Εκλογές ζωής και θανάτου για τον Ερντογάν

Εκλογές ζωής και θανάτου για τον Ερντογάν

Στις εκλογές της 24ης Ιουνίου, οι Τούρκοι πολίτες καλούνται να ρίξουν στην κάλπη δύο διαφορετικά ψηφοδέλτια. Το πρώτο για την ανάδειξη προέδρου και το δεύτερο ψηφοδέλτιο για την εκλογή των κομμάτων που θα εκπροσωπηθούν στην βουλή. Οι σφυγμομετρήσεις καταδεικνύουν μία δύσκολη κούρσα που καλείται να διεξάγει ο πρόεδρος Ερντογάν έναντι των πολιτικών του αντιπάλων.

Αντωνία Δήμου

Και τούτο διότι τα δημοσκοπικά ευρήματα αποτυπώνουν την πιθανή υπερίσχυση του νυν Τούρκου προέδρου στο δεύτερο γύρο των εκλογών με ορατό ωστόσο τον κίνδυνο ο συνασπισμός του κυβερνώντος Κόμματος της Δικαιοσύνης (ΑΚΡ) με τους Γκρίζους Λύκους (Κόμμα Εθνικιστικού Κινήματος, ΜΗΡ) να απολέσει τις βουλευτικές εκλογές από τη σύμπραξη του κεμαλικού Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος (CHP), του ισλαμικού Κόμματος της Ευδαιμονίας, του κεντρώου Δημοκρατικού Κόμματος και του νέου εθνικιστικού Καλού Κόμματος (İyi). Το εν λόγω εκλογικό σενάριο εκτιμάται ότι θα επιβεβαιωθεί στην περίπτωση που το κουρδικό Δημοκρατικό Κόμμα των Λαών (HDP) καταφέρει να αποσπάσει ποσοστό άνω του 10% που αποτελεί το κατώτατο εκλογικό όριο προκειμένου να εισέλθει οιοδήποτε κόμμα στο τουρκικό κοινοβούλιο.

Η δημιουργία εκλογικών συνασπισμών αποτέλεσε πολιτική πρωτοβουλία του προέδρου Ερντογάν με στόχο την ενίσχυση των Γκρίζων Λύκων των οποίων η εκλογική δύναμη εκτιμάται γύρω στο 5%. Αυτή την πρωτοβουλία εκμεταλλεύτηκε η αντιπολίτευση η οποία συνασπιζόμενη εναντίον του Ερντογάν ξεπέρασε τις ιδεολογικές διαχωριστικές γραμμές τύπου “αριστερά έναντι της δεξιάς”. Με αυτό τον τρόπο, διασφαλίζεται η συσπείρωση ανομοιογενών κοινωνικο-πολιτικών ομάδων που τάσσονται εναντίον του Ερντογάν και των πολιτικών του στο εσωτερικό και εξωτερικό μέτωπο της χώρας. Ως εκ τούτου, στην περίπτωση που ο αντιπολιτευόμενος συνασπισμός επικρατήσει στις βουλευτικές εκλογές, εκτιμάται ότι θα αποδειχθεί εξαιρετικά δύσκολο να διασπαστεί από τον Ερντογάν εάν αυτός κερδίσει τις προεδρικές αλλά απολέσει τις βουλευτικές εκλογές.

H συγκολλητική ουσία της αντιπολίτευσης συνίσταται στο ότι έχει δεσμευτεί να ακυρώσει τη συνταγματική αναθεώρηση του Απριλίου 2017 που πέρασε οριακά με ποσοστό 51,4%. Η συνταγματική αναθεώρηση προβλέπει την απόδοση ενισχυμένων εκτελεστικών εξουσιών στον νέο πρόεδρο που θα εκλεγεί με προεξέχουσες τη δυνατότητα έκδοσης διαταγμάτων με ισχύ νόμου, την κατάργηση της θέσης του πρωθυπουργού, τον διορισμό των μελών και αντιπροέδρων της κυβέρνησης καθώς και των ανώτατων δικαστών. Προς αποφυγή ακύρωσης της συνταγματικής αναθεώρησης ο πρόεδρος έχει πλέον τη δυνατότητα να διαλύσει το κοινοβούλιο αλλά και το τελευταίο έχει την διακριτή επιλογή να προκηρύξει νέες προεδρικές εκλογές.

