«ΕΝΔΟΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΈΣ ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ» ΚΑΙ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΓΕΩΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ  Μέρος VΙΙ/Χ/του θεμιστοκλή δελβιζόπουλου

«ΕΝΔΟΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΈΣ ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ» ΚΑΙ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΓΕΩΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ Μέρος VΙΙ/Χ/του θεμιστοκλή δελβιζόπουλου

Η κατάρρευση της «αυτοκρατορικής» παντοδυναμίας της Αμερικής.

Η παρούσα κρίση, όσο αναπτύσσεται και ξεδιπλώνεται σε βάθος χρόνου, ξεκαθαρίζει χρόνο με το χρόνο ακόμα και στους πιο πιστούς απολογητές του ιμπεριαλισμού, ένα πράγμα. Η οικονομική ισχύς της Αμερικανικής στρατιωτικής Αυτοκρατορικής υπερδύναμης έχει τα όρια της. Όρια τα οποία ορίζονται από την ικανότητα και την αντοχή της  οικονομίας της να συντηρεί όλον αυτό τον τεράστιο στρατιωτικό μηχανισμό για να παίζει τον ρόλο του παγκόσμιου χωροφύλακα.

Οικονομικά, η Αμερική απ το 1995-2007, την περίοδο της στήριξης της παγκόσμιας οικονομίας με την πολιτική του ακριβού δολαρίου, κατέληξε να είναι μια απ τις χώρες με το μεγαλύτερο εμπορικό έλλειμμα παγκοσμίως, χωρίς αυτό να μπορεί να αλλάξει στο επόμενο διάστημα και να την καταστήσει μια απ τις 10 χώρες με το μεγαλύτερο δημόσιο χρέος στον κόσμο.

Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα οι οίκοι αξιολόγησης να  απειλούν με υποβιβασμό της οικονομικής της θέσης, ότι και αν σημαίνει αυτό, την στιγμή που το δημόσιο χρέος έχει αυξηθεί από τα 11 τρις δολάρια στην αρχή της κρίσης, στα 23 τρις το 2017 ακουμπώντας πια στο 110% του ΑΕΠ πράγμα, που επιδεινώνει την αδυναμία εξυπηρέτησης του απ την είσπραξη φορολογικών εσόδων, οδηγώντας την  στον φαύλο κύκλο νέων δανεισμών για τη εξυπηρέτηση του.

Ταυτόχρονα η παγκόσμια οικονομική και βιομηχανική της κυριαρχία απειλείται από πρώην συμμάχους και υποτελείς της όπως η Γερμανία και από πρώην πολιτικούς και νυν οικονομικούς αντιπάλους της όπως η Κίνα. Η αποβιομηχάνιση της Αμερικάνικης οικονομίας. η μεταφορά των παραγωγικών της μονάδων στο εξωτερικό.

Η μετατροπή της από χώρα εξαγωγής βιομηχανικών προϊόντων σε χώρα εισαγωγής αυτών των προϊόντων, η υπερίσχυση του τραπεζικού και χρηματιστηριακού κεφαλαίου έναντι βιομηχανικού, παρά το ότι αυτό μπορεί να βοήθησε για πάνω από μια δεκαετία στην σταθεροποίηση της παγκόσμιας οικονομίας έχουν μετατρέψει ολόκληρες πολιτείες σε πολιτείες φαντάσματα. Ακόμα, ο ανταγωνισμός που επιβάλουν μέσα στους κόλπους της Αμερικάνικης οικονομίας  οι πολυεθνικές, ανεξάρτητα απ το που παράγουν τα εμπορεύματα τους, στο εξωτερικό η στο εσωτερικό, είναι ιδιαίτερα σκληρός οδηγώντας μια σειρά βιομηχανίες είτε σε εξαγορές είτε σε κλείσιμο.

Η αποβιομηχάνιση η κατάρρευση και το κλείσιμο μιας σειράς βιομηχανιών, η  κατάρρευση των αξιών των ακινήτων με αποτέλεσμα  ένα μεγάλο μέρος της μεσαίας τάξης να χάσει την αξία των περιουσιακών του στοιχείων, οδήγησε ένα μεγάλο μέρος τη αμερικάνικης κοινωνίας στη φτωχοποίηση, έχοντας σαν συνέπεια την πτώση της κατανάλωσης και την μείωση των τραπεζικών καταθέσεων. Η ανεργία μεγάλωσε και οι άστεγοι πολλαπλασιάστηκαν.

Η νέα οικονομική πολιτική που εφάρμοσε αμέσως μετά την κρίση του 2007, η κυβέρνηση Ομπάμα, η κυκλοφορία άφθονου και φθηνού χρήματος, στην προσπάθεια να ενισχύσουν την ενεργό ζήτηση για την επανεκκίνηση της οικονομίας και την μείωση της ανεργίας αποδείχτηκε μηχανή χωρίς καύσιμα.

