εχθρού».5

Με βάση αυτή την ανοησία, το PCI αρνήθηκε να συνεργαστεί με το αντιφασιστικό κίνημα Arditti del Popolo, γιατί θεωρούσε ότι ήταν μια «συνομωσία» του Σοσιαλιστικού Κόμματος. Η ηγεσία Μπορντίγκα έφτασε μάλιστα να απειλήσει με διαγραφές τους νεολαίους του ΚΚ που συνεργάζονταν με τους Arditti. Ο Γκράμσι, αντίθετα, εξηγούσε ότι «η γοργή εξάπλωση της πρωτοβουλίας δεν ήταν αποτέλεσμα κάποιου γενικού σχεδίου που είχε προετοιμάσει το Σοσιαλιστικό Κόμμα, αλλά οφειλόταν απλά στο πνεύμα που επικρατούσε στη χώρα- την επιθυμία για ένοπλη αντίσταση που έβραζε μέσα στις πλατιές μάζες».6

Για την ακρίβεια, η ηγεσία του Σοσιαλιστικού Κόμματος επέμενε μέχρι τέλους στην αυταπάτη ότι το Σύνταγμα και το κοινοβούλιο θα έβαζε φρένο στον Μουσολίνι. Ακόμη και ο σοσιαλιστής βουλευτής Ματεότι που δολοφονήθηκε από τους φασίστες αργότερα δήλωνε το Μάρτη του 1921 μέσα στη Βουλή: «Καθίστε στα σπίτια σας. Μην απαντάτε στις προκλήσεις. Ακόμη και η σιωπή, ακόμη και η δειλία, είναι ηρωικές ορισμένες φορές».7

Αλλά η σεχταριστική πολιτική δεν επέτρεψε στο ΚΚ να αξιοποιήσει τις αντιφάσεις των ρεφορμιστών και να συσπειρώσει αποτελεσματικά τον κόσμο που ήθελε να συγκρουστεί με τους φασίστες. Χρειάστηκε να περάσουν χρόνια ώστε η νέα ηγετική ομάδα γύρω από τον Γκράμσι να περιθωριοποιήσει τον σεχταρισμό με τις περιβόητες «Θέσεις της Λυών». 8

Δεν πρέπει κανείς να νομίσει ότι ο Γκράμσι ήταν λιγότερο ξεκάθαρος από τον Μπορντίγκα για το ρόλο των ρεφορμιστών. Ο Γκράμσι ήταν αυτός που παρομοίωσε τους ρεφορμιστές με έναν κάστορα που αυτοευνουχίζεται επειδή οι κυνηγοί θέλουν να τον πιάσουν για να αποκτήσουν τα αρχίδια του για φαρμακευτική χρήση.9 Οι πολιτικές διαφορές του Γκράμσι με τον Μπορντίγκα είχαν στο επίκεντρό τους την αντίληψη για την επαναστατική αριστερά και το κόμμα της. Ο Μπορντίγκα αντιλαμβανόταν το επαναστατικό κόμμα ως οργάνωση σκληρών επαναστατών που κοιτάνε αφ’ υψηλού την εργατική τάξη. Ο Γκράμσι χαρακτήρισε αυτή την αντίληψη ως «νομαδική» με την έννοια μιας ομάδας που περιφέρεται χωρίς δεσμούς με τους αγώνες της τάξης: «το ενδιαφέρον του για τα συνδικάτα ήταν ακραία επιφανειακό και αντιπαραθετικό στην αφετηρία του- όχι συστηματικό, όχι οργανικό και συνεκτικό, όχι με προσανατολισμό την κοινωνική ομοιογένεια αλλά πατερναλιστικό και τυπολατρικό».10

Το Ενιαίο Μέτωπο

Την ίδια περίοδο, ο Λένιν και ο Τρότσκι προσπαθούσαν μέσα από τις εργασίες της Τρίτης Διεθνούς να αναδείξουν τη σημασία της τακτικής του Ενιαίου Μετώπου για την αντιμετώπιση του ρεφορμισμού. Τον Μάρτη του 1922, ο Τρότσκι γράφει ένα σχετικό κείμενο που προοριζόταν για τους συντρόφους του γαλλικού τμήματος.11 Εκεί απαντάει βήμα-βήμα στις αντιρρήσεις ανυπόμονων επαναστατών τύπου Μπορντίγκα που έβλεπαν μόνο την αστική πλευρά των ρεφορμιστικών κομμάτων.

