Η «ρίζα» του αλκοολισμού στον εγκέφαλο

Η «ρίζα» του αλκοολισμού στον εγκέφαλο

Γιατί μόνο το 15% όσων πίνουν αλκοόλ γίνονται αλκοολικοί και άλλοι όχι; Πώς συνδέεται ο αλκοολισμός με την αμυγδαλή που βρίσκεται βαθιά στον εγκέφαλο και σχετίζεται με τα συναισθήματα; Τι συμβαίνει με τα γονίδια; Υπάρχει θεραπεία;

Εθισμός και γονίδια

Ο έμπειρος ψυχίατρος Markus Heilig εντάχθηκε στο επιστημονικό προσωπικό του Εθνικού Ινστιτούτου Υγείας το 2004 με τη φιλοδοξία να βρει νέους τρόπους αντιμετώπισης του εθισμού και του αλκοολισμού. «Ήταν η εποχή της επανάστασης των νευροεπιστημών, που σημαίνει ότι, είχαμε στα χέρια μας μία τεχνολογία που μας έδινε τη δυνατότητα να χειριστούμε με πολλούς τρόπους τους εγκεφάλους των ζώων». Μελετώντας τη συμπεριφορά εθισμού σε αρουραίους και ποντίκια οι επιστήμονες εντόπισαν κρίσιμα γονίδια, μόρια και περιοχές του εγκεφάλου στις οποίες θα μπορούσαν να επέμβουν με στόχο την αναστολή παρόμοιας συμπεριφοράς.

Ο Heilig διαφωνεί με τους συναδέλφους του οι οποίοι υποστηρίζουν ότι η μελέτη αρουραίων και ποντικών δεν προσφέρει στοιχεία στην έρευνα για τον εθισμό, καθώς όπως εξηγεί η έρευνα γίνεται με τον λάθος τρόπο. Κατά κανόνα, αφήνουν τα ζώα να λάβουν μόνα τους ουσίες πατώντας ένα μοχλό, κάτι το οποίο σχεδόν πάντα μαθαίνουν να κάνουν. Το στοιχείο αυτό από μόνο του τίθεται υπό αμφισβήτηση. Από τους ανθρώπους οι οποίοι καταναλώνουν τακτικά αλκοόλ, μόνο το 15% εξ αυτών είναι εξαρτημένο. Γιατί όχι το υπόλοιπο 85%; Αυτό είναι κατά τη γνώμη του το κρίσιμο ερώτημα και όχι ένα πείραμα στο οποίο όλα τα τρωκτικά καταλήγουν εθισμένα.

Ο Eric Augier, ο οποίος προσχώρησε πρόσφατα στην ομάδα του Heilig, επιχείρησε μια διαφορετική προσέγγιση -μία πρωτοποριακή πρακτική, που εφαρμόστηκε σε εργαστήριο του που μελετούσε τον εθισμό στην κοκαΐνη. Μετά την εκπαίδευση των αρουραίων στην αυτο-χορήγηση αλκοόλ, άρχισε να τους δίνει ζαχαρούχο νερό, κάτι που τρόπον τινά βρίσκεται πιο κοντά στην πραγματική ζωή, καθώς οι ουσίες λαμβάνονται σε συνδυασμό με άλλα -«ευχάριστα»- υποκατάστατα. Μεταξύ ποτού και ζαχαρούχου νερού οι περισσότεροι αρουραίοι επέλεξαν το δεύτερο. Όχι όλοι, ωστόσο: Από τους 32 αρουραίους με τους οποίους πειραματίστηκε σε πρώτη φάση, οι τέσσερις αγνόησαν τη ζάχαρη και συνέχισαν με αλκοόλ.

«Ο αριθμός των 4 αρουραίων είναι αστείος» λέει ο Heilig, σχολιάζοντας τη μικρή κλίμακα της έρευνας «αλλά οι 620 αρουραίοι που ακολούθησαν, δεν μπορούν να χαρακτηριστούν αστεία υπόθεση». Ο Augier επανέλαβε το πείραμα με περισσότερους αρουραίους διαφόρων ειδών, πάντα με τα ίδια αποτελέσματα: Το 15% επέλεξε το αλκοόλ και όχι τη ζάχαρη – ίδιος αριθμός με το ποσοστό των ανθρώπων που καταλήγουν αλκοολικοί.