Το μεγαλύτερο μέρος σχεδόν των 5 τρις που κυκλοφόρησε η ομοσπονδιακή τράπεζα, χρησιμοποιήθηκαν για την αγορά εταιρικών τίτλων του χρηματιστηρίου και για  τζογάρισμα στην δευτερογενή αγορά ομολόγων σπρώχνοντας τις αξίες των χρηματιστηριακών τίτλων και των ομολόγων σε δυσθεώρητα ύψη.

Αποτέλεσμα:  Ανεβάζοντας τεχνητά  τις  αξίες των μετοχών και των ομολόγων τους οι εταιρίες πάνω απ τις αξίες του ενεργητικού τους,  δημιουργούν νέες φούσκες οι οποίες είναι έτοιμες να σκάσουν. Σήμερα η πολιτική της νέας διοίκησης των ΗΠΑ, για να προσελκύσει τα εκτός Αμερικής κεφάλαια, στρέφεται στην αύξηση σταδιακά των επιτοκίων, δημιουργώντας αναταράξεις στα χρηματιστήρια όλου του κόσμου.

Οι πολυεθνικές εταιρίες αυτές που η παραγωγική τους βάση είχε μεταφερθεί στο εξωτερικό δεν έδιναν δεκάρα για το εμπορικό έλλειμμα και αυτές που η έδρα τους παρέμενε ακόμα στην Αμερική, έψαχναν φορολογικούς παραδείσους για να αποφύγουν την φορολόγηση τους φορτώνοντας όλα τα βάρη της φορολογίας στα φυσικά πρόσωπα, χωρίς την ίδια στιγμή να διστάζουν να χρησιμοποιούν τις στρατιωτικές υπηρεσίες του κράτους για τα συμφέροντα τους στο εξωτερικό.

Οι πολεμικές επιχειρήσεις στο Αφγανιστάν, στην Γιουγκοσλαβία, το Ιράκ, τη Λιβύη  στην Αφρική εξαντλούσαν τον προϋπολογισμό, διογκώνοντας το δημόσιο χρέος. Και σε αυτό τον τομέα η νέα κυβέρνηση, δίνοντας σημαντικές φοροαπαλλαγές στα εισηγμένα κεφάλαια, προσπαθεί να αλλάξει το κλίμα.

Η κινητοποίηση του στρατιωτικού μηχανισμού για την υπεράσπιση των οικονομικών συμφερόντων των πολυεθνικών, όσο και αν φαίνεται σε πρώτο επίπεδο να συντηρούσε  την πολεμική βιομηχανία, αυτή  από μόνη της δεν επαρκούσε να τραβήξει το σύνολο της οικονομίας σε άνοδο. Όπως ήταν επόμενο, η συνεχώς αυξανόμενη απορρόφηση κονδυλίων για την συντήρηση της τεράστιας στρατιωτικής μηχανής απ τις τσέπες των αμερικανών φορολογουμένων,  φαίνεται ότι άρχισε να παραπαίει.

Μαζί της  άρχισε να παραπαίει και η στρατιωτική υπεροχή της πάνω στην δυτική συμμαχία και το ΝΑΤΟ σαν την οικονομική και στρατιωτική υπερδύναμη που η θέληση της λειτουργεί σαν συνδετικός κρίκος.

Η απειλή και η σύσταση ταυτόχρονα απ την νέα διοίκηση των ΗΠΑ  για αύξηση των στρατιωτικών δαπανών, απ τους συμμάχους της στο ΝΑΤΟ, πρωτεύοντος  της Γερμανίας δείχνοντας με το δάχτυλο τα τεράστια πλεονάσματα της, δείχνουν όχι μόνο τον ανταγωνισμό που έχει ξεσπάσει μεταξύ της Αμερικής και της Γερμανίας εξαιτίας  αυτών των πλεονασμάτων, αλά φανερώνει ταυτόχρονα και την αδυναμία της Αμερικής να σηκώνει πια αγόγγυστα αυτό το βάρος.

Η αδυναμία λειτουργίας της Αμερικής σαν συνεκτικός κρίκος της συμμαχίας, άρχισε να προδιαγράφετε από την δεύτερη κιόλας εκστρατεία στο Ιράκ, με την διάλυση της παγκόσμιας «ιερής συμμαχίας» όπως είχε παρουσιαστεί στην πρώτη, τότε που η «νέα Αμερικάνικη αυτοκρατορία ανέτειλε» και το τέλος τις ιστορίας σαλπίζονταν από διάφορους προφήτες.  Έγινε όμως  απολύτως καθαρή με την στρατιωτική επίθεση  εναντίον του κράτους της Λιβύης. Μια περιοχή που θεωρητικά και ιστορικά ανήκει στην σφαίρα επιρροής της Ευρώπης.

