Το τέρας που γεννά η ένωση νεοφιλελεύθερων και ακροδεξιών

Το τέρας που γεννά η ένωση νεοφιλελεύθερων και ακροδεξιών

Στην Αυστρία οι νεοφιλελεύθεροι και οι ακροδεξιοί ψήφισαν το 12ωρο. Αυτά τα δύο φαινομενικά ετερόκλητα ρεύματα συναντώνται και στην Ελλάδα. Ετερόκλητα γιατί αυτοί που διακηρύσσουν τον κοινωνιολογικό ατομικισμό (τύπου Θάτσερ, που έλεγε ότι «Κοινωνία δεν υπάρχει»), δηλαδή οι νεοφιλελεύθεροι, συναντούν και συνεργάζονται με τους ακροδεξιούς, που εκφράζουν ένα ξενοφοβικό και ρατσιστικό «Εμείς», μία συλλογικότητα. Με άλλα λόγια, το απόλυτο Εγώ συναντά το απόλυτο Εμείς σε μία δικέφαλη, τερατώδη πολιτική οντότητα, που ξερνάει μίσος. Το νεοφιλεύθερο «Εγώ», λοιπόν, του στενού κοινωνιολογικού ατομικισμού, και η φονταμενταλιστική δεξιά συστήνουν ένα «μετα-Εμείς», μια περίκλειστη, σάπια συλλογικότητα, προσδιοριζόμενη από το φόβο των Άλλων, των ξένων, είτε αυτοί είναι μετανάστες είτε είναι «γείτονες». Μια πρώτη αντίφαση, συνεπώς, είναι η συνάντηση των νεοφιλελεύθερων ατομικιστών με τους φανατικούς ακροδεξιούς σε μία ένωση που υποστηρίζει την μοναδικότητα και υπεροχή της πολιτιστικής μας ταυτότητας, την οποία όποιος δεν αποδέχεται είναι εχθρός μας. Αλλά ακριβώς αυτό δεν πρέσβευαν και οι Ναζί;

Γιώργος X. Παπασωτηρίου

Εδώ θα μπορούσε να πει κανείς ότι κάθε λαός πρέπει να σέβεται την διιστορική αξιοπρέπεια και τον πολιτισμό των άλλων λαών. Εμείς δεν θα πούμε αυτό, που συνιστά ούτως ή άλλως αξίωμα, απλώς θα διατυπώσουμε το ερώτημα: Μπορεί μια κοινωνία να παραμένει αμετάβλητη μέσα στους αιώνες σε σχέση με τον αρχικό εαυτό της; Καμία κοινωνία δεν καταφέρνει να διασχίσει τους αιώνες αμετάβλητη. Το αντίθετο. Μια πόλη, όπως εξήγησε ήδη ο Αριστοτέλης, μοιάζει με ποταμό. Ακριβώς όπως ένας ποταμός συνεχίζει να υφίσταται επειδή ανανεώνει συνεχώς τα νερά του, μια πόλη διαρκεί επειδή ανανεώνεται συνεχώς – επειδή αλλάζει τη σύνθεσή της (με τη διαδοχή των γενεών), την εσωτερική της λειτουργία και την προσαρμογή της στο περιβάλλον. Έχουμε, λοιπόν, γεωγραφικά κριτήρια ταυτότητας για αυτό που ονομάζουμε «τον ίδιο ποταμό». Το ίδιο ισχύει και για τους διάφορους τύπους κοινωνίας. Το κριτήριο της ταυτότητας για την «ίδια πόλη», δηλαδή μια πολιτική κοινότητα, υπάρχει, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, στη μετάδοση νόμων και εθίμων. Υπ’ αυτή την οπτική, υπάρχει σήμερα η «ελληνική Μακεδονία», η «βουλγαρική», η «αλβανική» και η «Βόρεια»! Ο θρύλος του «Ματωμένου Γάμου» (δες και το «Τι ζητούν οι βάρβαροι;» του Δ. Κούρτοβικ) και οι διαφορετικές εκδοχές των γεγονότων φανερώνουν τις διαφορές στις βαλκανικές ταυτότητες, που όμως «κυλούν» στην ίδια «αιματοβαμμένη» βαλκανική κοίτη!

