Κριτική, ύβρις, χυδαιότητα

Κριτική, ύβρις, χυδαιότητα

«Ναι, είμαι ονειροπόλος», έλεγε ο Οσκαρ Ουάιλντ, «γιατί ονειροπόλος είναι εκείνος που βρίσκει τον δρόμο του μόνο μέσα στο σεληνόφως, και η τιμωρία του είναι ότι βλέπει την αυγή πριν απ’ τους άλλους». Ενας άλλος μεγάλος των αφορισμών, ο Γερμανός Λίχτενμπεργκ, είχε διατυπώσει νωρίτερα: «Μιλάμε πολύ για διαφωτισμό και ζητάμε περισσότερο φως. Θεέ μου, τι να σου κάμει το φως όλο όταν οι άνθρωποι δεν έχουν μάτια ή έχουν και τα κλείνουν επίτηδες;».

Θέλω να πω, καλή είναι η κριτική, αλλά πρέπει να έχει τα εφόδια ώστε να ξεπεράσει οτιδήποτε κρίνεται, είτε αυτό είναι έργο τέχνης είτε ένα απλό κείμενο. Με κραυγές και ύβρεις δεν γίνεται δουλειά, δεν πάει μπροστά ο διάλογος, δεν ανανεώνεται, δεν εμπλουτίζεται η επικοινωνία.

Γιώργος Σταματόπουλος

Οσοι υποστηρίζουν μέσα από ένα βήμα την κυβερνητική πολιτική, χωρίς να βρίσκουν ούτε ένα ψεγάδι, με απέραντη ευκολία στέλνουν στο πυρ το εξώτερο οποιονδήποτε τολμά να αμφισβητήσει τις πράξεις της κυβέρνησης, με χυδαίο δε τρόπο. Είναι η εποχή της ύλης και της αδαημοσύνης, τι να κάνουμε. Ομως κάτι πρέπει να γίνει ώστε να μετριαστεί τουλάχιστον αυτή η βαρβαρότητα [διότι περί βαρβαρότητας πρόκειται]. Θα πρότεινα σ’ όλους αυτούς τους οπαδούς του άξεστου τρόπου και της θρασείας συμπεριφοράς να διαβάσουν τον Ιρλανδό συγγραφέα. «Η υψίστη κριτική είναι εκείνη που αποκαλύπτει στο έργο τέχνης ό,τι δεν έχει βάλει μέσα ο συγγραφέας».

Για να συμβεί κάτι τέτοιο είναι υποχρεωμένος ο κρίνων να δει, να είναι σε θέση να δει όχι μόνο το συνειδητό αλλά και το ασυνείδητο του υπό κρίση συγγραφέα – κομμάτι δύσκολο εάν κρίνει κανείς το επίπεδο του… κρίνοντος [τη χυδαιολογία και υβρεολογία του]. Ενα κείμενο είναι, υποτίθεται, το απόσταγμα όσων ταλανίζουν τον συγγραφέα του, είναι μια μακρά και επώδυνη διαδικασία να ελεγχθούν οι σκέψεις, να φιλτραριστούν, να ανασκευαστούν πιθανώς, να δοκιμαστούν μέσα του αλλά, μετά τη δημοσίευση, και στην κοινή θέα.

Μετά από όλα αυτά να γίνει η κριτική. Κάθε κριτική οφείλει να είναι δημιουργική ακόμη κι όταν είναι απορριπτική, να έχει δηλαδή δοκιμαστεί και η ίδια όπως το ίδιο το κείμενο, που κρίνεται. Διαφορετικά, καλύτερα να πάνε για βρούβες οι τέτοιου αναστήματος κριτικοί – το ίδιο βεβαίως ισχύει και για τους συγγραφείς.

Σχολιάζοντας ο Παναγιώτης Κονδύλης τους αφορισμούς του Λίχτενμπεργκ, σημειώνει: «Δεν δέχεται ούτε τους μύθους της μισανθρωπίας, αλλά ούτε και τους μύθους της φιλανθρωπίας. Γιατί ξέρει ότι η ανθρώπινη συμπεριφορά ριζώνει σ’ ένα βαθύ βαθύ και ηθικά ουδέτερο στρώμα, εκεί όπου βιολογία και ψυχολογία δεν έχουν ακόμη ξεκαθαρίσει, όπου το φως της συνείδησης μόλις και αυγάζει μέσα από τις αβύσσους του υποσυνειδήτου».

Πρέπει να ξεφύγει κανείς από το ζώο και να αρχίσει να μιλάει ανθρωπινά και όχι κραυγάζοντας – αυτό οφείλει να είναι το ζητούμενο σε κοινωνίες όπως η δική μας [ημιεγγράμματη και απολίτιστη σε μεγάλο της τμήμα· όχι στο όλον της, προς θεού].

.efsyn.gr/