Οι αρουραίοι που προτιμούν το οινόπνευμα έφεραν και άλλα χαρακτηριστικά που έχουν οι άνθρωποι με εξάρτηση. Όπως το γεγονός ότι καταβάλλουν περισσότερη προσπάθεια προκειμένου να πάρουν μια γουλιά αλκοόλ σε σχέση με τους αρουραίους οι οποίοι προτιμούν τη ζάχαρη και ότι συνεχίζουν να πίνουν ακόμη και όταν το «ποτό» που τους προμήθευαν οι επιστήμονες περιείχε μία έντονα πικρή χημική ουσία ή «προφερόταν» σε συνδυασμό με ηλεκτροσόκ. «Τα δεδομένα αυτά ήταν εντυπωσιακά για μένα που είμαι κλινικός ψυχίατρος» λέει ο Heilig «καθώς εντάσσονται στα βασικά κριτήρια για τη διάγνωση του αλκοολισμού: Οι άνθρωποι συνεχίζουν παρότι έχουν πλήρη επίγνωση ότι αυτό θα τους βλάψει ή θα τους σκοτώσει».

Πολλές εργαστηριακές μελέτες αντιμετωπίζουν τα ζώα σαν να είναι πανομοιότυπα, και κάθε μεταβολή στη συμπεριφορά τους θεωρείται απλώς φασαρία. Αλλά στην έρευνα του Augier, το σημαντικό ήταν η μεταβολή, καθώς υπογραμμίζει τον ειδικό ενδιαφέρον της υποκείμενης βιολογίας.

«Είναι μια πραγματικά καλή μελέτη» δηλώνει ο Michael Taffe, νευροεπιστήμονας στο Ινστιτούτο Ερευνών Scripps που μελετά την τοξικομανία. «Δεδομένου ότι μόνο μια μειοψηφία των ανθρώπων αντιμετωπίζουν τη μετάβαση στον εθισμό, μια τέτοια προσέγγιση είναι πιθανότερο να εντοπίσει τις συγκεκριμένες γενετικές παραλλαγές που μεταφέρουν τον εν λόγω κίνδυνο».

Στην αμυγδαλή

Το επόμενο βήμα της ομάδας ήταν ακριβώς αυτό: Συνέκριναν τους αρουραίους που προτιμούν το αλκοόλ με τους αρουραίους που προτιμούν τη ζάχαρη αναζητώντας τις διαφορές στα γονίδια που ενεργοποιούνται στον εγκέφαλό τους. Επικεντρώθηκαν σε έξι περιοχές που εμπλέκονται στον εθισμό και δεν βρήκαν διαφορές στις πέντε. «Αλλά στην έκτη βρήκαμε», λέει ο Heilig. «Έτσι άρχισα το διδακτορικό μου στην αμυγδαλή».

Η αμυγδαλή είναι μια ομάδα νευρώνων, σε σχήμα αμυγδάλου που βρίσκεται βαθιά στον εγκέφαλο, κοντά στο εγκεφαλικό στέλεχος και θεωρείται μέρος του «πρωτόγονου», εγκεφάλου που αναλαμβάνει τις ενστικτώδεις λειτουργίες. Σχετίζεται με τα συναισθήματα, και ειδικά με τον φόβο, και τις αντιδράσεις σε αυτόν. Όταν ο Augier εξέτασε την αμυγδαλή των αλκοολικών αρουραίων, βρήκε ενδείξεις ασυνήθιστα χαμηλής δραστηριότητας σε γονίδια τα οποία συνδέονται με μια νευροχημική ουσία που ονομάζεται gaba (γ-αμινοβουτυρικό οξύ).

Το gaba είναι ένα μοριακό κόκκινο φως, που επιβραδύνει τη δραστηριότητα του εγκεφάλου, που δρα σαν αναστολέας ο οποίος προφυλάσσει τα κύτταρα από την υπερθέρμανση. Μόλις «ανάψει» οι νευρώνες που παράγουν gaba χρησιμοποιούν ένα ένζυμο που ονομάζεται GAT3. Αλλά στην αμυγδαλή των ποντικών που προτιμούν το αλκοόλ, το γονίδιο που παράγει το GAT3 είναι πολύ λιγότερο ενεργό και κάνει μόνο τη μισή από τη συνηθισμένη δουλειά. Το Gaba συσσωρεύεται γύρω από τους γειτονικούς νευρώνες, καθιστώντας τους ασυνήθιστα ανενεργούς. Οι συνέπειες αυτού δεν είναι απολύτως ξεκάθαροι, ωστόσο η εκτίμηση του Heilig ότι, το επιπλέον gaba μπλοκάρει τους αρουραίους οι οποίοι αδυνατούν να διαχειριστούν τον φόβο και το στρες. Είναι πολύ πιο ανήσυχοι, γεγονός που μπορεί να εξηγήσει και την επιρρέπεια τους στο αλκοόλ.