Ας σημειωθεί εδώ, ότι μετά την καταστροφή και την διάλυση του Ιράκ, η Λιβύη συγκέντρωνε όλες τις προϋποθέσεις  να είναι ο επόμενος στόχος καταστροφής και ληστείας από μέρους των πολυεθνικών. Ήταν ένα κράτος με πλούσια κοιτάσματα υδρογονανθράκων, ταυτόχρονα όμως είχε και μια κεντρικά σχεδιασμένη οικονομία απόλυτα ελεγχόμενη από μια κεντρικά σχεδιασμένη πολιτική διοίκηση μέσα από την οποία έπρεπε να περνούν όλα τα συμβόλαια για οποιαδήποτε επιχείρηση των εταιριών.

Η διαχείριση αυτή πρόσθεσε ένα νέο και μεγαλύτερο αγκάθι κάνοντας την ακόμα πιο ευάλωτη και υποψήφια για καταστροφή. Ακόμα: τα συναλλαγματικά της αποθέματα και τα αποθέματα σε χρυσό που είχε συσσωρεύσει, της έδιναν την δυνατότητα να επεμβαίνει με ευνοϊκές οικονομικές προτάσεις στις χώρες του Μαγρέμπ και της βορείου Αφρικής, φτάνοντας να τους προτείνει ενιαία οικονομική ζώνη. Αυτό την έφερνε ακόμα πιο κοντά στην υποψηφιότητα σαν μια χώρα προς καταστροφή. Είναι αυτονόητο ότι μετά την καταστροφή, η τύχη των συναλλαγματικών αποθεμάτων  και των αποθεμάτων χρυσού αγνοείται

Στην  εκστρατεία της Γαλλίας, Ιταλίας και Αγγλίας ενάντια στη Λιβύη, την πρώτη περίοδο,  χωρίς την παρουσία των ΗΠΑ, για την ληστεία των πηγών πετρελαίου της προς όφελος των ευρωπαϊκών εταιριών, η αδυναμία συνοχής της συμμαχίας φάνηκε καθαρά.

Η στρατιωτική επιχείρηση των ευρωπαίων  βάλτωσε και μπήκε σε αδιέξοδο απ τους πρώτους μήνες κιόλας της επίθεσης. Παρά τη στρατιωτική βοήθεια που είχαν απ’ το εσωτερικό με τις μισθοφορικές συμμορίες της δήθεν αντιπολίτευσης, «αραβική άνοιξη την ονόμασαν στην συνέχεια» οι προοδευτικοί όλων των αποχρώσεων, που είχαν οργανώσει, εξοπλίσει και εκπαιδεύσει για την διάλυση του καθεστώτος Καντάφι, η χερσαία στρατιωτική επέμβαση με δικές τους δυνάμεις κρίθηκε αναγκαία.

Η «ιερή» στρατιωτική συμμαχία Ιταλίας, Γαλλίας και Αγγλίας, βρέθηκαν σε πλήρη αδυναμία να εφαρμόσουν σχέδιο χερσαίας επίθεσης. Τα φέρετρα που θα επέστρεφαν είχαν μεγάλο κοινωνικό και πολιτικό κόστος και κατά συνέπεια μεγάλο ρίσκο.

Η αδυναμία να νικήσουν το καθεστώς Καντάφι ήταν πια φανερή. Έτσι Παρά την αρχική απροθυμία των ΗΠΑ να συμμετέχουν, η αδυναμία νίκης των συμμάχων έκανε αναγκαία  την  παρουσία της. Παρόλα αυτά η επέμβαση της περιορίστηκε στην δημιουργία ομπρέλας απαγόρευσης πτήσεων πάνω απ την Λιβύη, «τυφλώνοντας» τα αντιαεροπορικά του Καντάφι ώστε οι σύμμαχοι να μπορέσουν να σηκώσουν τα αεροπλάνα τους και να ισοπεδώσουν την Λιβύη, βοηθώντας τις αλητοσυμορίες τους στο έδαφος.

Σήμερα η Λιβύη κείτεται ερείπια χωρίς καμιά ιστορική πιθανότητα να ανασυγκροτηθεί σε ενιαίο κράτος ξανά, έρμαιο στο έλεος συμμοριών κέντρο διακίνησης μεταναστών και δούλων. Παρόλα αυτά οι πυγές πετρελαίου εξακολουθούν να λειτουργούν και να νέμονται τα οφέλη τους οι πολυεθνικές του πετρελαίου.

Ταυτόχρονα, μαζί με την αρχή της διάλυσης της ιερής συμμαχίας «ενάντια στην ισλαμική τρομοκρατία» που εξαπέλυσε ο Μπους ενάντια στον αραβικό κόσμο για να δικαιολογήσει τις ωμές επεμβάσεις για τον έλεγχο των πρώτων υλών, η επέμβαση στη Λιβύη, έδειξε και κάτι ακόμα. Κάτι που είχε ξεκινήσει απ’ την δεύτερη εκστρατεία  ενάντια στο ΙΡΑΚ.

