«Συνταγματικά δεν υπάρχει πρόβλημα, πολιτικά όμως είναι σαφές ότι υπάρχει»

«Συνταγματικά δεν υπάρχει πρόβλημα, πολιτικά όμως είναι σαφές ότι υπάρχει»

Μπορεί ένα νομοσχέδιο με ρυθμίσεις στο ΑΣΕΠ να αποδειχθεί πιο… αμφίρροπο από την Συμφωνία των Πρεσπών; Κι όμως, αυτό συνέβη αυτές τις μέρες στη Βουλή, σε μια διαδικασία που περιλαμβάνει, μεταξύ πολλών άλλων, μια ψηφοφορία που άλλαξε μορφή στη διάρκειά της, έναν κοινοβουλευτικό εκπρόσωπο που πήγε «δύο λεπτά για μια γκαζόζα», μια κυβέρνηση που και πήρε 151 βουλευτές και παράλληλα είναι «μειοψηφία» και ένα νομοσχέδιο «ρουτίνας» που μετατράπηκε αίφνης σε ψήφο εμπιστοσύνης. Με λίγα λόγια, μια καλή ευκαιρία να συζητήσουμε για την αντιπροσωπευτικότητα του σημερινού Κοινοβουλίου και την ανάγκη αυτή να ανανεωθεί σύντομα.
 

του Θάνου Καμήλαλη

«Συνταγματικά δεν υπάρχει πρόβλημα, πολιτικά όμως είναι σαφές ότι υπάρχει» είχε «προφητεύσει», κατά μία έννοια, ο Αλέξης Τσίπρας, αναφερόμενος στο σενάριο της κυβέρνησης μειοψηφίας, λίγο πριν την αποχώρηση Καμμένου και τη διαδικασία της ψήφου εμπιστοσύνης στη Βουλή. Και παρά το γεγονός ότι η κυβέρνησή του υπερψηφίστηκε από 151 βουλευτές, η φράση του Πρωθυπουργού ισχύει.

Ας τα πάρουμε όμως με τη σειρά, ξεκινώντας από τα γεγονότα. Το απόγευμα της Τρίτης επρόκειτο να ψηφιστεί στην Ολομέλεια της Βουλής ένα νομοσχέδιο του υπουργείου Διοικητικής Ανασυγκρότησης για την «ενδυνάμωση του ΑΣΕΠ και αναβάθμιση της Δημόσιας Διοίκησης». Το νομοσχέδιο αυτό, που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί «ρουτίνας», πέρασε χωρίς εντάσεις από την αρμόδια Επιτροπή της Βουλής με τους ψήφους του ΣΥΡΙΖΑ και των ΑΝΕΛ επί της αρχής. Τα προβλήματα ξεκίνησαν στην Ολομέλεια, όταν, ενώπιον λίγων βουλευτών, ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος των ΑΝΕΛ, Αριστείδης Φωκάς, δήλωσε ότι το κόμμα του δεν ψηφίζει τρία άρθρα από τα 70 του νομοσχεδίου.

Η διαφοροποίηση των ΑΝΕΛ σε τρία καθαρά διαδικαστικά άρθρα, για τον μικροπολιτικό λόγο της μη απόλυτης σύνδεσης με τον ΣΥΡΙΖΑ, προκάλεσε μια πρωτόγνωρη και πολύ περίεργη κατάσταση. Είθισται (δεν προβλέπεται σε κανένα σημείο του κανονισμού της Βουλής) η ψηφοφορία για τα νομοσχέδια να γίνεται μέσω της ψήφου των κοινοβουλευτικών εκπροσώπων, καθώς θεωρείται ότι το «ναι-όχι-παρών» του εκπροσώπου αντιπροσωπεύει το σύνολο της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του κόμματος. Το πρόβλημα όμως την Τρίτη ήταν ότι το «όχι» των ΑΝΕΛ στα τρία αυτά άρθρα θα σήμαινε ότι η κυβέρνηση δεν μπόρεσε να νομοθετήσει ακριβώς αυτό που θα ήθελε. Τυπικά,  υπήρχε θέμα δεδηλωμένης, παρά το γεγονός ότι η κυβέρνηση φυσικά έχει τους 151 βουλευτές που χρειάζεται. Η κατάσταση έγινε ακόμα πιο περίεργη όταν ο βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ, Γιώργος Βαρεμένος, που εκτελούσε χρέη προέδρου, επικαλούμενος άρθρα του κανονισμού της Βουλής, πρώτα προειδοποίησε ότι για άρθρα που υπάρχει αμφισβήτηση θα ακολουθούσε ονομαστική ψηφοφορία και στη συνέχεια, ξεκίνησε την ψηφοφορία για τα κόμματα, αλλά τη διέκοψε και την ανέβαλλε για την Τετάρτη, επειδή ο Φωκάς δεν βρισκόταν εκείνη την στιγμή στην αίθουσα για να ψηφίσει.