Η ομάδα εκτιμά ότι, θα χρειαστεί ακόμη πέντε χρόνια προκειμένου να ολοκληρωθεί η έρευνα, καθώς μέχρι τώρα έχει αποδείξει την κρισιμότητα της αντλίας ανακύκλωσης που ονομάζεται GAT3. Η ομάδα του Heilig εξέτασε δείγματα ιστών (ανθρώπων οι οποίοι προσέφεραν τον εγκέφαλο τους στην επιστημονική έρευνα), μερικοί από τους οποίους ήταν αλκοολικοί. Όπως και στους αρουραίους, οι ερευνητές δεν βρήκαν τίποτα ασυνήθιστο σε πέντε από έξι περιοχές του εγκεφάλου. Αλλά στην αμυγδαλή, βρήκαν χαμηλά επίπεδα GAT3. Τη διασύνδεση μεταξύ αλκοολισμού, αμυγδαλής και των γονιδίων που συνδέονται με το gaba, είχαν εντοπίσει και άλλοι επιστήμονες. Εντοπίζοντας τους αρουραίους που είναι ευάλωτοι στον αλκοολισμό, η ομάδα του Heilig βρήκε τις λεπτομέρειες πίσω από αυτές τις θολές, ασαφείς συνδέσεις. Όπως επισημαίνει ο Jun Wang από το Πανεπιστήμιο του Τέξας «η αναγνώριση του GAT3 δεν είναι τόσο σημαντική διότι ο αλκοολισμός ελέγχεται από πολλαπλά γονίδια, αλλά η [νέα προσέγγιση της ομάδας] θα βοηθήσει στην ταυτοποίηση αυτών των γονιδίων. Είναι μια θαυμάσια μέθοδος για τη μοντελοποίηση του αλκοολισμού».

Υπάρχει θεραπεία;

Σύμφωνα με το Τheatlantic πριν από μια δεκαετία, ένας Γάλλος καρδιολόγος, ο Olivier Ameisen ισχυρίστηκε ότι θεράπευσε τον αλκοολισμό του λαμβάνοντας ένα φάρμακο που ονομάζεται μπακλοφέν. «Αντιμετωπίστηκε με σκεπτικισμό, επειδή δεν υπήρχαν στοιχεία που θα υποστήριζαν τους ισχυρισμούς του», εξηγεί ο Heilig. Αλλά πλέον υπάρχουν: Το Baclofen σταματά τους νευρώνες που απελευθερώνουν gaba. Από την άλλη, το Baclofen θεωρείται αμφιλεγόμενο, καθώς τα αποτελέσματα των κλινικών δοκιμών έχουν καταλήξει σε ανάμεικτα αποτελέσματα.

Δύο πρόσφατες μελέτες, οι οποίες ανέλυσαν τα αποτελέσματα αυτών των δοκιμών, κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η ικανότητα του φαρμάκου όσον αφορά τη θεραπεία του αλκοολισμού είναι «ελαφρώς πάνω από placebo» και ότι η αυξανόμενη χρήση του κρίνεται «πρόωρη». Επίσης μπορεί να είναι επιβλαβές. Οι άνθρωποι αναπτύσσουν γρήγορα ανεκτικότητα σε αυτό, γεγονός που τους ωθεί σε υψηλότερες δόσεις, οι οποίες έχουν πιθανότητες σοβαρών παρενεργειών -στη Γαλλία έχουν καταγραφεί περισσότερα από 100 κρούσματα δηλητηρίασης από μπακλοφέν. «Είναι ένα τρομερό φάρμακο», λέει ο Heilig.

Άλλα φάρμακα όπως οι βενζοδιαζεπίνες είναι επίσης αποτελεσματικά, αλλά όπως και το μπακλοφέν, παρουσιάζουν παρενέργειες. «Είναι μια καλή εναλλακτική για τον αλκοολισμό βραχυπρόθεσμα, αλλά δεν είναι ασφαλή για μακροπρόθεσμα χρήση» λέει η Lara Ray από το UCLA.

Σύμφωνα με τη μελέτη του Heilig υπάρχουν άλλες χημικές ουσίες, οι οποίες θα μπορούσαν να επηρεάσουν τα επίπεδα του gaba με πιο «λεπτούς τρόπους», βοηθώντας στον έλεγχο των εθισμών. Αρκετές τέτοιες ουσίες βρίσκονται ακόμη σε φάση ανάπτυξης. «Σε κάθε περίπτωση η πιθανότητα πραγματικής θεραπείας του αλκοολισμού αποτελεί ένα εξαιρετικά σημαντικό γεγονός» προσθέτει η Lara Ray.

tvxs.gr