Η μοιρασιά των λαφύρων ήταν απόλυτα ετεροβαρής για τους «πρόθυμους», κάτι που  έβαλε και τις βάσεις για την όξυνση των μεταξύ τους ανταγωνισμών. Και κάτι ακόμα πιο σοβαρό. Η διάλυση δύο κρατών με κεντρικά σχεδιασμένη οικονομία και με σημαντικά αποθέματα πετρελαίου και φυσικού αερίου, ακόμα και μετά  τον απόλυτο έλεγχο των πηγών αυτών από τις εταιρίες πετρελαίου, αυτό, δεν συνέβαλε ούτε κατ’ ελάχιστο στην ανασύνταξη της κερδοφορίας της οικονομίας, ούτε της Αμερικής, αλά ιδιαίτερα ούτε των προθύμων, παρότι η κερδοφορία των εταιριών πετρελαίου ανέβηκε κατακόρυφα.

Η αιτία της αύξησης της κερδοφορίας των εταιριών πετρελαίου,  δεν προήλθε ούτε απ την αύξηση της τιμής του πετρελαίου, το αντίθετο συνέβη μάλιστα, αλά ούτε και από την αύξηση της παγκόσμιας ζήτησης. Η κερδοφορία προήλθε απ τον απόλυτο έλεγχο και την  ληστεία των πλουτοπαραγωγικών πηγών, χωρίς κρατικούς συνεταίρους και διαμεσολαβητές των πηγών πρώτων υλών.

Τις αιτίες διάλυσης εθνών κρατών τις εξετάσαμε ποιο πάνω, όπως και τους λόγους που οδηγούν σήμερα τον ιμπεριαλισμό να καταστρέφει ολοσχερώς έθνη κράτη με κεντρικά σχεδιασμένη οικονομία και κεντρική διοίκηση και να μην τους δίνει ξανά την δυνατότητα ανασυγκρότησης σαν τέτοια, ή να τα κατατεμαχίζει σε μικρά κράτη προτεκτοράτα ελέγχοντας απόλυτα τις πλουτοπαραγωγικές τους πηγές μέσω του ελέγχου των πολιτικών τους ελίτ.

Μετά την καταστροφή και την διάλυση του κράτους της Λιβύης και την δολοφονία του Καντάφι, το πλάνο από μέρους των πολυεθνικών της ενέργειας για τον έλεγχο των πηγών και των ροών ενέργειας απ τις χώρες του κόλπου,  ξεκίνησε την προσπάθεια  να ολοκληρώσει και να εφαρμόσει τα σχέδια τους στην μέση ανατολή και την αραβική χερσόνησο.

Το πρώτο μέρος του σχεδίου μετά την κατάλυση του Μπααθικού κράτους και την δολοφονία του Σαντάμ Χουσεΐν  στο Ιράκ  είχε πετύχει. Το δεύτερο, η διάνοιξη αγωγών που θα ξεκινούσαν απ την Σαουδική Αραβία, τα εμιράτα του Κατάρ, θα διέσχιζαν της ερήμους του Ιράκ και θα περνούσε απ την Μοσούλη, ενώνοντας όλες τις πετρελαιοπαραγωγικές πηγές της αραβικής χερσονήσου και της μέσης ανατολής και θα κατέληγε στην μεσόγειο, έπρεπε να ξεκινήσει.

Στα σχέδια τους αυτά, δυο χώρες Το Ιράν και η Λιβύη εξακολουθούσαν να στέκονται εμπόδιο στην ολοκλήρωσή του σχεδίου. Και οι δύο αυτές χώρες, ασθενούσαν απ την ίδια αρρώστια. Διοικούνταν από ισχυρές κεντρικές κυβερνήσεις και είχαν κρατικοποιημένο το μεγαλύτερο μέρος της οικονομίας τους.

Η μια από το Μπααθικό καθεστώς της περιόδου της αποικιοκρατίας και η άλλη από ένα ισχυρό καθεστώς που βγήκε μέσα από σκληρούς εσωτερικούς επαναστατικούς αγώνες μετά την  ανατροπή του Σάχη. Και οι δύο κάτω από διαφορετικούς ιστορικούς δρόμους πέρασαν σε ένα κεντρικό κρατικό έλεγχο των οικονομιών τους κάτι που ερχόταν σε πλήρη ρήξη με τα συμφέροντα των εταιριών πετρελαίου.

Επιπρόσθετα και οι δυο χώρες είχαν συνάψει διακρατικές συμφωνίες με την Ρωσία και την Κίνα πώλησης πετρελαίου και αερίου με συναλλαγές στα εθνικά τους νομίσματα, απωθώντας  το δολάριο απ τις συναλλαγές του πετρελαίου. Για το ζήτημα αυτό έχουμε αναφερθεί παραπάνω. Για όλους αυτούς τους λόγους οι δυο αυτές χώρες μπήκαν στο μάτι του κυκλώνα της παγκόσμιας προπαγάνδας σαν άντρα της «παγκόσμιας τρομοκρατίας».