Το εν λόγω πολιτικό ενδεχόμενο θα πρέπει να προσεγγίζεται ως ρεαλιστικό σενάριο το οποίο αναμφισβήτητα στην περίπτωση που υλοποιηθεί εκτιμάται ότι θα βυθίσει την Τουρκία στην πολιτική αβεβαιότητα με ορατό τον αρνητικό αντίκτυπο στην βεβαρημένη τουρκική οικονομία. Ήδη από τον Ιούλιο 2016 οπότε και πραγματοποιήθηκε το αποτυχημένο πραξικόπημα, οι άμεσες ξένες επενδύσεις στην τουρκική οικονομία έχουν σημειώσει ραγδαία μείωση, η εμπιστοσύνη των διεθνών αγορών έχει μειωθεί, ενώ η τουρκική λίρα έχει απωλέσει άνω του 30 τοις εκατό της αξίας της.

Ζήτημα πολιτικής ζωής ή θανάτου
Καθίσταται προφανές ότι αποτελεί ζήτημα πολιτικής ζωής ή θανάτου η επικράτηση του νυν Τούρκου προέδρου στις διπλές εκλογές της 24ης Ιουνίου. Εάν κερδίσει τις εκλογές, ο Ερντογάν θα αποτελέσει τον πιο ισχυρό ηγέτη αφότου ο Κεμάλ Ατατούρκ ίδρυσε τη σύγχρονη Τουρκία το 1923. Για αυτό τον λόγο, η εκλογική τακτική που ακολουθεί ο Τούρκος πρόεδρος συνίσταται στην αποφυγή ευθείας αντιπαράθεσης με τον Μουχάρεμ Ιτζέ συνυποψήφιο πρόεδρο της Δημοκρατίας και ηγέτη της αξιωματικής αντιπολίτευσης, δηλαδή του κεμαλικού Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος (CHP), η οποία θα καταδείκνυε στα μάτια του μέσου ψηφοφόρου τα τρωτά πολιτικά σημεία της διακυβέρνησης του.

Υπό το συγκεκριμένο πρίσμα άλλωστε πρέπει να ερμηνευθεί η αποφυγή Ερντογάν να αναμετρηθεί σε τηλεμαχία με τον Ιτζέ. Ευθεία τηλεοπτική αντιπαράθεση θα αύξανε τις πιθανότητες αφενός εκλογικής μετακίνησης ψηφοφόρων στην κεντρική Τουρκία και τον Εύξεινο Πόντο που παραδοσιακά στηρίζουν το κυβερνών κόμμα προς όφελος αυτή την φορά όμως της αντιπολίτευσης. Αφετέρου η τηλεοπτική αντιπαράθεση θα διεύρυνε έτι περαιτέρω την πρωτοκαθεδρία της αντιπολίτευσης στα αστικά κέντρα και τα μικρασιατικά παράλια, όπως αυτή αποτυπώθηκε ξεκάθαρα στα εκλογικά αποτελέσματα του δημοψηφίσματος το 2017.

Η μονομερής προεκλογική τηλεοπτική κάλυψη που έχει συντελεστεί κατά παραβίαση του τουρκικού συντάγματος έχοντας τα κρατικά μέσα αφιερώσει 181 ώρες στον πρόεδρο Ερντογάν και μόλις 15 ώρες στον Ιτζέ αποτυπώνουν τοις πράγμασι τον στραγγαλισμό των τουρκικών ΜΜΕ και την έλλειψη πλουραλισμού με στόχο την τον εκλογικό σφετερισμό του μέσου Τούρκου ψηφοφόρου υπέρ του κυβερνώντος κόμματος.

Στο συνολικό σκηνικό έρχονται να προστεθούν οι ανησυχίες περί εκλογικής νοθείας με δεδομένο ότι η Ανώτατη Εκλογική Επιτροπή (YSK) εισήγαγε τον κανόνα της επικύρωσης ψηφοδελτίων και φακέλων που δεν θα φέρουν το σφράγισμα των εκλογικών αρχών. Την ίδια στιγμή η μετακίνηση καλπών σε διάφορες πόλεις της νοτιοανατολικής Τουρκίας με το πρόσχημα της τρομοκρατικής απειλής αποστερεί την προσέλευση στις κάλπες κυρίως των Κούρδων ψηφοφόρων σε μία προσπάθεια του κυβερνώντος συνασπισμού να υπονομεύσει την απόσπαση ποσοστού 10 τοις εκατό από το κουρδικό HDP και να μείνει εκτός βουλής.

