2 Ιουλίου 1975: Το «στιγμιαίο», η χούντα και ο Καραμανλής, του Διονύση Ελευθεράτου

2 Ιουλίου 1975: Το «στιγμιαίο», η χούντα και ο Καραμανλής, του Διονύση Ελευθεράτου

Φλας μπακ στην Ελλάδα του 1975. Τετάρτη, 2 Ιουλίου. Hμέρα μεγάλης ικανοποίησης για τους διπλωματικούς κύκλους της Αθήνας, καθώς επισκέπτεται τη Σόφια ο πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής. Η συνάντησή του με τον Βούλγαρο πρόεδρο, Τοντόρ Ζίφκοφ, είναι η πρώτη ανάμεσα σε ηγέτες των δυο χωρών, έπειτα από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
«Χαράς ευαγγέλια», επίσης, στους κύκλους του αθάνατου …κουτσομπολιού, που ζουν «σκοτώνοντας» την ώρα τους με σχόλια για τις ζωές των κοσμικών: η υπ’ αριθμόν 7953 απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών δεν είναι όποια κι όποια… Πρόκειται για το «κοινή υπαιτιότητι» διαζύγιο της Αλίκης Βουγιουκλάκη και του Δημήτρη Παπαμιχαήλ. Για τον επιμερισμό των ευθυνών θα αναλάμβαναν να γνωμοδοτήσουν αναρίθμητες κυρίες και νοικοκυρές, στις επόμενες ημέρες και εβδομάδες.

Η 2α Ιουλίου του 1975, όμως, είναι και ημέρα ανακούφισης για 104 στελέχη του χουντικού καθεστώτος (1967 – 1974). Ημέρα οργής για τη μεγάλη πλειονότητα της κοινωνίας, που πληροφορείται το τελεσίδικο του πράγματος: δεν θα καθίσουν στο εδώλιο, δεν θα δικαστούν, 104 «εθνοσωτήρες». Σε αυτήν τη δοκιμασία θα υποβληθούν μόνον 24 «αρχιπραξικοπηματίες».

Για την απαλλαγή των «104» φροντίζει η ολομέλεια του Αρείου Πάγου: με βούλευμα που εκδίδει αυτήν την ημέρα, χαρακτηρίζει «στιγμιαίο αδίκημα» το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου. Επίσης, στις 2 Ιουλίου, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει τις αιτήσεις των στελεχών της χούντας που τελικά θα δικαστούν, εναντίον του βουλεύματος (414/75, 22/5/75), το οποίο τους παρέπεμψε με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας και στάσης.

Η απόφαση του Αρείου Πάγου να στείλει στο αρχείο την υπόθεση των «104» προκαλεί αγανάκτηση σχεδόν καθολική, όχι όμως και έκπληξη. Δύο (και πλέον) μήνες νωρίτερα, διοχετεύτηκε στον Τύπο η σχετική θέση του εφέτη Κωνσταντίνου Ποταμιάνου, στον οποίο είχε ανατεθεί η υπόθεση των 104 αξιωματούχων των χουντικών κυβερνήσεων.

Τρεις πρωθυπουργοί… ξεγλιστρούν χάρη στην εφεύρεση του «στιγμιαίου αδικήματος» και αποφεύγουν τη δίκη για συνέργεια σε εσχάτη προδοσία. Οι εξής: Κωνσταντίνος Κόλλιας, ο πρώτος πρωθυπουργός της δικτατορικής περιόδου. Σπύρος Μαρκεζίνης, πρωθυπουργός κατά τις ημέρες της αιματοχυσίας στο Πολυτεχνείο. Αδαμάντιος Ανδρουτσόπουλος, πρωθυπουργός στην μετέπειτα περίοδο της κυριαρχίας του «αόρατου δικτάτορα», Δημήτρη Ιωαννίδη. Τότε, δηλαδή, που – εκτός των άλλων- οργανώθηκε το πραξικόπημα για την ανατροπή και δολοφονία του Μακαρίου στην Κύπρο και άνοιξε διάπλατα ο δρόμος για τον τουρκικό «Αττίλα»!…

Η θεωρία του «στιγμιαίου», «όχι διαρκούς» αδικήματος απολήγει στο συμπέρασμα πως, όσα εγκλήματα έγιναν έπειτα από την 21η Απριλίου του 1967 δεν πρέπει να επιβαρύνουν τους αντίστοιχους πρωταίτιους, διότι το κακό… συμπυκνώθηκε στο πραξικόπημα. Όλα τα μετέπειτα ήταν παράγωγά του. Οτιδήποτε συνέβη ύστερα από το πραξικόπημα συνιστά «απλή συνέπεια εγκληματικής πράξεως» και όχι παράτασή της…