Ξεκινάει τονίζοντας την ανάγκη για συγκρότηση των επαναστατών σε ξεχωριστό κόμμα, σε ιδεολογική και οργανωτική ρήξη με τους ρεφορμιστές «οι οποίοι δεν αγωνίζονται για την προλεταριακή επανάσταση, δεν διαθέτουν ούτε τη δυνατότητα ούτε την επιθυμία για προετοιμασία των μαζών για επανάσταση και που με την όλη συμπεριφορά τους εμποδίζουν αυτό το έργο». Αλλά επιμένει ότι στόχος ενός τέτοιου επαναστατικού κομμουνιστικού κόμματος είναι να κερδίσει την πλειοψηφία της εργατικής τάξης για να οδηγήσει το προλεταριάτο στην κατάκτηση της εξουσίας.

Με βάση αυτόν τον στόχο, «όποιο κόμμα αντιπαραθέτει τον εαυτό του μηχανιστικά στην ανάγκη της εργατικής τάξης για ενότητα στη δράση, θα καταδικαστεί οπωσδήποτε στα μυαλά των εργατών. Επομένως, το ζήτημα του ενιαίου μετώπου δεν είναι ούτε από άποψη αφετηρίας ούτε από άποψη ουσίας ένα ζήτημα που αφορά τις αμοιβαίες σχέσεις μεταξύ της κομμουνιστικής και της σοσιαλιστικής κοινοβουλευτικής ομάδας, ή μεταξύ των κεντρικών επιτροπών των δυο κομμάτων …όσοι δεν κατανοούν αυτό το καθήκον βλέπουν το [επαναστατικό] κόμμα απλά σαν προπαγανδιστικό όμιλο και όχι σαν οργάνωση για μαζική δράση».

Στη συνέχεια, αντιμετωπίζει το ερώτημα αν το ενιαίο μέτωπο απευθύνεται και στις ρεφορμιστικές ηγεσίες και ξεκαθαρίζει ότι «Οι ρεφορμιστές φοβούνται το επαναστατικό δυναμικό του μαζικού κινήματος. Η αγαπημένη τους αρένα είναι το βήμα της Βουλής, τα γραφεία των συνδικάτων, οι επιτροπές μεσολάβησης, οι διάδρομοι των υπουργείων. Εμείς αντίθετα ενδιαφερόμαστε, πέρα από όλα τα άλλα, να σύρουμε τους ρεφορμιστές έξω από τα καταφύγιά τους και να τους τοποθετήσουμε δίπλα μας μπροστά στα μάτια των αγωνιζόμενων μαζών. Με σωστή τακτική μόνο κερδισμένοι θα βγούμε από αυτό. Ένας κομμουνιστής που αμφιβάλει ή το φοβάται αυτό μοιάζει με κολυμβητή που έχει εγκρίνει τις θέσεις για την καλύτερη μέθοδο κολύμβησης αλλά δεν τολμάει να πέσει στο νερό».

«Μα δεν θα πουν ότι αφού αποχωρήσαμε από αυτούς εξακολουθούμε να τους έχουμε ανάγκη; Ναι, ορισμένοι φωνακλάδες μπορεί να το πουν αυτό. Εδώ κι εκεί στις γραμμές μας ορισμένοι μπορεί να φοβηθούν από αυτό. Αλλά όσο αφορά τις ευρύτερες εργαζόμενες μάζες, το συμπέρασμα που θα βγάλουν είναι ότι παρά τον διαχωρισμό μας κάνουμε ό,τι περνάει από το χέρι μας για να διευκολύνουμε την ενότητα δράσης των μαζών».

Και τέλος επανέρχεται στην ανεξαρτησία των επαναστατών: «Συμμετέχουμε σε ενιαία μέτωπα, αλλά ούτε στιγμή δεν διαλυόμαστε σε αυτά. Λειτουργούμε μέσα στο ενιαίο μέτωπο σαν ξεχωριστό σώμα. Ακριβώς μέσα στη διαδρομή του αγώνα οι πλατιές μάζες πρέπει να μάθουν από την εμπειρία τους ότι εμείς παλεύουμε καλύτερα από τους άλλους, ότι βλέπουμε πιο καθαρά από τους άλλους, ότι είμαστε πιο τολμηροί και αποφασιστικοί. Με αυτό τον τρόπο θα φέρουμε πιο κοντά την ώρα του ενιαίου επαναστατικού μετώπου κάτω από αδιαμφισβήτητη κομμουνιστική ηγεσία».