Ο ρόλος των Τούρκων ομογενών
Σε σημαντικούς διαμορφωτές του τελικού εκλογικού αποτελέσματος αναδεικνύονται οι Τούρκοι υπήκοοι εξωτερικού και οι Σύριοι πρόσφυγες. Υπολογίζεται ότι περίπου 30 χιλιάδες Σύριοι έχουν αποκτήσει την τουρκική ιθαγένεια μέσω κυβερνητικού προγράμματος που θεσπίστηκε το 2016 και ως εκ τούτου έχουν δικαίωμα ψήφου στις διπλές εκλογές. Η παράμετρος της ομογένειας είναι επίσης εξαιρετικά κρίσιμη στη διαμόρφωση του εκλογικού αποτελέσματος καθόσον εκτιμάται ότι περίπου 3.400.000 Τούρκοι υπήκοοι, τουτέστιν το 2% του συνόλου του εκλογικού σώματος της Τουρκίας, που διαβιούν σε τρίτες χώρες έχουν ήδη ασκήσει το εκλογικό τους δικαίωμα.

Και τούτο διότι μεταξύ 7 και 19 Ιουνίου στήθηκαν 123 κάλπες σε 60 διαφορετικές χώρες με αντιπροσωπευτικές την Γερμανία όπου οι δυνητικοί ψηφοφόροι ανέρχονται σε 1,4 εκατομμύρια, την Γαλλία με 340.000 ψηφοφόρους, την Ολλανδία με 250.000 και τις Αυστρία και Ηνωμένο Βασίλειο με τους δυνητικούς ψηφοφόρους και στις δύο χώρες να ανέρχονται σε περίπου 200.000. Το ιδιαίτερα υψηλό ποσοστό ψηφοφόρων από τη δεξαμενή των Τούρκων υπηκόων που διαβιούν στο εξωτερικό δύναται να καθορίσει αποφασιστικά το εκλογικό αποτέλεσμα της 24ης Ιουνίου. Προς κατανόηση τούτου, αρκεί κάποιος να ανατρέξει στα αποτελέσματα του δημοψηφίσματος το 2017 στην Γερμανία όπου το 63% των Τούρκων ομογενών υποστήριξαν το κόμμα του ΕρντογάνΑΚΡ και την πρόταση του για συνταγματική αναθεώρηση.

Ο σημαντικά υψηλός αριθμός δυνητικών ψηφοφόρων από το εξωτερικό αποτέλεσε πάγια στρατηγική του κυβερνητικού AKΡ που πήρε σάρκα και οστά στο πλαίσιο του ισχύοντος νόμου περί Τουρκικής Υπηκοότητας. Ο εν λόγω Νόμος συνδυαστικά με τη σύνταξη του περίφημου «Χάρτη της Τουρκικής Ομογένειας» υλοποιεί την ιδέα του παν-τουρκισμού. Πολυπληθείς τουρκογενείς πληθυσμοί στην Ευρώπη, τα Βαλκάνια και την Κεντρική Ασία έχουν κάνει χρήση του δικαιώματος απόκτησης υπηκοότητας και ως εκ τούτου η συμμετοχή τους στις επικείμενες εκλογές αποτελεί κρίσιμη παράμετρο. Σημειωτέον δε ότι στόχος του ισχύοντος νόμου περί τουρκικής υπηκοότητας που εισήγαγε η διακυβέρνηση του ΑΚΡ είναι η αριθμητική ανέλιξη στα 160 εκατομμύρια των Τούρκων υπηκόων παγκοσμίως.

Οι εκλογές της 24ης Ιουνίου πραγματοποιούνται σε μία κρίσιμη χρονική περίοδο. Το αποτέλεσμα τους εκτιμάται ότι θα καθορίσει εν πολλοίς τον βηματισμό της Τουρκίας η οποία στροβιλίζεται γύρω από τις τροχιές του συντηρητισμού και της εκκοσμίκευσης, με τον ισλαμικό συντηρητισμό να διαπερνά πλέον τα κοινωνικά θεμέλια της γειτονικής χώρας. Η δημοκρατία αναδεικνύεται σε κεντρικό διακύβευμα των τουρκικών εκλογών με την πιθανότητα εγκαθίδρυσης ενός αυταρχικού προεδρικού καθεστώτος να βρίσκεται προ των πυλών.

slpress.gr