Αμίμητη «σύλληψη»… Είναι σαν να εξαρθρώνεται μια πολυπλόκαμη μαφιόζικη οργάνωση που εγκληματούσε επί χρόνια και τελικά να λογοδοτεί μόνον ο αρχικός «σκληρός πυρήνας», που την ίδρυσε. Δεκαετίες αργότερα, το Ιστορικό Λεύκωμα της εφημερίδας Καθημερινή έμελλε να χαρακτηρίσει, ειρωνικά, «παγκοσμίως πρωτότυπη» τη θεωρία του «στιγμιαίου». Αλλά τότε, το 1975, η πολιτική της κυβέρνησης Καραμανλή σε άλλο «μήκος κύματος» βρισκόταν. Αμέσως έσπευσε, άλλωστε, να καλύψει την απόφαση του Αρείου Πάγου για το «στιγμιαίο» ο τότε υπουργός Δικαιοσύνης, Κωνσταντίνος Στεφανάκης. Το έκανε εν μέσω γενικής κατακραυγής (αντιπολίτευσης, κοινωνικών φορέων, Τύπου, κλπ) για το «χάϊδεμα» στους 104 της χούντας.

Η «συντεταγμένη πολιτεία» δεν ασκεί διώξεις…

Τι ακριβώς συνέβαινε, τότε; Μήπως ο «καραμανλισμός» δίσταζε να συγκρουστεί με έναν Άρειο Πάγο, του οποίου η σύνθεση ήταν, σε μεγάλο βαθμό, εκείνη που είχε και το εν λόγω δικαστήριο και επί χούντας; Ήταν απλώς άτολμη ή αμήχανη η κυβέρνηση του «εθνάρχη»; Αιφνιδιάστηκε;

Τίποτε από όλα αυτά. Για λόγους που θα αναλυθούν στη συνέχεια, η δικαστική και πολιτική εξουσία της πρώιμης μεταπολίτευσης συνέκλιναν σε μία «γραμμή»: ο καταλογισμός ευθυνών στους χουντικούς θα ήταν σχεδόν… δειγματοληπτικός. Θα περιοριζόταν στα… εντελώς απαραίτητα, των ανώτατων κλιμακίων.

Αυτό δεν συνέβη μόνο στη δίκη για την κατάλυση του δημοκρατικού πολιτεύματος. Ως προς τις αποφάσεις, παρατηρήθηκε και στις άλλες που πραγματοποιήθηκαν το 1975. Στη δίκη για τη σφαγή στο Πολυτεχνείο και – κυρίως – στις τρεις δίκες για τη δράση των βασανιστών του δικτατορικού καθεστώτος.

Μπορεί η απόφαση του Αρείου Πάγου για το «στιγμιαίο έγκλημα» και η παροχή πολιτικής, κυβερνητικής κάλυψης σε αυτήν να σημάδεψαν τις αρχές Ιουλίου του ’75, αλλά οι προηγηθείσες ενδείξεις ούτε λίγες ήταν, ούτε… στιγμιαίες. Το χρονικό όσων έγιναν και όσων αποφεύχθηκαν, είναι εύγλωττο. Η μεταπολίτευση ήλθε, αλλά η «συντεταγμένη πολιτεία» απέφευγε να ασκήσει αυτεπάγγελτες μηνύσεις εναντίον των στελεχών της χούντας, για τον επταετή «σφαγιασμό» των δημοκρατικών ελευθεριών. Οι σχετικές διώξεις κινήθηκαν από ιδιώτες νομικούς. Κι αυτό μολονότι το Δ΄ Ψήφισμα, που εγκρίθηκε στη Βουλή τον Ιανουάριο του 1975, διακήρυξε πως «η δημοκρατία δικαίω ουδέποτε κατελύθη» και αποδέχθηκε το προφανές: Ότι η κατάλυσή της ήταν πραξικόπημα.

Τις κυριότερες πρωτοβουλίες ανέλαβαν η Ένωση Δημοκρατικών Δικηγόρων και ο Αλέξανδρος Λυκουρέζος (ναι, ο γνωστός συντηρητικός, δεξιός ποινικολόγος). Αποτελέσματα αυτών των «ιδιωτικών» κινήσεων υπήρξαν, τόσο η δίωξη εναντίον των πρωταιτίων του πραξικοπήματος, όσο και εκείνη σε βάρος των «104».

Το αίτημα της τιμωρίας των χουντικών και της τολμηρής – ή απλώς απαραίτητης- αποχουντοποίησης, σε όλα τα επίπεδα της δημόσιας ζωής, αναζωπυρώθηκε, όταν συμπληρώνονταν εννέα μήνες από την πτώση της δικτατορίας. Στις 24 Φεβρουαρίου 1975 αποκαλύφθηκε ότι χουντικοί, προσκείμενοι στον Δ. Ιωαννίδη, ετοίμαζαν πραξικόπημα. Επικεφαλής αυτής της ομάδας ήταν ο υποστράτηγος Παύλος Παπαδάκης (συμμαθητής του Ιωαννίδη), ο ταξίαρχος Νικόλαος Ντερτιλής (γνωστός «πιστολέρο» στο Πολυτεχνείο, δολοφόνος του μαθητή Διομήδη Κομνηνού) και ο ταξίαρχος Ιωάννης Μανιάτης (οργανωτής της ανατροπής του Μακαρίου, στην Κύπρο).