Η  δίοδος αγωγών πετρελαίου και αερίου δια μέσου της Συρίας προς την μεσόγειο με τερματισμό την Ευρώπη έπρεπε να μπει σε εφαρμογή. Ας προσέξουμε εδώ: η επιλογή έγινε η δίοδος να γίνει μέσω Συρίας και όχι μέσω Τουρκίας και μάλιστα από μια περιοχή στην οποία  κατοικούσαν  κούρδοι.

Η απεξάρτηση της Ευρώπης απ την Ρωσία σε παροχή αερίου και πετρελαίου για τις Αμερικάνικες και Ευρωπαϊκές πολυεθνικές εταιρίες πετρελαίου ήταν και εξακολουθεί να είναι ζήτημα ζωής και θανάτου. Όποιος ελέγχει την παροχή ενέργειας στην Ευρώπη, ελέγχει την οικονομία της και κατ επέκταση την πολιτική της.

Στο σχέδιο αυτό, το καθεστώς της  Συρίας όπως και του Ιράν, ήταν εμπόδιο στην εφαρμογή του. Έτσι η τύχη της Συρίας προδιαγράφτηκε όπως και στην Λιβύη. Ένα κράτος με ισχυρή κυβέρνηση στο οποίο οι πολυεθνικές θα έδιναν λόγο ή θα πλήρωναν φόρους, είναι μακριά απ την πολιτική τους σήμερα. Η Συρία σαν  κρατική οντότητα έπρεπε να διαλυθεί. Το Ιράν παρότι ελέγχει μαζί με το Κατάρ το μεγαλύτερο κοίτασμα αερίου στον κόσμο, ήταν για την ώρα δύσκολος αντίπαλος έχοντας ένα καλά εξοπλισμένο και εμπειροπόλεμο στρατό.

Η αποδυνάμωση της οικονομικής ισχύος της Αμερικής σαν μια νέα πραγματικότητα, επισφραγίστηκε με την  κρίση στην Συρία.

Στο κάλεσμα ενός νέου «ιερού πολέμου» προς τους «συμμάχους», στην ουσία στο κάλεσμα για το μοίρασα του κόστους της στρατιωτικής επέμβασης στη Συρία, η Αμερική, συνάντησε την μοναξιά της εγκατάλειψης.  Αυτό που είχε αρχίσει να διαφαίνεται  την περίοδο της καταστροφής της Λιβύης, στην Συρία έγινε πια φανερό.

Η συμμαχία είχε διαλυθεί γιατί τα γεωστρατηγικά τους συμφέροντα και οι επιδιώξεις των ευρωπαϊκών και αμερικάνικων πολυεθνικών εταιριών πετρελαίου και όχι μόνο στην περιοχή της Μέσης Ανατολής άρχισαν να διαφοροποιούνται και να αλληλοσυγκρούονται.

Και η Αμερική αποδείχτηκε ότι δεν ήχε την δύναμη να σηκώσει μόνη της το βάρος ενός πολέμου με την Συρία αντιμετωπίζοντας ταυτόχρονα την συμμαχία αυτής της χώρας, με το ΙΡΑΝ, την χεζμπολάχ του Λιβάνου, την παλαιστινιακή αντίσταση και τη Ρωσία ταυτόχρονα.

Μια συμμαχία, η οποία γεννήθηκε κάτω από διαφορετικά ιστορικά, πολιτικά και οικονομικά συμφέροντα, όπως: Η όξυνση των εσωτερικών θρησκευτικών διαφωνιών μεταξύ Σηιτών και Σουνιτών, μέσα στους κόλπους του αραβικού κόσμου, διαφωνίες που χάνονται βαθειά στο ιστορικό παρελθόν.

Η Σουνιτική Σαουδική Αραβία έχοντας τα  μεγαλύτερα αποθέματα πετρελαίου, έχοντας μετοχικά συμφέροντα στις αμερικάνικες εταιρίες πετρελαίου και διοικούμενη από ένα απηρχαιωμένο φυλετικό οικογενειακό καθεστώς θέλοντας να κρατήσει την ηγεμονική του θέση και τον πνευματικό έλεγχο πάνω στο αραβικό έθνος, δεν μπορούσε να ανεχτεί τον ανταγωνισμό από ένα θρησκευτικό-κοσμικό Σηιτικό καθεστώς, όπως ήταν αυτό που γεννήθηκε μετά την πτώση του σάχη στο Ιράν.