Το πρόβλημα κατά συνέπεια στο θέμα της ταυτότητας δεν είναι να οικειωθεί κάποιος στοιχεία της δικής σου ταυτότητας (στον «Ματωμένο Γάμο» η οικείωση προσαρμόζεται στις ανάγκες κάθε βαλκανικού λαού) αλλά να σου απαγορεύσει να χρησιμοποιείς εσύ ο ίδιος στοιχεία της. Να σου ζητήσει δηλαδή να εγκαταλείψεις μια γλώσσα, ένα τελετουργικό, να παραιτηθείς από κάτι, να ενεργήσεις σαν να ήσουν κάποιος άλλος. Το σημερινό πρόβλημα της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης δεν είναι ο αλυτρωτισμός κρατιδίων όπως η πΓΔΜ, αλλά η απάλειψη τοπικών πολιτιστικών στοιχείων από τον οδοστρωτήρα της αμερικανικής πολιτιστικής βιομηχανίας. Η Αμερική είναι παντού και επιδιώκει να είναι παντού, ως γλώσσα, ως καταναλωτικός τρόπος ζωής, ως τρόπος σκέψης, κι εμείς ενοχλούμαστε από τον δήθεν ιμπεριαλιστή «ψύλλο» που έχει αλυτρωτικές βλέψεις!

Το κλειδί του σύγχρονου λόγου για τις συλλογικές ταυτότητες έγκειται στη μετάβαση στο πρώτο πληθυντικό πρόσωπο, το «εμείς». Μια ομάδα έχει συλλογική ταυτότητα αν τα μέλη της έχουν τις μορφές γλώσσας που τους επιτρέπουν να πουν στον κόσμο: υπάρχω ως ομάδα. Η συλλογική ταυτότητα βρίσκεται σε στιγμές που τα μέλη μιας κοινωνίας λένε «ποιοι είναι». Δεν το λένε κατ’ ανάγκη σε μια αρθρωτή δήλωση, σε προτάσεις, αλλά στα μνημεία τους – δείχνοντας τι τιμούν – στις τελετές και τις λειτουργίες τους – όπου οργανώνουν την ιδέα που έχουν για τον εαυτό τους, στα εκπαιδευτικά τους ιδρύματα, όπου εκφράζουν τι θέλουν να μεταδώσουν.

Ο άνθρωπος σήμερα ερμηνεύει το δικαίωμά του στην χειραφέτηση ως δικαίωμα να καθορίζει την ταυτότητά του, να τη συλλαμβάνει και να την καταλαβαίνει, συμπεριλαμβάνοντας σ’ αυτήν κοινωνικούς δεσμούς που δεν οφείλονται σε κοινωνικές συμβάσεις. Χρησιμοποιεί δηλαδή το ιδίωμα της πληθυντικής του (εθνοτικής, φυλετικής, σεξουαλικής…) ταυτότητας, όχι για να ξεχωρίσει, όχι για να αντιπαρατεθεί, όχι για να ετεροπροσδιοριστεί, αλλά για να κάνει ένα βήμα προς τη συμφιλίωση με τη δική του ανθρωπιά. «Για να αγαπάς βαθειά σαν Έλληνας που είσαι», που έλεγε ο μεγάλος Αμερικανός συγγραφέας Χένρι Μίλερ, και όχι για να μισείς, όχι για να σκοτώνεις όπως ο Μερσώ στον Ξένο του Καμύ για να μην αισθάνεται μόνος, για να μην αισθάνεσαι «ανάδελφος». Η δικής μας ταυτότητα, το δικό μας «Εμείς» δεν έχει ούτε το στοιχείο του υπερτροφικού ναρκισσισμού των νεοφιλελεύθερων ατομικιστών ούτε τον φανατισμό του δήθεν ενιαίου, αδιαίρετου και αδιατάρακτου στους αιώνες των αιώνων, όπως διατείνονται οι ακροδεξιοί φονταμενταλιστές.

Τελικά, η αρχή της εννοιολογικής σοφίας στο θέμα των ταυτοτήτων είναι να σταματήσουμε να συγχέουμε την ταυτότητα (που μας οδηγεί στο ερώτημα: «Τι θα κάνουμε;», δηλαδή στο μέλλον) με την ενότητα (όπου υποτίθεται ότι όλες οι απαντήσεις πρέπει να συμφωνούν) …

* Στοιχεία της συλλογιστικής μας βασίζονται στο βιβλίο του Vincent Descombes, Les Embarras de l’identité,Gallimard, coll. « NRF Essais », Paris, 2013.

artinews.gr