Ελεύθεροι κυκλοφορούσαν έως τότε οι «εγκέφαλοι» του κινήματος, μαζί με πολλά ακόμη «παλικάρια» του καθεστώτος, όπως οι αρχιβασανιστές του ΕΑΤ – ΕΣΑ. Κάτι που θα μπορούσε να θεωρηθεί… αναλογικά λογικό, αν σκεφθεί κανείς ότι ο ίδιος ο Ιωαννίδης μόλις στα μέσα Ιανουαρίου του ’75 φυλακίστηκε.

Η συνωμοσία αυτή ονομάστηκε «πραξικόπημα της πιτζάμας», επειδή οι επίδοξοι «κινηματίες» συνελήφθησαν νύκτα. Δεν σχεδίαζαν να ανατρέψουν την κυβέρνηση Καραμανλή, αλλά να καταλάβουν στρατιωτικές μονάδες σε έξι πόλεις και, κατόπιν, να διαπραγματευτούν «από θέση ισχύος».

Για να πετύχουν, τι; Την αναστολή κάθε δίωξης σε βάρος «εθνικοφρόνων», την αποφυλάκιση όσων χουντικών κρατούνταν ήδη, τον περιορισμό της δράσης του ΚΚΕ, αλλά και την επάνοδο της χώρας στο στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ (την εποχή εκείνη, βλέπετε, δεν είχε λανσαριστεί ακόμη το «μοντελάκι» της «αντι- αμερικάνικης» ακροδεξιάς).

Τρεις ημέρες αργότερα, στις 27 Φεβρουαρίου 1975, οι βρετανικοί Times δημοσίευσαν μία πληροφορία για το τι θα γινόταν στην Κύπρο, εάν ευοδωνόταν το «ιωαννιδικό» κίνημα στην Ελλάδα: η ΕΟΚΑ Β΄ θα έκανε απόπειρα να ανατρέψει τον Μακάριο. Ο ίδιος ο ηγέτης της Κύπρου επιβεβαίωσε την πληροφορία και έδιωξε από την Εθνική Φρουρά 15 Έλληνες φιλο-χουντικούς αξιωματικούς. Κι όλα αυτά, επί μεταπολίτευσης, στην Ελλάδα…

Γ. Ράλλης: «Το σύνθημα της καθάρσεως είναι λιγάκι επικίνδυνο»

Το πραξικόπημα που δεν πρόλαβε να γίνει, προσέδωσε νέο δυναμισμό στο κίνημα για τη δραστική αποχουντοποίηση και την τιμωρία όλων των ανθρώπων της επταετούς τυραννίας. Οι κυβερνητικές προθέσεις όμως ήταν άλλες. Κάποια στιγμή ο «καραμανλισμός» έπρεπε να τις διακηρύξει. Να επιχειρήσει να προετοιμάσει, ψυχολογικά και πολιτικά, το έδαφος για μια δραστική συρρίκνωση αυτών των προσδοκιών. Δεν ήταν εύκολο, σε μια χώρα που «κάθε τρεις και λίγο» δονούνταν από διαδηλώσεις, με συνθήματα, όπως: «Ο λαός απαιτεί, οι φασίστες στο Γουδή», «Δώστε τη χούντα στο λαό», «ΝΑΤΟ – CIA- Προδοσία». Έπρεπε όμως να γίνει. Σε αυτόν τον σκοπό αφιερώθηκε ένα ολόκληρο τρήμερο. Στις 23, 24 και 25 Απριλίου.

Πρώτη κίνηση: «Αυτό το σύνθημα της καθάρσεως είναι λιγάκι επικίνδυνο όταν επεκτείνεται υπέρ το δέον», είπε την Τετάρτη, 23 Απριλίου 1975 ο υπουργός Προεδρίας Γεώργιος Ράλλης, σε συνέντευξη τύπου, όταν ρωτήθηκε τι θα γινόταν με τα χουντικά στελέχη που παρέμεναν στις θέσεις τους – η συγκεκριμένη ερώτηση αφορούσε τον ΕΟΤ. Πολλοί ίσως σκέφτηκαν, αφελώς, ότι ο «υπαρχηγός» του Κ. Καραμανλή, το «Νο 2» της κυβέρνησης, εννοούσε κάτι «αθώο»: πως δεν θα έπρεπε «να καούν και τα χλωρά», δηλαδή άνθρωποι που απλώς έτυχε να εργάζονται σε κάποιο «καλό πόστο», επί δικτατορίας. Ο χρόνος, όμως, δεν άργησε να δείξει πόσο λανθασμένη ήταν αυτή η καλοκάγαθη ερμηνεία της δήλωσης Ράλλη.

Δεύτερη κίνηση: Στις 24 Απριλίου η φιλοκυβερνητική Καθημερινή δημοσίευσε αποκλειστικό ρεπορτάζ για την περί «στιγμιαίου» θέση του εφέτη Κωνσταντίνου Ποταμιάνου, σχετικά με τους «104». Προφανώς για να αρχίσει σιγά- σιγά να «χωνεύεται» ο …ρους των γεγονότων.