Η επιθετικότητα της Αμερικής ενάντια στο Ιράν  ήταν και η κινητήρια δύναμη για την ενίσχυση της συμμαχίας Ιράν Συρίας.  Ταυτόχρονα σύμμαχοι απ την πρώτη στιγμή στην Συρία στάθηκαν και η Σηιτική Χεσμπολα και η παλαιστινιακή αντίσταση, παραδοσιακοί πολέμιοι και αντίπαλοι του Ισραήλ. Και τέλος, η παρέμβαση της Ρωσίας για την προστασία του τελευταίου συμμάχου αλά και του τελευταίου στρατιωτικού οχυρού της στην μεσόγειο. Όλα αυτά συμπληρώθηκαν απ την πλήρη άρνηση των συμμάχων να ακολουθήσουν γνωρίζοντας τα αποτελέσματα της μοιρασιάς.

Στην απαγκίστρωση από το στρατιωτικό, πολιτικό και οικονομικό Βατερλό που οδηγούταν η Αμερικάνικη διπλωματία από την απροθυμία των πρώην προθύμων να την ακολουθήσουν σε μια νέα στρατιωτική περιπέτεια ενάντια στον Συρία για την επιβολή στην περιοχή της Μέσης Ανατολής ενός νέου στάτους, ήρθε αρωγός ένας οπό  τους κύριους ανταγωνιστές της, στην γεωστρατηγική ισορροπία της περιοχής, αλά και του ελέγχου της παγκόσμιας ενέργειας. Η Ρωσία. Η στρατηγικής σημασίας συμμαχία της με τον Συρία και η υπεράσπιση των βάσεων της σ’ αυτήν την έκανε ισότιμο συνομιλητή αλά ταυτόχρονα και νικητή σ’ αυτόν τον διπλωματικό πόλεμο.

Παρόλα αυτά, η απεξάρτηση της Ευρώπης απ το ρωσικό αέριο έπρεπε να πραγματοποιηθεί. Ο αγωγός ήταν απαραίτητος, άρα η Συρία έπρεπε να διαλυθεί. Το καθεστώς του «δικτάτορα»  Ασαντ έπρεπε να ανατραπεί. Και ο μόνος δρόμος που έμενε ήταν η εμπειρία της Λιβύης. Η αραβική άνοιξη έπρεπε να εφευρεθεί για να δικαιολογηθεί η επέμβαση και η εξαπόλυση μισθοφορικών αλητοσυμοριών για να κάνουν αυτό που δεν μπορούσε να κάνει η αμερικάνικη στρατιωτική υπερδύναμη.

Οι εξελίξεις στην Συρία έχουν μια δυναμική ιστορική εξέλιξη τα τελευταία 8 χρόνια, οι οποίες χωρίς υπερβολές είναι αυτές που καθόρισαν τις γεωστρατηγικές   αλλαγές σήμερα. Όλη η εξέλιξη της Συριακής κρίσης ελπίζω να αποτελέσει αργότερα ξεχωριστή ανάλυση. Εν κατακλείδι εδώ. Στην σύγκρουση αυτή η αμερικάνικη στρατιωτική υπερδύναμη ηττήθηκε κατά κράτος. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι οι εταιρίες πετρελαίου δεν ψάχνουν να βρουν εναλλακτικές λύσεις. Ήδη συζητάνε για ον μισό αγωγό. Αυτόν του Ισραήλ, Κύπρου, Ελλάδος, Ιταλίας, ρίχνοντας μας στα βαθειά των παγκόσμιων γεωστρατηγικών συγκρούσεων και σε μια σίγουρη σύγκρουση με την Τουρκία.

Ακόμα επιπρόσθετα. Η συγκρούσεις στην Συρία προσδιόρισαν δυο μεγάλα αντίπαλα στρατόπεδα, χωρίς αυτό να σημαίνει απαραίτητος ότι δεν υπάρχουν εσωτερικές διαφοροποιήσεις ανάλογα με τις οικονομικές συγκυρίες και αντιθέσεις που παρουσιάζονται στην πορεία. Από την μια μεριά η αμετάβλητη για την ώρα συμμαχία Αμερικής, Ισραήλ και Σαουδικής Αραβίας, με την Ευρώπη και την ευρωπαϊκή ένωση να ακολουθεί με ενστάσεις και μεγάλες διαφοροποιήσεις, και από την άλλη, η Ρωσία, το Ιράν, βεβαίως η Συρία, η κίνα να ακολουθεί με σταθερότητα και πρόσφατα νέος ακόλουθος η Τουρκία. Όλες οι εξελίξεις στο άμεσο μέλλον οι οποίες αφορούν τον έλεγχο πρώτων υλών και ροής φυσικού αερίου και πετρελαίου στο άμεσο μέλλον, αυτά τα μπλοκ είναι που θα καθορίζουν τις εξελίξεις.

Κλείνοντας αυτό το κεφάλαιο, θεωρώ απαραίτητο να προσθέσω δυο λόγια για τις εξελίξεις στην Τουρκία γνωρίζοντας ότι και αυτό το θέμα χρίζει ξεχωριστής ανάλυσης.

