Εθνικά ζητήματα: ας ξεφύγουμε από το αδιέξοδο, του Γιάννη Φ. Τσίκολη

Εθνικά ζητήματα: ας ξεφύγουμε από το αδιέξοδο, του Γιάννη Φ. Τσίκολη

Παρακολουθώντας Μουντιάλ μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση το κατανυκτικό για παίχτες, παράγοντες και οπαδούς 7λεπτο των εθνικών ύμνων πριν τα παιχνίδια. Στα πρόσωπα μπορούμε να διακρίνουμε από σοβαρότητα μέχρι συγκίνηση, πράγμα το οποίο μας υπενθυμίζει πως τα εθνικά αφηγήματα, συνεχίζουν να διαπερνούν την ανθρωπότητα σε ολόκληρη την υφήλιο. Εξελίσσονται και εμπλουτίζονται από τις νέες αντιφάσεις της εποχής και συγκροτούν κοινωνίες, οικονομίες, ανθρώπους, ιδεολογίες, κοινωνικές σχέσεις κοκ.
Ο σύγχρονος καπιταλισμός, του οποίου τα θεμέλια στήνονται στις περισσότερες χώρες του κόσμου στα μέσα του 19ου αιώνα, έχει στο DNA του την συγκρότηση των εθνών κρατών και παρά την δυναμική και την επέκταση των διεθνών ολοκληρώσεων, δεν φαίνεται ούτε να θέλει, ούτε να μπορεί να ξεπεράσει αυτές τις συγκροτήσεις. Τα έθνη κράτη ως οντότητες συνεχίζουν να παίζουν καθοριστικό ρόλο στη διεθνή πολιτική εξέλιξη, έχοντας στο τιμόνι της στρατηγικής τους λιγότερο ή περισσότερο δυναμικές αστικές τάξεις. Οι τελευταίες στηρίζουν παντοιοτρόπως τις εθνικές αφηγήσεις επειδή είναι οι αφηγήσεις της δικής τους επικράτησης στον παλιότερο κόσμο, το φεουδαρχικό σύστημα. Ο εθνικισμός υπήρξε τους προηγούμενους αιώνες το βασικό ιδεολογικό όπλο που χρησιμοποίησε το κεφάλαιο για να καθοδηγήσει την ανθρωπότητα στην υπέρβαση της φεουδαρχίας και επικράτηση του καπιταλιστικού συστήματος.
Στην πολιτική καθομιλουμένη της Ελλάδας σήμερα, εθνικισμός (ανεξάρτητα από τους μέχρι σήμερα ιστορικούς και κοινωνιολογικούς ορισμούς) λογίζεται η ιδεολογία συμπύκνωσης της επιθετικότητα ενός έθνους απέναντι στα άλλα με επίκεντρο της επιθετικότητας την ίδια του την ύπαρξη. Αν ο 19ος αιώνας είχε τις αστικές τάξεις ως φορείς αυτής της ιδεολογίας, η πολιτική ορολογία του 2018 τοποθετεί τις δυνάμεις της άκρας δεξιάς ως βασικούς πολιτικούς της εκφραστές. Όσο λοιπόν οι αστικές τάξεις κυριαρχούν και καθορίζουν την ιδεολογική συγκρότηση των κοινωνιών, τα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα μέσα από το πλέγμα των ιδεολογικών μηχανισμών αφομοιώνουν την κυρίαρχη ιδεολογία.
Τα λεγόμενα εθνικά ζητήματα είναι όψεις των αντιφάσεων που διαπερνούν την αστική κυριαρχία και αποτυπώνονται πάνω στις εθνικές συνέχειες. Χρειάζεται προσοχή στην κατανόηση αυτής της συνθήκης διότι όσο η εκμετάλλευση της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων επιτελείται σε διαφορετικά πλαίσια, τόσο οι διαφορές αυτές θα αντανακλώνται αντιφατικά στην αφομοίωση της αστικής ιδεολογίας. Είναι ασφαλές βάσει των παραδοχών αυτών να υποθέσουμε δύο τινά. Αφενός πως η συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων βλέπουν στην πατρίδα ένα θεμέλιο του ηθικού τους κώδικα και αφετέρου ότι τα χαρακτηριστικά της ιδεολογίας αυτής διαφέρουν από άνθρωπο σε άνθρωπο ανάλογα με τις εκάστοτε συνθήκες.
Σύμφωνα με τον κλασικό μαρξισμό, οι οξυνόμενες αντιφάσεις του καπιταλιστικού συστήματος δημιουργούν τις προϋποθέσεις της κατάργησής του. Οφείλουμε να μελετήσουμε την ουσιώδη αυτή παραδοχή για τον κόσμο, όχι μόνο στο οικονομικό φάσμα, αλλά και στο πεδίο της συνείδησης. Η αστική ιδεολογία, σε όλες της τις εκφάνσεις δημιουργεί «τρύπες», αντιθέσεις, δίπολα, πάντοτε σε συνάφεια ή και αντιστοίχιση με τα αντίστοιχες κινήσεις της παραγωγικής διαδικασίας. Εν προκειμένω μπορούμε να δούμε την συνθήκη αυτή στις αντιφάσεις των εκάστοτε πατριωτισμών. Δεν πρέπει να μας ξενίζει το ότι η αστική τάξη ενίοτε προδίδει το εθνικό αφήγημα που η ίδια κατασκεύασε και σε περιπτώσεις χάνει τον ιδεολογικό και πολιτικό έλεγχο αυτού του αφηγήματος. Άλλωστε, οι σκληροί ανταγωνισμοί στο εσωτερικό της δημιουργούν τις προϋποθέσεις συγκρούσεων οι οποίες θα αντικατοπτριστούν σε ιδεολογικές διαφοροποιήσεις στην αστική αφήγηση. Η ιστορία του προηγούμενου αιώνα επιχειρηματολογεί υπέρ της παραδοχής αυτής στις περιπτώσεις των αντιαποικιοκρατικών, αντιιμπεριαλιστικών αγώνων κυρίως στις χώρες του Τρίτου Κόσμου, οι οποίοι καθοδηγήθηκαν από κομμουνιστική ηγεσία και απέκτησαν χαρακτηριστικά πρώιμων σοσιαλιστικών επαναστάσεων.