Τρίτη κίνηση: Στις 25 Απριλίου, στη Βουλή, ο υπουργός Άμυνας Ευάγγελος Αβέρωφ ανέπτυξε τη θεωρία των «σταγονιδίων», κηρύσσοντας περατωθείσα την «κάθαρση» στο στρατό, τον οποίον δεν βάραινε παρά η παρουσία «ελαχίστων ανοήτων». Η ατάκα: «Κάθαρσις δεν υπάρχει πλέον δια λόγους παρελθόντος. Θα υπάρχει διαρκώς δια λόγους παρόντος». Το μήνυμα σαφές: οι 204 αποστρατεύσεις που είχαν γίνει τον Μάρτιο, δηλαδή έπειτα από την καταστολή του κινήματος των «ιωαννιδικών», έκλεισαν το κεφάλαιο της αποχουντοποίησης στο στράτευμα.

Αξίζει να σταθεί κανείς στην επιχειρηματολογία που ανέπτυξε ο Γ. Ράλλης στις 23 Απριλίου, όταν ρωτήθηκε για ποιο λόγο η κρατική εξουσία δεν είχε ασκήσει καμία αυτεπάγγελτη μήνυση εναντίον των στελεχών της χούντας.

«Η πολιτική της κυβερνήσεως δεν ήταν μόνον επιτυχής, ήταν και πονηρή», απάντησε ο Γ. Ράλλης. Και συνέχισε: «Το καθεστώς της δικτατορίας (…) κατέρρευσε από τα εγκλήματα τα οποία το ίδιο διέπραξε. Και παραχώρησε τη θέση του σε είκοσι πολιτικούς, χωρίς όμως να έχωμεν τις πρώτες εκείνες ημέρες, τον πρώτον μήνα, μίαν στρατιωτικήν και αστυνομικήν δύναμιν της εμπιστοσύνης μας».

Όχι και τόσο πειστικά, όλα αυτά… Άραγε η κυβέρνηση ένιωθε, ακόμη, ανασφαλής, κοιτάζοντας το στρατό και την αστυνομία, την άνοιξη του ’75; Αν όχι, δεν είχε κανένα νόημα η αναδρομή στις πρώτες μεταπολιτευτικές εβδομάδες. Αν ναι, τότε ήταν ψέματα όσα θα έλεγε ο Ευ. Αβέρωφ, δύο ημέρες αργότερα.

Τον Μάιο ο Αλέξανδρος Λυκουρέζος κατέθεσε αίτηση εξαίρεσης 12 αρεοπαγιτών, φίλα προσκείμενων στη χούντα, «των οποίων αι κατά καιρούς διατυπωθείσες απόψεις και ενέργειες δημιουργούν βαρύτατες υπόνοιες ως προς την δυνατότητα αντικειμενικής κι αμερολήπτου κρίσεως». Φυσικά ο Άρειος Πάγος απέρριψε την αίτηση.

Ο Παπαδόπουλος, «ήρωας» εκ του ασφαλούς στο δικαστήριο

Το «στιγμιαίο» διαμόρφωσε ή τουλάχιστον σηματοδότησε ένα τοπίο, μέσα στο οποίο η δικαστική αντιμετώπιση των ανθρώπων της χούντας αποδείχθηκε… ολιγαρκής, είτε ως προς τον εντοπισμό ενόχων είτε ως προς την επιβολή ποινών (και εξοργιστική ως προς τους βασανιστές). Αυτή τη γενική εντύπωση άφησε η δίκη που αφορούσε το «πραξικόπημα της πιτζάμας», αλλά κι εκείνη για το μακελειό στο Πολυτεχνείο.

Πασίγνωστο είναι ότι στη δίκη για το πραξικόπημα, η οποία άρχισε τέλος Ιουλίου και ολοκληρώθηκε στις 23 Αυγούστου, επιβλήθηκε η θανατική ποινή στην κορυφαία «τριανδρία» των «εθνοσωτήρων» (Γ. Παπαδόπουλο, Στ. Παττακό, Ν. Μακαρέζο) για στάση και ισόβια κάθειρξη για εσχάτη προδοσία. Είναι επίσης γνωστό, σε όλους, ότι αυθημερόν η κυβέρνηση γνωστοποίησε την πρόθεσή της να μετατρέψει το «εις θάνατον» σε ισόβια, όπως και έγινε.

Σφοδρές αντιδράσεις της αντιπολίτευσης και έντονη δυσαρέσκεια εκ μέρους του μεγαλύτερου τμήματος της κοινωνίας προκάλεσε η απόφαση του Κ. Καραμανλή να μην εκτελεστούν οι «τρεις». Βάσει των σημερινών δεδομένων, η αντιδράσεις αυτές θα μπορούσαν να θεωρηθούν υπερβολικές, αν όχι απάνθρωπες. Αλλά το τι σήμαινε και πώς εκλαμβανόταν η μετατροπή της ποινής, τότε, θα πρέπει να εξεταστεί με τα κριτήρια του… τότε.