Η εμφανής πια οικονομική αποδυνάμωση της Αμερικής και η αδυναμία της να επιβάλει την ηγεμονία της όπως παλιά, απελευθερώνει περιφερειακές δυνάμεις δίνοντας τους την δυνατότητα να μπουν στο παιχνίδι διεκδικώντας ρόλο στη χάραξη των νέων συνόρων.

Η Τουρκία είναι μια απ αυτές. Η συνθήκη της Λοζάνης που επέβαλαν οι μεγάλες δυνάμεις στον Κεμάλ προσπαθώντας να κρατήσουν το νεογέννητο τουρκικό κράτος υπό έλεγχο, περιείχε σημεία κλειδιά. Την απέκλειε απ τις πηγές πετρελαίου και την περιόριζε στην παραλιακή ζώνη του Αιγαίου σε μια θαλάσσια ζώνη της τάξεως των 6 μιλίων. Η νέα μοιρασιά των πυγών ενέργειας και η  κρίση στη Συρία ήταν η ιδανική ευκαιρία για την Τουρκία να μπει στο παιχνίδι. Κάτι τέτοιο όμως ήταν αντίθετο απ τα προγράμματα και τις επιθυμίες των πετρελαιάδων.

Η προσπάθεια του Ερντογάν και του συστήματος που οικοδομεί γύρω του, τον έφεραν απ την αρχή σε αντίθεση και σύγκρουση με τις εταιρίες πετρελαίου. Το σύστημα Ερντογάν σιγά αλλά σταθερά χρόνια τώρα, χτίζει γύρω του ένα προσωποπαγές, ισχυρό αυταρχικό σύστημα διοίκησης και ένα ιδιόρρυθμο σύστημα ελέγχου της οικονομίας.

Κερδίζοντας την μάχη ενάντια στο Κεμαλικό κράτος και ιδιαίτερα την μάχη ενάντια στο στρατιωτικό βιομηχανικό σύμπλεγμα που είχε στήσει ο Κεμάλ, μετά την υπόθεση βαριοπούλα, πέρασε το μεγαλύτερο  μέρος της βιομηχανίας του εμπορίου και των μεταφορών αυτού του συστήματος, στο σύστημα που έχτιζε χρόνια τώρα.

Προσπάθειες για την ανατροπή του από μέρους των πολυεθνικών και την διάλυση του συστήματος του, από μέρους του αμερικάνικου βαθέως κράτους, έγιναν πολλές. Τελευταίες ήταν η χρωματιστή εξέγερση στην πλατεία Ταξίμ και το πραξικόπημα. Και στα δύο ο Ερντογάν και το σύστημά του κατόρθωσαν να βγουν νικητές. Μετά το πραξικόπημα, ο Ερντογάν  εξαπέλυσε στην κυριολεξία ένα πογκρόμ εκκαθαρίσεων, συλλήψεων και φυλακίσεων, σε όλο τον κρατικό μηχανισμό και όχι μόνο.

Η κρατική διοίκηση, η δικαιοσύνη, η αστυνομία και πάνω απ όλα ο στρατός, αποκεφαλίστηκαν και εκκαθαρίστηκαν από όποιον υπήρχε και η παραμικρή υπόνοια ότι ήταν ενάντια στο σύστημα.  Ένα κύμα τρομοκρατίας εξαπλώθηκε σε όλη την Τουρκία.  Όπως ήταν επόμενο, ο αυταρχικός έλεγχος του κράτους έγινε μεγαλύτερος και ο έλεγχος στην οικονομία ακόμα πιο ασφυκτικός.

Η τάση αυτή έφερε την Τουρκία σε ευθεία αντιπαράθεση με τις πολυεθνικές καθιστώντας την για αυτές περισσότερο χώρα προς διάλυση  παρά προς συνεννόηση. Ακόμα χειρότερα, αυτή σύγκρουση, οδήγησε τον Ερντογάν να σπάσει τους παραδοσιακούς δεσμούς συμμαχίας με την δύση, Αμερική και Ε.Ε. και να συμμαχήσει με την Ρωσία, μια από ότι φαίνεται επωφελής συμμαχία για την ώρα και για τα δυο μέρη.

Με την συμφωνία Ρωσίας Τουρκίας, η Τουρκία Σπάζοντας την συνοχή του ΝΑΤΟ στα νοτιοανατολικά, ακούμπησε τα νώτα της προσωρινά σε ένα δυνατό παίχτη, απεγκλώβισε την Ρωσία  απ τον νατοϊκό αποκλεισμό δίνοντας της εύκολη δίοδο στην Συρία, το Ιράν και την μεσόγειο. Αυτοί είναι και οι λόγοι της άρνησης των πολυεθνικών να προτιμήσουν την διέλευση του αγωγού δια μέσω της Τουρκίας, προτιμώντας το κοστοβόρο πέρασμα του απο το τεράστιο χάσμα της ευρωπαϊκής και της ασιατικής πλάκας κάτω απ την Κρήτη.