Από τη θεωρία στην πράξη

Τι σημαίνει αυτή η παράδοση για τους αγώνες του σήμερα; Πολλά έχουν αλλάξει από τότε, αλλά θα ήταν λάθος να αφήσουμε στο ράφι της βιβλιοθήκης εκείνα τα πολύτιμα διδάγματα σαν «παλιά». Η εργατική τάξη σήμερα είναι πολύ μεγαλύτερη από τότε και βρίσκεται σε μια περίοδο όπου μαθαίνει μέσα από τις εμπειρίες της τα όρια της κάθε πολιτικής δύναμης μέσα σε μια μακρόσυρτη κρίση του καπιταλισμού.

Αυτή η διαδικασία είναι διεθνής. Η εκρηκτική άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ το 2012-15 ήταν πηγή έμπνευσης για χιλιάδες και χιλιάδες αγωνιστές της τάξης σε πολλές χώρες και η κυβερνητική διαχείριση από τότε μέχρι σήμερα είναι πηγή προβληματισμού αντίστοιχα. Στη Γαλλία, εκατομμύρια εργάτες και νεολαίοι συγκρούονται με τον Μακρόν και τρέφουν ελπίδες για τον Μελανσόν. Το ίδιο ισχύει για τον Κόρμπιν στη Βρετανία και για το Die Linke στη Γερμανία απέναντι στην άνοδο της ακροδεξιάς. Θα είναι όλοι αυτοί καλύτεροι από τον Τσίπρα αν έρθουν στην κυβέρνηση; Το τι κάνει η Αριστερά πέρα από τον ΣΥΡΙΖΑ στην Ελλάδα είναι υπόθεση που αφορά όλη αυτή την πορεία.

Ένα πρώτο κρατούμενο είναι η ύπαρξη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ ως πόλου της αντικαπιταλιστικής αριστεράς, μιας δύναμης που αντιστάθηκε στις αυταπάτες για τον ΣΥΡΙΖΑ. Τώρα που η κυβέρνηση Τσίπρα-Καμένου διαψεύδει αυτές τις αυταπάτες, είναι εύκολο να υποτιμήσει κανείς τη σημασία αυτής της ύπαρξης, αλλά κάτι τέτοιο είναι τραγικά λάθος. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ στηρίχτηκε και στηρίζει ένα ολόκληρο τμήμα αγωνιστών και αγωνιστριών που κουβαλάνε τις πιο προχωρημένες εμπειρίες ρήξης με τον ρεφορμισμό. Σύντροφοι και συντρόφισσες που αντιμετώπισαν κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ και ήρθαν σε σύγκρουση ξανά και ξανά με τις αδυναμίες των παραδοσιακών ηγεσιών της ρεφορμιστικής αριστεράς να προσφέρουν εναλλακτική προοπτική.

Αυτή δεν είναι μια αφηρημένη παρακαταθήκη. Απέναντι στις συνεχείς απόπειρες του ΣΥΡΙΖΑ να πείσει ότι δεν υπάρχει αριστερή εναλλακτική, καταφέραμε χάρη σε αυτή την εμπειρία να προβάλουμε συγκεκριμένες εναλλακτικές προτάσεις σε κάθε καμπή. Όταν ο ΣΥΡΙΖΑ έγινε κυβέρνηση και άρχισε τις υποχωρήσεις στη διαπραγμάτευση με το Eurogroup, το πρωτοσέλιδο της Εργατικής Αλληλεγγύης έλεγε «Διαγράψτε το χρέος, όχι τις υποσχέσεις σας». Και στις στήλες της Άποψης εκείνου του φύλλου γράφαμε: «Με κάθε ώρα και κάθε μέρα που περνάει, γίνεται όλο και πιο φανερό ότι η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ έχει βάλει τον εαυτό της σε ένα λούκι που οδηγεί σε συνεχείς εκπτώσεις σε βάρος των προσδοκιών του κόσμου που την ανέδειξε.

Η αναζήτηση ενός συμβιβασμού με την ΕΕ έχει παραχωρήσει στους τραπεζίτες και στις Βρυξέλλες ένα βέτο απέναντι σε κάθε διεκδίκηση των εργατών και της νεολαίας. Αύξηση του κατώτατου μισθού; «Δεν μπορεί η Ελλάδα να έχει κατώτατο μισθό μεγαλύτερο από άλλες χώρες της ΕΕ»» λέει ο Σόιμπλε. Επαναπρόσληψη των απολυμένων; «Θα παραβιάσετε το πλεόνασμα του προϋπολογισμού» λέει η Κομισιόν. Σταμάτημα των ιδιωτικοποιήσεων; «Κλείνω τη στρόφιγγα ρευστότητας για τις ελληνικές τράπεζες» λέει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.