Σήμερα, κάθε στοιχειωδώς προοδευτικό σύστημα αξιών καταγράφει – και δικαίως- τη θανατική ποινή ως απαράδεκτη βαναυσότητα. Το 1975, όμως, η «εσχάτη των ποινών» δεν αντιμετωπιζόταν ακριβώς έτσι. Μόλις τρία χρόνια είχαν παρέλθει από την τελευταία εκτέλεση καταδικασμένου για ποινικά εγκλήματα. Τυπικά η θανατική ποινή ίσχυε σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες, σε κάποιες μάλιστα δεν είχε «παγώσει» καν η εφαρμογή της. Στη Γαλλία, πχ, η τελευταία εκτέλεση έμελλε να γίνει πέντε χρόνια αργότερα, το 1977.

Από τον Φεβρουάριο του 1968 έως τον Αύγουστο του 1972, τέσσερις ποινικοί κατάδικοι είχαν χάσει τη ζωή τους από τις σφαίρες εκτελεστικών αποσπασμάτων, στην Ελλάδα. Για τον πρώτον εξ αυτών, μάλιστα, τον Αριστείδη Παγκρατίδη (που καταδικάστηκε ως «δράκος του Σέιχ Σου»), εντονότατη ήταν η υποψία ότι του είχαν «φορτώσει» εγκλήματα, τα οποία δεν είχε διαπράξει εκείνος. Σε μία χώρα, λοιπόν, με τόσο πρόσφατο ιστορικό τουφεκισμών, αδυνατούσε να δεχθεί η κοινή γνώμη ότι θα απέφευγαν την εκτέλεση στυγνοί πραξικοπηματίες, υπεύθυνοι για επιβολή δικτατορίας και στραγγαλισμό ελευθεριών, για τόσες δολοφονίες και διώξεις, για τους σακατεμένους από τα βασανιστήρια, για όσα συνέβησαν στην Κύπρο. Η μετατροπή της ποινής των «τριών» σε ισόβια θεωρήθηκε ανεπίτρεπτο «χατήρι» προς το απανταχού ευρισκόμενο «χουντολόϊ».

Παρεμπιπτόντως: μετατρέποντας την θανατική ποινή σε ισόβια, το υπουργικό συμβούλιο κατέστησε ουσιαστικά σαφές ότι και η κατοπινή δίκη, για το Πολυτεχνείο (16 Οκτωβρίου – 30 Δεκεμβρίου), δεν εγκυμονούσε κίνδυνο για τη ζωή κανενός. Απαλλαγμένος από κάθε σχετική αγωνία, όχι όμως και από τον πειρασμό να παραστήσει εκ του ασφαλούς τον ήρωα, ο δικτάτορας Παπαδόπουλος «προέτρεψε» το δικαστήριο: «Αποδώσατε εις εμέ ολόκληρον την ευθύνην. Ζητήσατε την κεφαλήν μου επί πίνακι. Στείλατέ με εις το απόσπασμα για να ηρεμήσει ο τόπος και να προσφέρω μίαν υπηρεσίαν αποδεκτή από όλους». Κι όλα αυτά, γνωρίζοντας ότι δεν υπήρχε η παραμικρή πιθανότητα να «εισακουστεί»…

Η μεγάλη ευτυχία των βασανιστών

Υπήρξαν όμως και τρεις δίκες, η έκβαση των οποίων δεν προκάλεσε απλώς προβληματισμό, δυσφορία ή θυμό. Προκάλεσε φρίκη! Το σύστημα απονομής δικαιοσύνης «θώπευσε» τους βασανιστές του καθεστώτος, κατά τρόπο εξοργιστικό. Μόνη εξαίρεση οι ποινές φυλάκισης 20 έως 23 ετών που επιβλήθηκαν σε τρεις διοικητές του ΕΑΤ – ΕΣΑ, τους Χατζηζήση, Σπανό, Θεοφιλογιαννάκο, στην πρώτη από τις τρεις δίκες του ’75. Οι δυο έγιναν στο στρατοδικείο του Ρουφ, η τρίτη – και συντομότατη- στο Μικτό Κακουργιοδικείο Χαλκίδας. Παρά τις ανατριχιαστικές μαρτυρίες για την θηριωδία τους, «πήγαν σύννεφο» οι αθωώσεις και οι ελαφρότατες ποινές. Η επιείκεια καταντούσε τρομακτική, διότι επιδείχθηκε και σε βασανιστές διαβόητους για τον σαδισμό τους.

Μια φωτογραφία «αντιπροσώπευσε» πλήρως την 30η Νοεμβρίου 1975, ημέρα κατά την οποία ανακοίνωσε την απόφαση του το Κακουργιοδικείο Χαλκίδας: είχε «πιάσει» τις εκφράσεις ικανοποίησης και τα σαρδόνια χαμόγελα τεσσάρων πασίγνωστων βασανιστών, των Μάλλιου, Λουκόπουλου, Παύλου και Γώγου, τη στιγμή που άκουγαν ότι «τιμωρούνταν» με 4 έως 10 μήνες. Οι ποινές ήταν εξαγοράσιμες ή με αναστολή. Θα έμεναν ελεύθεροι. Μαζί τους δικάστηκαν άλλοι έντεκα κι αθωώθηκαν. Ανάμεσα σε αυτούς που «την έβγαλαν καθαρή» στη συγκεκριμένη δίκη ήταν και οι, επίσης «διάσημοι», Μπάμπαλης, Καραπαναγιώτης, Κραβαρίτης.