Επιπρόσθετα,  Η Τουρκία δέχεται μια μεγάλη πίεση στο εσωτερικό της χρόνια τώρα, με έναν ακήρυχτο εμφύλιο πόλεμο απ την κουρδική μειονότητα η οποία ζητάει την αυτονομία της.  Στην προσπάθεια της να αποτρέψει την τυχών ίδρυση Κουρδικού κράτους στα νότια σύνορα της, από την Μοσούλη μέχρι την μεσόγειο, σχέδιο που έχει ξεκινήσει εξυφαίνετε από τις ΗΠΑ απ την  περίοδο της «καταιγίδας της ερήμου επί Μπους», κάτι που Ερντογάν το γνώριζε  γ αυτό και  η διαφωνία του για την χρησιμοποίηση της βάσης του Ιντσιρλίκ από τους συμμάχους. Το σχέδιο αυτό,  ολοκληρώνεται με το στήσιμο της κρίσης στην Συρία για την ανατροπή του Ασαντ για τον έλεγχο του αγωγού Κατάρ Μοσούλης Μεσογείου.

Όπως είναι επόμενο, η ίδρυση τέτοιου κράτους στα νότια σύνορα της, θα είχε σαν αποτέλεσμα την επιτάχυνση των πιέσεων στο εσωτερικό της, θα όξυνε τον ακήρυχτο εμφύλιο πόλεμο με το ΠΚΚΑ μέσα στους κόλπους της και θα επιτάχυνε  τον διαμελισμό της με την αποσκίρτηση όλων των Κουρδικών εδαφών που τώρα κατέχει. Το σχέδιο αυτό πρέπει να ματαιωθεί και ο μόνος τρόπος που μπορεί να γίνει είναι να ελέγξει η ίδια τα εδάφη που είναι τυχόν υποψήφια για την ίδρυση τέτοιου κράτους.  Αυτό κάνει την στρατιωτική της παρουσία απαραίτητη στην περιοχή. Ταυτόχρονα με αυτές της  επεμβάσεις, ελπίζει ότι μπορεί να εκβιάσει μερίδιο στο μοίρασμα των πηγών ενέργειας με την χάραξη των νέων συνόρων.

Ένα ιδικό κεφάλαιο για τις σχέσεις της με τη Ελλάδα και την οριοθέτηση της ΑΟΖ της μεσογείου είναι απαραίτητο. Ελπίζω να επανέλθω

Όπως είναι επόμενο, σ ένα τέτοιο ρευστό παγκόσμιο περιβάλλον όπως αυτό διαμορφώνεται στις μέρες μας, θεσμοθετημένοι διεθνείς οργανισμοί στέκονται αδύναμοι να σταματήσουν τον κατήφορο προς την καταστροφή. Όπως στην περίοδο του μεσοπολέμου η ΚΤΕ (Κοινωνία των Εθνών) κατέρρευσε μετά την απαξίωση της απ τα έθνη κράτη που την αποτελούσαν, αδυνατώντας να σταματήσει την πορεία προς το αιματοκύλισμα του πρώτου παγκοσμίου πολέμου, έτσι και τώρα ο αντικαταστάτης της, ο ΟΗΕ, στέκεται ανίκανος να σταματήσει τις αιτίες που απειλούν για άλλη μια φορά την ανθρωπότητα με μια νέα καταστροφή, προδιαγράφοντας με την αδυναμία του αυτή και την δική του κατάρρευση και διάλυση στο απώτερο μέλλον.

Μια καταστροφή, η οποία αν δεν την σταματήσουμε, θα πραγματοποιηθεί με πολεμικά μέσα άπειρης μαζικής καταστροφικής ισχύος. Καταστροφικά μέσα που θα απειλήσουν την  τη δυνατότητα της σφαίρας που στριφογυρίζει δισεκατομμύρια χρόνια τώρα γύρω απ’ τον ήλιο, να συνεχίσει το ταξίδι της.

Με άλλα λόγια, το νέο σκηνικό που άρχισε να ανοίγεται μπροστά μας για τα επόμενα χρόνια,  φαίνεται να προδιαγράφει  μια νέα περίοδο αναδιάταξης στις Γεωστρατηγικές ισορροπίες, ακόμα και σ αυτές που επικράτησαν  μετά την κατάρρευση της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, και καθιέρωσαν την «θεωρία» της «Αυτοκρατορικής» υπερδύναμης της Αμερικής. Όλα δείχνουν ότι  στις μέρες μας, οι παγκόσμιες ισορροπίες μπαίνουν ξανά σε νέα αμφισβήτηση, σε νέα αναδιάταξη.