Σήμερα, με αφορμή την όξυνση της ΝΑΤΟϊκής ιμπεριαλιστικής μεθοδολογίας στην ευρύτερη «γειτονιά» της ανατολικής Μεσογείου, η συζήτηση για τα «εθνικά» ζητήματα στις δυνάμεις της Αριστεράς έχει αναζωπυρωθεί. Εδώ δεν θα μπορούσα να μην σημειώσω πως η μεθοδολογία της κουβέντας αυτής είναι για τις περισσότερες δυνάμεις και αναλύσεις μία στείρα ιδεολογική αντιπαράθεση καθότι δεν αξιώνει κανένα πρακτικό διακύβευμα στο αντιπολεμικό και αντιιμπεριαλιστικό κίνημα, ούτε μία απεύθυνση στον λαό με φιλοδοξία συγκρότησης μαζικών ακροατηρίων.

Θλιβερή απόδειξη του ισχυρισμού αυτού είναι το ότι τα περισσότερα κείμενα που γράφονται επί των ζητημάτων αυτών εξαντλούν την δυναμική της επιχειρηματολογίας τους στην καταγγελία πολιτικών απόψεων είτε ως «εθνομηδενιστικές» είτε ως «εθνικιστικές». Πραγματικά το επιθετικό ύφος και η μεθοδολογία της κουβέντας θα δικαιολογούνταν σε μία περίοδο που τα εν εξελίξει πολιτικά σχέδια της Αριστεράς βρίσκονται σε κίνηση και όχι στη σημερινή φάση, που το εργατικό – λαϊκό κίνημα βρίσκεται κολλημένο στον τοίχο, στις συμπληγάδες του διπόλου «μνημόνιο Τσίπρα ή μνημόνιο Μητσοτάκη».

Η κομμουνιστική Αριστερά έχει χρέος να αποτρέψει τον ιστορικό του μέλλοντος να γράψει ότι το 2018 οι αριστερές δυνάμεις εξαντλούσαν την πολιτική τους δυναμική σε έναν τσακωμό για τα εθνικά ζητήματα ο οποίος δεν ενδιέφερε παρά μόνο τις ίδιες. Γι’ αυτό και πέραν της ορθότητας της μίας ή της άλλης άποψης, η κουβέντα που διεξάγεται οφείλει να γίνεται στο πεδίο δύο συγκεκριμένων αναζητήσεων: Την αναζήτηση μία πολιτικής γραμμής για το κίνημα η οποία να μπορεί να συσπειρώσει πλειοψηφικά ρεύματα στην κοινωνία αφενός, την αναζήτηση μίας συντροφικότερης και αποτελεσματικότερης «εσωτερικής» πολιτικής κουβέντας (με μία κάποια συστολή ως προς τις βεβαιότητες που εκφράζονται ένθεν κακείθεν) αφετέρου.

Για να αντιληφθούμε λοιπόν την διαλεκτική των εθνικών ζητημάτων πρέπει να καταλάβουμε πως ο πατριωτισμός είναι όντως μία αστική ιδεολογία και επίσης, όπως όλες οι ιδεολογίες, πάντοτε σε μεταβαλλόμενο πεδίο και όχι σε στατική έκφραση. Το 2015 ο πατριωτισμός των Ελλήνων ήταν καθοριστικός στη διαμόρφωση του ταξικότατου 62% ΟΧΙ στο δημοψήφισμα του Ιούλη, ενώ το 2018 ο πατριωτισμός μαζικοποίησε τις φασιστοσυνάξεις των μακεδονικών συλλαλητηρίων.