Οι δίκες βεβαίως συνεχίστηκαν, στα δύο επόμενα χρόνια. Διαβόητοι «γενναίοι» κάθισαν πάλι στο εδώλιο. Τα «ανδραγαθήματά» τους ήταν πολλά, αρκετά από τα θύματά τους αξίωναν δικαίωση, η μεταπολιτευτική ατμόσφαιρα πίεζε, αδυνατώντας να συμβιβαστεί με την ατιμωρησία του 1975. Η δικαστική αντιμετώπιση, όμως, παρέμεινε στην ίδια τροχιά…

Ο Μπάμπαλης το 1976 κατηγορήθηκε για …πλημμελήματα, η δε ποινή του, έπειτα και από την εκδίκαση στο Εφετείο, περιορίστηκε σε φυλάκιση 18 μηνών, τον Φεβρουάριο του 1977. Ο Καραπαναγιώτης «ξελάσπωσε» με 12 μήνες και εξαγορά της ποινής. Στη συνέχεια βρήκε μια καλή δουλειά: υπεύθυνος ασφαλείας των εγκαταστάσεων του Λάτση, στη Τζέντα της Σαουδικής Αραβίας. Ένας εκ των αρκετών χουντικών, τους οποίους έσπευσε να «περιθάλψει» ο εν λόγω επιχειρηματίας…

Με 11 μήνες και πρόστιμο 150.000 δρχ. «τιμωρήθηκε», τον Οκτώβριο του ’76, ο Κραβαρίτης. Οι Παύλου, Λουκόπουλος και δώδεκα ακόμη κατηγορηθέντες για βασανιστήρια απαλλάχθηκαν με το υπ. αριθμό 358 βούλευμα του συμβουλίου εφετών, σε σημαδιακή ημερομηνία: ην 21η Απριλίου του ’76. Ο Λουκόπουλος μάλιστα επέστρεψε στην υπηρεσία! Μόλις το 1982 απολύθηκε οριστικά. Έτσι «τιμωρήθηκαν» οι πλέον εμβληματικές, κτηνώδεις μορφές των βασανιστών….

Αλλά και οι συνθέσεις των στρατοδικείων παρουσίαζαν ενδιαφέρον. Στην πρώτη δίκη των βασανιστών, στο Ρουφ, ανάμεσα στους στρατοδίκες βρισκόταν και ο συνταγματάρχης Καπελούζος, πρόεδρος του στρατοδικείου Χανίων, επί χούντας. Πρόεδρος του Μικτού Κακουργιοδικείου Χαλκίδας, στην τρίτη δίκη των βασανιστών του ’75, ήταν ο εφέτης Αθ. Παύλος, αδελφός δυο ιερέων που ανήκαν στο «στενό κύκλο» του δικτάτορα Παπαδόπουλου. Ο ένας, ο τέως Διδυμοτείχου Κωνσταντίνος, ήταν σύμβουλος του Παπαδόπουλου για εκκλησιαστικά θέματα και εμπνευστής της χουντικής «αριστίνδην» Ιεράς Συνόδου. Ο άλλος, ο Εδέσσης Καλλίνικος, ετοιμαζόταν να αναλάβει την ορθόδοξη μητρόπολη στη Δ. Γερμανία, ώστε να χαρίσει κάποια αγιοσύνη στο έργο που φιλοδοξούσε να επιτελέσει εκεί: τον χαφιεδισμό σε βάρος των Ελλήνων μεταναστών που εχθρεύονταν τη χούντα…

Τι ήθελε και τι όχι ο «εθνάρχης»…

Ήταν λοιπόν φανερή η επιλογή της κυβέρνησης Καραμανλή: επιθυμούσε να τελειώσει με την αποχουντοποίηση, από το στρατό μέχρι τα πανεπιστήμια κι από την αστυνομία έως τη δημόσια διοίκηση, όσο το δυνατόν ταχύτερα και με τον μέγιστο εφικτό … μινιμαλισμό, σε «ποσότητα» και «είδος»: θα τιμωρούνταν παραδειγματικά όσοι λιγότεροι γινόταν και θα αποφευγόταν κάθε «ξύσιμο πληγών», σε όποιους τομείς ήταν δυνατόν να αποφευχθεί.

Σε αυτή τη γραμμή συνέκλιναν και τα ερείσματα του χουντικού καθεστώτος στη δικαστική εξουσία, διότι γνώριζαν ότι δεν θα μπορούσαν να πετύχουν τίποτα καλύτερο για τους «εθνοσωτήρες». Δεν θα ήταν δυνατόν, πχ, να απαλλάξει ο Άρειος Πάγος και τους 24 «αρχιπραξικοπηματίες» από τη δίκη, όπως το πέτυχε για τους «104». Ο… δειγματοληπτικός καταλογισμός ευθυνών και η περιορισμένη αποχουντοποίηση ήταν το σημείο, στο οποίο συναντήθηκαν οι σχεδιασμοί της κυβέρνησης Καραμανλή με το «αμυντικό παιχνίδι» των φιλο- χουντικών του κρατικού μηχανισμού.