Οι επιπτώσεις αυτών των εκβιασμών είναι ήδη ορατές στις κυβερνητικές εξαγγελίες, τόσο στη συζήτηση για τις προγραμματικές δηλώσεις στη Βουλή, όσο και στις προετοιμασίες για ένα «πρόγραμμα-γέφυρα» που θα προτείνουν ο Βαρουφάκης και ο Τσίπρας στο Γιούρογκρουπ και στη Σύνοδο Κορυφής αυτής της βδομάδας.

Το άμεσο, πιεστικό ερώτημα που αναδεικνύεται είναι: Υπάρχει εναλλακτική; Εδώ η απάντηση είναι ξεκάθαρα ναι. Αν η κυβέρνηση αρνηθεί να πληρώσει τα ομόλογα που λήγουν τον επόμενο μήνα, κερδίζει αυτόματα όλο τον χρόνο που διεκδικεί με τη φόρμουλα του «προγράμματος-γέφυρας». Αν προχωρήσει στη διαγραφή του χρέους, απαλλάσσεται από όλη την πίεση να φτιάχνει πλεονασματικούς προϋπολογισμούς για να πληρώνει τόκους. Αν κρατικοποιήσει το τραπεζικό σύστημα, μπορεί να ακυρώσει τη στρόφιγγα της Φρανκφούρτης.

Είναι φανερό ότι αυτή η εναλλακτική σημαίνει ρήξη με το ευρώ και την ΕΕ. Και πρέπει να γίνει φανερό ότι τώρα είναι η ώρα για αυτή τη ρήξη, γιατί το πρόβλημα το έχει η άλλη πλευρά, και οικονομικά και πολιτικά. Ο φόβος ότι μια ελληνική ρήξη με το ευρώ μπορεί να γίνει μια νέα Λήμαν Μπράδερς για την παγκόσμια οικονομία εκφράζεται ανοιχτά από κορυφαίους παράγοντες και στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ. Καμιά ευρωπαϊκή κυβέρνηση δεν έχει το κύρος και τη σταθερότητα για να αναλάβει το πολιτικό κόστος μιας τέτοιας αναταραχής.

Δεν πρέπει να περιμένουμε είτε παθητικά (είτε ακόμη χειρότερα χειροκροτώντας) τους υπουργούς της νέας κυβέρνησης να κάνουν στροφή και να εγκαταλείψουν τους συμβιβασμούς με την ΕΕ. Ο δρόμος προς την εργατική εναλλακτική μπορεί να ανοίξει μόνο με την επιμονή του οργανωμένου εργατικού κινήματος ότι δεν κάνουμε πίσω από τις δίκαιες διεκδικήσεις μας. Κάθε κομμάτι που επιμένει αγωνιστικά ότι δεν θα θυσιάσουμε την επιστροφή στις δουλειές μας, στα νοσοκομεία και στα σχολεία μας, στο βωμό των «γεφυρών» με την ΕΕ, χρειάζεται να έχει τη συμπαράσταση όλων μας. Ώστε όλοι μαζί να ξεμπλοκάρουμε την κατάσταση βροντοφωνάζοντας: Διαγράψτε το χρέος, όχι τις εργατικές διεκδικήσεις».12

Αντίστοιχα συγκεκριμένη ήταν η πρότασή μας όταν η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα αποδέχθηκε τη Συμφωνία ΕΕ-Τουρκίας και άρχισε να κλείνει τα θαλάσσια σύνορα με τη βοήθεια της Φρόντεξ και να μαντρώνει τους πρόσφυγες σε στρατόπεδα («camps»).13 Το Όχι στη Συμφωνία και το «Πρόσφυγες καλοδεχούμενοι» συνδυάστηκαν με μάχες για να ανοίξουν τα σχολεία για τα προσφυγόπουλα και οι πόλεις για τους γονείς τους.

Η δυνατότητα να συγκεκριμενοποιούμε τις εναλλακτικές λύσεις στηρίζεται σε και ενισχύει βήμα-βήμα τον στρατηγικό προσανατολισμό ότι η συνολική λύση βρίσκεται στην ανατροπή του καπιταλισμού από την οργανωμένη εργατική τάξη. Απέναντι στον ψεύτικο «ρεαλισμό» ότι οι υπουργοί μιας «κυβέρνησης της Αριστεράς» κάνουν ό,τι καλύτερο μπορούν μέσα σε δύσκολες συνθήκες αντιπαραθέτουμε χειροπιαστά τη στρατηγική του Λένιν.