Και όσο λάθος ήταν το 2015 να αρνηθεί η αριστερά την επίσης μεταβλητή ηγεμονία της στο 62% του ΟΧΙ, άλλο τόσο λάθος ήταν η συμμετοχή στην μακεδονομαχική ακροδεξιά παράκρουση. Από τον «επαναστατικό ντεφετισμό» του Λένιν μέχρι το «patria o muerte» του Τσε, οι κομμουνιστικές δυνάμεις έχουν χρέος να δηλώσουν καθαρά και να κατανοήσουν βαθιά, πως εκφράζονται ταυτόχρονα και από τις δύο αυτές πολιτικές γραμμές. Διότι και οι δύο γραμμές κατάφεραν να μετασχηματίσουν την -δεδομένη στη συγκυρία της- αντίφαση του καπιταλισμού σε σοσιαλιστικό πρόταγμα πάλης για τους λαούς και μάλιστα νικηφόρο. Παραδείγματα αντιθετικών φαινομενικά ιστορικών φάσεων όπου οι κομμουνιστικές δυνάμεις έβαλαν μπροστά πότε το διεθνιστικό και πότε το πατριωτικό περιεχόμενο και δικαιώθηκαν ή και όχι και στις δυο περιπτώσεις υπάρχουν πολλά.

Για τα κατ’ ουσίαν σημεία της θεωρητικής – πολιτικής διαπάλης μπορούμε να πούμε πολλά. Η κριτική που ασκείται απέναντι στην «πατριωτική» Αριστερά έχει πολλά σωστά στοιχεία. Οργανώσεις και κόμματα που ψάχνουν ακροατήρια στα εθνικιστικά συλλαλητήρια καταδικάζουν τον εαυτό τους να αναπροσαρμόσουν την πολιτική τους γραμμή με βάση τα ακροατήρια που τελικά βρίσκουν. Η ονομασία της γείτονος σε «κάποιου είδους Μακεδονία» εμφανώς υπολείπεται άμεσου αντικρίσματος στη ζωή της εργατικής τάξης της Ελλάδας εκτός ίσως από την δεξιά μετατόπιση της πολιτικής κουβέντας. Εν προκειμένω το εθνικό δεν μπορεί να μετασχηματιστεί σε ταξικό, πόσο μάλλον με τον τρόπο που τίθεται από την εθνικιστική άκρα Δεξιά που ηγεμόνευσε στις φασιστοσυνάξεις.

Βέβαια, οι δυνάμεις της «πατριωτικής» Αριστεράς αυτό το αφήγημα χρησιμοποιούν εδώ και περίπου έναν αιώνα: ότι θα μετατρέψουν το εθνικό σε ταξικό όταν η συγκυρία το επιτρέπει, αλλά η ιστορία έχει δείξει αντιφατικά αποτελέσματα: άλλοτε με ικανοποιητική επιτυχία και άλλοτε με παταγώδη αποτυχία. Είναι αλήθεια όμως, πως το εθνικό ζήτημα είναι ένα υπαρκτό για την συντριπτική πλειοψηφία του λαού διακύβευμα και στην Ελλάδα, και σ’ αυτό το λαό η Αριστερά πρέπει να απευθυνθεί, ή τουλάχιστον να διευκρινίσει το αν θέλει να το κάνει.

Η Αριστερά οφείλει να δώσει όλες της τις δυνάμεις για να επιτύχει με τους δικούς της όρους την απεύθυνση αυτή ακόμη και στον δύσκολο σημερινό συσχετισμό. Η αντιπαράθεση και απεμπλοκή από το ΝΑΤΟ, που είναι η κυρίαρχη ιμπεριαλιστική ολοκλήρωση σήμερα στον πλανήτη, είναι ο βασικός καθοδηγητικός πυλώνας μίας τέτοιας πολιτικής φιλοδοξίας. Βάσει αυτής της απεμπλοκής η Αριστερά οφείλει να αντιπαραθέσει στον αναδυόμενο εθνικισμό ένα αντιπρόταγμα αγώνα που θα εξασφαλίζει την ειρήνη στην περιοχή, την εκδίωξη των αμερικάνικων βάσεων, την μαζική εμπλοκή του κόσμου με το κίνημα, την αντιπαράθεση στην ιμπεριαλιστική καταπίεση των λαών και των εισβολών σε ξένα σύνορα «απ’ όπου κι αν προέρχονται», την αναίμακτη επίλυση των εθνικών αντιπαραθέσεων βάσει της καλλιέργειας διεθνιστικών σχέσεων και το ξεμπρόστιασμα του επικίνδυνου ρόλου των αστικών τάξεων σε όλες τις χώρες. Αυτές οι συντεταγμένες, τοποθετημένες κατ’ επανάληψη από διάφορους ανθρώπους και πολιτικούς χώρους, στοιχειοθετούν ένα πλαίσιο στο οποίο χωρίς «ναι μεν αλλά» οι δυνάμεις της Αριστεράς καλούνται να συμπράξουν.