Πώς μπορεί να εξηγηθεί όμως η βούληση του «καραμανλισμού», που τόσο καθαρά αποτυπώθηκε στο «δόγμα Ράλλη», σύμφωνα με το οποίο η… πολλή «αποχουντοποίηση» θα ήταν επικίνδυνη;

Μα, όντως, θα ήταν επικίνδυνη για τον Κ. Καραμανλή. Διότι δεν θα του επέτρεπε να καθησυχάσει τα συντηρητικότερα κοινωνικά στρώματα, δείχνοντάς τους ότι η αστική δημοκρατική του συνέπεια και η εχθρότητά του προς τους «άφρονες δικτάτορες» τελείωνε εκεί που ελλόχευε ο «κίνδυνος» (ή ακόμη και οι απλοί φόβοι) να προσλάβει η ελληνική μεταπολίτευση έναν αριστερόστροφο ριζοσπαστισμό «αλά πορτογαλικά». Ένας «κίνδυνος», που στην κρίση του «εθνικόφρονος κορμού» κάθε άλλο παρά θεωρητικός ή μακρινός φάνταζε.

Η χώρα είχε αποχωρήσει από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ, το ΚΚΕ ήταν πλέον νόμιμο, η μοναρχία «τελειωμένη», οι ιδέες της Αριστεράς αναβαπτισμένες, ο αντι- αμερικανισμός στο ζενίθ, το διεκδικητικό απεργιακό κίνημα γινόταν ολοένα και μαζικότερο. Όλα αυτά, για ένα σημαντικό τμήμα της παραδοσιακής «εθνικοφροσύνης» προοιώνιζαν – αν δεν αποτελούσαν ήδη- ένα είδος … ημι- μπολσεβίκικης εκτροπής!

Το γεγονός, πχ, ότι η κυβέρνηση του Καραμανλή «γιόρτασε» την πρώτη επέτειο της μεταπολίτευσης επιστρατεύοντας ωμή καταστολή, «αύρες» και καταιγισμό δακρυγόνων εναντίον των απεργών οικοδόμων (23 Ιουλίου 1975), δεν ήταν αρκετό για να καθησυχάσει τις ανησυχίες των νοικοκυραίων που έτρεμαν μήπως η Ελλάδα «γινόταν Πορτογαλία», της εποχής της «επανάστασης των γαρυφάλλων». Ίσα- ίσα, ο δυναμισμός των κοινωνικών αγώνων της εποχής εκείνης κρατούσε ολοζώντανο τον «εφιάλτη» της «πορτογαλοποίησης».

Ο Κ. Καραμανλής δεν έπρεπε να φανεί ότι «υπερέβαινε τα εσκαμμένα», συν τοις άλλοις επειδή προετοιμαζόταν για την όξυνση του δικού του «διμέτωπου αγώνα». Και στα δύο του σκέλη, αυτός θα κορυφωνόταν το 1976.

Από την μία πλευρά, η προσπάθειά του να αναχαιτίσει το μεταπολιτευτικό ριζοσπαστισμό και να εμπλουτίσει το αυταρχικό κρατικό «οπλοστάσιο» θα οδηγούσε στον διαβόητο Νόμο 330. Με αυτόν φιλοδοξούσε να καταργήσει, ουσιαστικά, το δικαίωμα της απεργίας, την ώρα που ο υπουργός του (Εργασίας) Κώστας Λάσκαρης, κατά τι απαιτητικότερος, δήλωνε ότι θα καταργούσε ολόκληρη την… πάλη των τάξεων. Προς μεγάλη χαρά γελοιογράφων και σκιτσογράφων που τον… περιποιήθηκαν δεόντως.

Από την άλλη, όμως, ο Καραμανλής βρισκόταν από το 1975 σε τροχιά σύγκρουσης και με έναν απύθμενα άπληστο, ληστρικό πυρήνα της επιχειρηματικής ελίτ. Κι αυτή η σύγκρουση θα κορυφωνόταν το 1976, όταν εφοπλιστές και βιομήχανοι τον θα τον κατηγορούσαν για «σοσιαλμανία»…

Ο Καραμανλής είχε συνειδητοποιήσει ότι η οικονομική ανασυγκρότηση του αστικού συστήματος, η οποία χρειαζόταν αν μη τι άλλο ως «καταφύγιο» απέναντι στο ωστικό κύμα της μεγάλης διεθνούς κρίσης του 1973-74, μοιραία απαιτούσε επιλογές που θα δυσαρεστούσαν ορισμένους κακομαθημένους «αστέρες» της οικονομικής αφρόκρεμας. Έκανε, ως γνωστόν, κρατικοποιήσεις, κατήργησε ή τροποποίησε συμβάσεις που είχαν υπογραφεί επί χούντας και οι οποίες μετέτρεπαν το Δημόσιο σε φορέα… εκουσίως ενεργούντα ως ηλίθιο δωρητή χρήματος. Προέταξε την αντίληψη του «κράτους – επιτελείου» κι όχι εκείνη του «κράτους – μπάτλερ» στην διαχείριση των θεμάτων του ελληνικού καπιταλισμού.

