Το πνεύμα που σκοτώνει, του Θανάση Σκαμνάκη

Το πνεύμα που σκοτώνει, του Θανάση Σκαμνάκη

Πάνω που ο Ιούλιος έκανε την πρόβα για το μέλλον του, όπως το σχολίαζα στο προηγούμενο σημείωμα, το παρελθόν επέβαλε την σκληρή πύρινη παρουσία του. Θέλοντας να πει πως έχουμε πολλές θυσίες ακόμα να κάνουμε μέχρι να βρούμε εκείνο που συναισθανόμαστε και διεκδικούμε ως μέλλον.

Οπότε, μια χώρα βρέθηκε φοβισμένη κι απορημένη να μετράει τη φρίκη και τους νεκρούς -πόσους δεν ξέρει ακόμα.

Τόσοι νεκροί εν καιρώ ειρήνης, όπως έχει ονομαστεί αυτός ο καιρός ο οποίος όμως δεν φέρνει σε ειρήνη!..

Φοβισμένη, απορημένη κι αμήχανη, ακόμα ύστερα από τόσες μέρες, καθώς δεν ξέρει ποιον να βρίσει (ή ποιον να βρίσει περισσότερο).

Την τωρινή κυβέρνηση, με όλα τα συμπαρομαρτούντα, περιφέρειες, υπηρεσίες, δήμους κ.λπ., που δεν πρόβλεψε, που δεν έσπευσε εγκαίρως, που δεν ήταν έτοιμη, που επί πλέον παριστάνει την επαρκή, προκαλώντας οργή και πολλαπλασιάζοντας τη θλίψη;

Την προηγούμενη κυβέρνηση που δεν πήρε κανένα μέτρο;

Τις προπροηγούμενες που υπηρετήσανε την πολιτική της αυθαιρεσίας και της καταστροφής του περιβάλλοντος;

Τον άνεμο που δε σεβάστηκε τους κανόνες;

Τα πεύκα που γίνονται φορείς θανάτου;

Τον ίδιο της τον εαυτό που κατακτά, καταπατά, υπερασπίζεται εδάφη, που χτίζει τοίχους και τείχη, που ολοφύρεται μπροστά στην καταστροφή αλλά που ποτέ δεν παίρνει μέτρα να την αποφύγει;

Αμήχανη γιατί και πάλι καλείται να απαντήσει σε ερωτήσεις που δεν οφείλει.

Τι μπορεί να κάνει μια κυβέρνηση όταν φυσάει τόσο δυνατά; Καθώς ο άνεμος δεν υπόκειται στην κυβερνητική αρμοδιότητα ως γνωστόν. Κι έτσι ξεπερνάει την ερώτηση για την ανεπάρκεια των πυροσβεστικών μέσων (και των πολιτικών της φτωχοποίησης).

Τι μπορεί να κάνει μια κυβέρνηση όταν μια ολόκληρη πόλη έχει χτιστεί στενά-στενά, με τυφλούς δρόμους, χωρίς εξόδους κ.λπ., καθώς η δόμηση έχει πολλές γενιές πίσω της και δεδομένα που δεν ανατρέπονται; Κι έτσι ξεπερνάει την άρνηση (συνενοχή) των πολλαπλών αρχών να βάλουν τόσα χρόνια μια τάξη και την ανικανότητα στο παρόν των κρατικών δυνάμεων να οργανώσουν τη διαφυγή, περιορίζοντας τις απώλειες.

Πίσω από τους καπνούς και τη φωτιά υπάρχουν πλέον συγκλονιστικές ιστορίες που πιστοποιούν το τέρας και τον άγγελο που κουβαλάμε μαζί. Ιστορίες εγωιστικών έργων και ιστορίες αυταπάρνησης. Μαζί, στην ίδια κοινωνία, στην ίδια ζωή, μερικές φορές και στους ίδιους ανθρώπους, θέλοντας να πουν πως συνυπάρχουμε σε μια συνεχή αντίφαση.

Σε στιγμές σαν κι αυτή, όλα τα πράγματα παίρνουν μεγάλο μέγεθος. Ή μήπως το κανονικό τους;

Και το ανθρώπινο μεγαλείο.

Και η ντροπή. Όπως εκείνη των μαύρων ιεραρχών του ανίερου σκότους ή όπως εκείνων που χτίσανε τοίχους και βάλανε κλειδωμένα πορτόνια στην παραλία, καθότι διεκδικούσαν πριβέ θαλάσσια λουτρά ή όπως εκείνου του κατ’ εξακολούθησιν χυδαίου και ανόητου που παριστάνει τον ενημερωτή, του αποπεμφθέντος για υπέρβαση της καθιερωμένης χυδαιότητας, που θα ανακαλύψει πως φταίει ότι άνοιξε η ΕΡΤ και δεν έχουμε πυροσβεστικά αεροπλάνα, αλλά δεν …θυμάται πόσα δισεκατομμύρια δίνονται για να πληρώνεται ένα χρέος το οποίο όσο πληρώνουμε μεγαλώνει και για να αγοράζονται, να εξοπλίζονται και να επανεξοπλίζονται πολεμικά αεροπλάνα, κοκ.