Όπως γράφαμε ήδη το φθινόπωρο του 2015 «η επαναστατική αντιμετώπιση του Λένιν, που στηριζόταν στην ανάλυση του «Κράτος και Επανάσταση» για το χαρακτήρα και τη φύση των μηχανισμών που μπορεί να αναλάβει να διαχειριστεί μια κυβέρνηση της αριστεράς, ξέφευγε από τα αδιέξοδα μιας τέτοιας διαχείρισης προτείνοντας την υλοποίηση των πολιτικών στόχων με τις δυνάμεις του ίδιου του κοινωνικού κινήματος. Στους φαντάρους που πάλευαν για τον τερματισμό του πολέμου δεν πρότεινε να ελπίζουν στις ειρηνευτικές πρωτοβουλίες μιας προοδευτικής κυβέρνησης, αλλά να παίρνουν τον έλεγχο των μονάδων στα χέρια τους με ανταρσίες κατά των στρατηγών. Στους αγρότες που ήθελαν την αγροτική μεταρρύθμιση δεν πρότεινε την αναμονή για να ψηφιστεί ο σχετικός νόμος από μια αριστερή πλειοψηφία, αλλά την κατάληψη των κτημάτων πετώντας έξω τους τσιφλικάδες. Στους εργάτες που διεκδικούσαν το οχτάωρο και συναντούσαν τα λοκάουτ της εργοδοσίας δεν είχε να προτείνει την ανάδειξη ενός επαναστάτη στη θέση του υπουργού εργασίας, αλλά την επιβολή του εργατικού ελέγχου από τους ίδιους σε κάθε εργοστάσιο και στην οικονομία συνολικά. Με αυτή τη στρατηγική οι Μπολσεβίκοι έφτασαν να μπουν στα υπουργεία μόνο «πάνω στα ερείπια του αστικού κράτους», όπως έλεγε η Ρόζα».14

Τον πλούτο αυτών των εναλλακτικών λύσεων θέλουμε και μπορούμε να τον κάνουμε κτήμα των χιλιάδων εργατών και εργατριών που στήριξαν τις ελπίδες τους στον κοινοβουλευτικό δρόμο του ΣΥΡΙΖΑ και τώρα διαπιστώνουν πόσο κλειστός είναι αυτός ο δρόμος. Ο Τσίπρας και οι υπουργοί του είχαν την άνεση να γίνουν μνημονιακοί για να παραμείνουν διαχειριστές της κυβέρνησης. Η εργατική πλειοψηφία που ψήφισε ΣΥΡΙΖΑ και αριστερότερα το 2015 δεν έχει αυτή την πολυτέλεια και συνεχίζει να παλεύει ενάντια στις περικοπές, τις ιδιωτικοποιήσεις, τις απολύσεις. Σε αυτούς τους αγώνες η επαναστατική αριστερά έχει κάθε λόγο να είναι πρώτη, καλύτερη και ενωτική, απαιτώντας από όλες τις δυνάμεις της αριστεράς να τους στηρίξουν ενωτικά χωρίς ναι μεν αλλά.

Σημειώσεις

1. Βλέπε στον Ριζοσπάστη 27 Γενάρη: το αθροιστικό αποτέλεσμα στους δήμους Αγ. Βαρβάρα, Αγ. Ανάργυροι-Καματερό, Αιγάλεω, Ίλιον, Περιστέρι, Πετρούπολη, Χαϊδάρι δίνει ΣΥΡΙΖΑ 42,34%, ΝΔ 19,55%, ΚΚΕ 8,53%, ΧΑ 6,60%, Ποτάμι 5,67%, ΑΝΕΛ 5,18%, ΠΑΣΟΚ 3,09%, ΚΙΔΗΣΟ 2,10%, ΑΝΤΑΡΣΥΑ 0,97%, ΔΗΜΑΡ 0,49%, Λοιπά 5,49%

2. https://www.marxists.org/ellinika/archive/marx/works /1848/com-man/position.htm

3. Antonio Gramsci, Selections from the prison notebooks, Lawrence and Wishart, London 1971, σελίδα 333.

4. Στο ίδιο, σελ.309-10.

5. Tom Behan, The resistible rise of Benito Mussolini, Bookmarks, London 2003, σελ. 93. Ελληνική έκδοση Μαρξιστικό βιβλιοπωλείο.

6. Στο ίδιο, σελ.95.

7. Στο ίδιο σελ. 97

8. Αντόνιο Γκράμσι, Οι θέσεις της Λυών, Μαρξιστικό βιβλιοπωλείο, 2011

9. Antonio Gramsci, Selections from the prison notebooks, Lawrence and Wishart, London 1971, σελίδα 223.

10. Στο ίδιο, σελ. 204

kommon.gr/