Όλα αυτά που έκανε ο μεταπολιτευτικός «καραμανλισμός» θύμιζαν κάπως ντε Γκολ, αλλά αντιμετωπίστηκαν περίπου ως… σαμποτάζ του καπιταλισμού! Και μόνο το γεγονός ότι αφορίστηκαν ως «μανία» για ….«σοσιαλισμό», φανερώνει πολλά.

«Όφειλε λοιπόν ο «εθνάρχης» να καθησυχάσει και τον επιχειρηματικό κόσμο, για όλα όσα διαφαίνονταν, ήδη, από το 1975. Να πείσει ότι η απόφασή του να χαλιναγωγήσει την παροιμιώδη ασυδοσία μιας μερίδας της οικονομικής ελίτ και να «στριμώξει» λίγους «βαρόνους» της (κυρίως τον Ανδρεάδη) δεν επρόκειτο να «γείρει» προς κάποιον ρεβανσισμό.

Για το ελληνικό επιχειρηματικό κατεστημένο, η χούντα υπήρξε εγγύηση ευκολότατης και μεγάλης κερδοφορίας. Η… διακριτική αποχουντοποίηση ήταν ένα μήνυμα πως ο «εθνάρχης» δεν είχε την παραμικρή διάθεση να αμφισβητήσει τα ιερά και τα όσια του αστικού συστήματος.

Ο υπαρχηγός των φιλοχουντικών, βουλευτής της ΝΔ- Κάτι σαν διαδρομή …Βορίδη

Διαφάνηκαν λοιπόν τα όρια της κάθαρσης με το «στιγμιαίο» και με τις δίκες του 1975. Τότε ξεθάρρεψαν οι πάσης φύσεως – και θέσεως- χουντικοί. Δεν είναι τυχαίο ότι εμφανίστηκαν στις εκλογές του 1977, συσπειρωμένοι γύρω από την «Εθνικήν Παράταξιν», που έλαβε το 6,82% των ψήφων. Σαν τα σαλιγκάρια, εμφανίστηκαν όταν η βροχή σταμάτησε… Αντιθέτως, στις πρώτες μεταπολιτευτικές εκλογές, το 1974, είχαν προτιμήσει τη… λούφα, αφήνοντας στον γραφικό Πέτρο Γαρουφαλιά, που γινόταν αντικείμενο χλευασμού, την «εκπροσώπηση» της ακροδεξιάς («Εθνική Δημοκρατική Ένωσις», 1,07% στις εκλογές του ’74).

«Ο Φλωράκης στο Γουδή, δίπλα στον Καραμανλή», φώναζαν οι χουντικοί οπαδοί της «Εθνικής Παρατάξεως» στην προεκλογική περίοδο του 1977. Ο Καραμανλής μάλλον θα γελούσε. Τα έξαλλα, κάπως ακραία, απροσάρμοστα παιδιά της «εθνικοφροσύνης» έβγαζαν το άχτι τους, αλλά ο διορατικός «εθνάρχης» γνώριζε καλά ότι το «πετσόκομμα» της αποχουντοποίησης προοπτικά θα διευκόλυνε τον «επαναπατρισμό» των περισσότερων εξ αυτών.

Η τάση αυτή, άλλωστε, εκφράστηκε και σε ηγετικό επίπεδο. Ο δεύτερος στην ιεραρχία της φιλο- χουντικής «Εθνικής Παρατάξεως» (πίσω από τον Στέφανο Στεφανόπουλο), ο Σπύρος Θεοτόκης, εξελέγη βουλευτής το 1981 με τη Νέα Δημοκρατία. Για την ακρίβεια, «ορίστηκε» βουλευτής από τον τότε πρόεδρο της ΝΔ και εξάδελφό του, Γ. Ράλλη. Διότι με τοποθέτηση στην τρίτη θέση του Ψηφοδελτίου Επικρατείας, η εκλογή ήταν βέβαιη.

Ήταν, μήπως, παράταιρη η παροχή πολιτικής στέγης στον Θεοτόκη, ο οποίος λίγα χρόνια νωρίτερα μιλούσε μπροστά σε αφιονισμένους που ζητούσαν τον τουφεκισμό του «εθνάρχη»; Μήπως την έκανε παράταιρη η φυσιογνωμία της ΝΔ ως κόμματος «του ριζοσπαστικού φιλελευθερισμού», με αρχηγό τον «πεφωτισμένο ευρωπαϊστή» Ράλλη; Ελάτε τώρα… Ήταν τόσο «παράταιρη», όσο και η πολιτική καριέρα που κάνει στη σημερινή ΝΔ ο Μάκης Βορίδης…

.kommon.gr