Από την άλλη πλευρά, οι δυνάμεις που καταγγέλλουν τις πατριωτικές διολισθήσεις της Αριστεράς εν τέλει ας απαντήσουν στο ερώτημα της πράξης και της συνείδησης: Πως δημιουργούμε πλειοψηφικό ρεύμα σε μία κοινωνία μακράς ηγεμονίας των εθνικών αφηγημάτων; Ποιο σχέδιο πρέπει να προτάξουμε για να μετασχηματίσουμε σε ταξική κατεύθυνση την αστική ιδεολογία; Το ότι το εθνικό αφήγημα είναι συντριπτικά αφομοιωμένο από τις μάζες είναι γεγονός και οφείλουν να το αντιμετωπίσουν, ειδικά οι πολιτικές λογικές στις οποίες δεν αρέσει.

Οπότε, οποιαδήποτε σχετική κριτική, αν θέλει να μη γίνεται από την σκοπιά του μικροαστού διανοούμενου αλλά από τη σκοπιά των συμφερόντων του λαού στο σήμερα, καλείται να απαντήσει στο πώς θα συγκροτήσει πλειοψηφικό ρεύμα στην δεδομένη κοινωνία, τη δεδομένη στιγμή. Αν πάλι κάτι τέτοιο καθίσταται αδύνατο λόγω των εθνικών αφηγημάτων και άλλων δαιμονίων της αστικής ιδεολογίας, ας ξεκαθαρίσει αυτή η αντίληψη πώς εκπροσωπεί την εκ προοιμίου ηττημένη Αριστερά. Χρειάζεται πολιτική ειλικρίνεια και συνομολόγηση των φορέων της κριτικής αυτής, στο ότι θεωρούν αδύνατο να ασχοληθούν με την εκπόνηση γραμμής μαζών καθότι το ιδεολογικό πλαίσιο είναι ασφυκτικά εναντίον μας, οπότε ο σοσιαλιστικός μετασχηματισμός αναβάλλεται για το απώτερο μέλλον (όπου και πάλι οφείλουν θεωρητικά να τεκμηριώσουν το πως θα μετασχηματιστεί η συνείδηση στο μέλλον εκείνο).

Το ευτυχέστερο ενδεχόμενο θα ήταν να καταλάβουν οι αντιμαχόμενες “διεθνιστικές” και «πατριωτικές» αριστερές κάθε λογής πως δεν υπάρχει ανιστορική επαναστατική θεωρία και να πράξουν αναλόγως. Κάθε κείμενο των κλασικών (τους οποίους φαίνεται πως πρέπει να μελετήσουμε ξανά και σε βάθος), γράφτηκε απαντώντας σε κελεύσματα της εποχής τους. Ο ίδιος ο Λένιν άλλαζε γραμμή ανάλογα με την κάθε συνθήκη που έβρισκε μπροστά του. Είναι αντιδιαλεκτική και εν τέλει ιστορικά άχρηστη μία αριστερή μεθοδολογία που υιοθετεί μόνιμα είτε την «διεθνιστική» είτε την «πατριωτική» γραμμή και προκαλεί λύπη η συνεχής επανάληψη της ίδιας συζήτησης, με τους ίδιους εκπροσώπους, για ζητήματα όπως το μακεδονικό, το κυπριακό και οι ελληνοτουρκικές σχέσεις.

Ας ξεφύγουμε λοιπόν από το φαινόμενο των αριστερών δυνάμεων που υπολείπονται οποιουδήποτε κριτηρίου για να αποτιμήσουν το αν είχαν δίκαιο ή άδικο πέραν της αυτοαναφορικής επίκλησης στον στρατηγικό στόχο και την αυτοπροσδιοριζόμενη επαναστατική, κομμουνιστική, αριστερή ταυτότητα.

Ας σκιαγραφήσουμε την πολιτική θέση των κομμουνιστικών δυνάμεων βάσει της πραγματικότητας στην οποία ζούμε κι όχι αυτής που θα θέλαμε να βρισκόμαστε.

«I wish it need not happened in my time’, said Frodo. ‘So do I’, said Gandalf, ‘and so do all who live to see such times. But that is not for them to decide. All we have to decide is what to do with the time that is given us».

J.R.R. Tolkien, The Lord of the Rings.

kommon.gr