Είναι μια ώρα, που κρατάει μερικές ημέρες, μετά από κάθε συμφορά τέτοιου είδους, όταν κρατάμε όλοι την ανάσα μας. Μιλάμε σιγά και κουβαλάμε μέσα μας με απόλυτη ειλικρίνεια τη γενική θλίψη.

Σβήνουμε το τσιγάρο πριν το πετάξουμε …στο δρόμο, σχεδιάζουμε πως θα μπορούσαν να γίνουν καλύτερα τα πράγματα, σκεφτόμαστε πως η καταστροφή πρέπει να μας κάνει να δούμε αλλιώς το μέλλον, να γίνουμε πιο επιεικείς με τους άλλους και πιο αυστηροί με τον εαυτό μας, πως άμα χτίζουμε στην αυθαιρεσία τουλάχιστον να κρατάμε κάποιους κανόνες, πως μπορεί και να έχουν δίκιο κάποιοι που φωνάζουν για την καταστροφή του περιβάλλοντος, για την ανάγκη σχεδίου, για την ανεξέλεγκτη καταστροφή, για την τρύπα του όζοντος κ.ο.κ.

Κι εκείνη την ώρα, που κρατάει μερικές ημέρες, ανακαλύπτουμε τον καλύτερο εαυτό μας.

Τον αλληλέγγυο, τον δοτικό, τον μαχητή, τον ανοιχτό στη σκέψη των άλλων.

Κλείνουμε και την τηλεόραση να μην ακούμε τους νεκρο-πορτο-θάφτες που η συντριβή τους περισσότερο μοιάζει με πανηγυρισμό, μικρές, και κυρίως άστοχες, κατανομές ευθυνών (ούτε κουβέντα για την ταμπακιέρα), φτηνό εφιαλτικό υπερθέαμα, μεταβίβαση αποδοτικού φόβου, που τους επιτρέπει να πουλάνε τα φιλέτα, όπως Ελληνικό, να καταστρέφουν το θαλάσσιο περιβάλλον, όπως μονοπύθμενα πετρελαιοφόρα ιδιοκτησίας τους, να μάχονται για τις εξορύξεις, όπως ΑΟΖ, και να σχεδιάζουν παρόμοια και εξαιρετικά κερδοφόρα καταστροφικά έργα.

Καταστρέφοντας το περιβάλλον (στο όνομα μιας ιεράρχησης αξιών, όπου το πόσα βγάζεις είναι πιο ισχυρό από το πως και γιατί ζεις) και απελευθερώνοντας αφρόνως από τον ασκό που μας εμπιστεύτηκε ο Αίολος τον άνεμο, καταιγίδες, καύσωνες, πλημμύρες, τόσο που να μη ρωτάμε το αν αλλά το πότε θα μας ξαναβρεί το κακό.

Τις στιγμές της κρίσης, κάθε φορά, όποια κι αν είναι, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με τις μεγάλες απορίες.

Είναι μια στιγμή που μπορεί να πάρει στροφή ο καιρός.

Μετά οι μέρες περνάνε, κηδεύουμε τα θύματα, ενταφιάζουμε και τις αμήχανες σκέψεις μας και συνεχίζουμε, ξαναγυρίζοντας στην επαρκή συνήθειά μας. Πέρασε κι αυτό. Μέχρι την άλλη φορά βλέπουμε.

Κι αν μιλήσεις για το πνεύμα του κακού που σκοτώνει, όχι ο αέρας, η φωτιά, το νερό, η φύση, αλλά η κερδοσκοπία, η ιδιοτέλεια, η αλλαγή του νοήματος, ο κόσμος που παρακμάζει, θα συναντήσεις πολλές αποκρούσεις, καθώς η παρακμή σε βουλιάζει και σένα στην παρακμή της. Αυτό κάνουν οι τηλε-κατευθυνόμενες ιδέες. Αφού δεν έχουν μια δική τους αλήθεια να υποστηρίξουν και να πείσουν, καταστρέφουν την αξιοπιστία κάθε αλήθειας.

Κι όμως, αυτές οι στιγμές δηλώνουν εμφαντικά πως μπορεί να πάρει στροφή ο καιρός και να γίνει παρόν η πρόβα μέλλοντος του Ιουλίου!

Αλλά δεν φτάνει να το εύχεσαι!

kommon.gr