Φυσικά η Νέα Δημοκρατία έσπευσε να εκμεταλλευθεί αυτό το παράδοξο. Πρώτα με τον Μάκη Βορίδη και την Τετάρτη με τον Νίκο Δένδια, η ΝΔ υποστήριξε ότι το νομοσχέδιο καταψηφίστηκε, καταγγέλλοντας την κυβέρνηση ότι ερμηνεύει κατά το δοκούν τις διαδικασίες και τον κανονισμό της Βουλής, ζητώντας από όλα τα κόμματα να τοποθετηθούν, διαδικασία που σημαδεύτηκε από τη δικαιολογία του Φωκά ότι «είχα πιει στο καφενείο μια γκαζόζα και πήγα στην τουαλέτα και εκείνη την ώρα ξεκίνησε η ψηφοφορία. Που το προβλέπει ο Κανονισμός να ξεκινά με αυτό τον τρόπο η ψηφοφορία; Είναι γελοία η διαδικασία».

Ξαφνικά, η συζήτηση για την «ενδυνάμωση του ΑΣΕΠ» απέκτησε χαρακτήρα άτυπης ψήφου εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση και στην Ολομέλεια βρίσκονταν σχεδόν όλοι οι βουλευτές για να ψηφίσουν ονομαστικά επί της αρχής, επί των 70 άρθρων και των 10 τροπολογιών. Απαντώντας στις επιθέσεις της αντιπολίτευσης, που κινήθηκε ξανά στη γραμμή της «κυβέρνησης – κουρελούς», ο Νίκος Βούτσης και η Τασία Χριστοδουλοπούλου του ΣΥΡΙΖΑ (πρόεδρος – αντιπρόεδρος της Βουλής, αντίστοιχα), έκαναν πολλές φορές λόγο για «κυβέρνηση μειοψηφίας» και για «νέες κοινοβουλευτικές πρακτικές», προσθέτοντας ότι από εδώ και μπρος, αυτή θα είναι η διαδικασία για την υπερψήφιση των νομοσχεδίων. Θα καλούνται να υπερψηφίζουν όλοι, ονομαστικά, επιβεβαιώνοντας ξανά και ξανά την κυβερνητική πλειοψηφία και τη δεδηλωμένη.

Τι βγαίνει από όλα αυτά; Τυπικά, δεν υπάρχει κανένα παράπτωμα, εκτός ίσως από το λάθος του Βαρεμένου να ξεκινήσει μια διαδικασία γνωρίζοντας το πρόβλημα που θα προκύψει. Η κυβέρνηση στηρίζεται από 151 βουλευτές και η ψήφος εμπιστοσύνης που έλαβε είναι νωπή. Αυτό αναιρείται, όσο και αν φωνάζει μεγάλη μερίδα της αντιπολίτευσης. Είναι επίσης σωστό το επιχείρημα που επικαλείται ο ΣΥΡΙΖΑ για τον μεγάλο αριθμό των ανεξάρτητων βουλευτών για να δικαιολογήσει τις ονομαστικές ψηφοφορίες (μολονότι το θυμήθηκε μόνο τώρα που το χρειάστηκε). Οι ανεξάρτητοι βουλευτές είναι αυτήν τη στιγμή 16 και αν παραδώσει την έδρα του, όπως έχει δεσμευτεί, ο Παπαχριστόπουλος των ΑΝΕΛ, με την εφαρμογή του κανονισμού οι ΑΝΕΛ θα διαλυθούν και ο αριθμός των ανεξάρτητων θα ανέβει στους 22. Είναι τέλος, παραπλανητικό το επιχείρημα που έθεσε η ΝΔ ότι αφού επί δεκαετίες οι ψηφοφορίες γίνονταν συνήθως μέσω των εκπροσώπων των κομμάτων, η κυβέρνηση παραβιάζει την ορθή λειτουργία της Βουλής.

Εκτός από το τυπικό κομμάτι όμως, υπάρχει και η ουσία. Δεν υπάρχει ακριβής όρος για να περιγράψει τη σημερινή σύνθεση του κυβερνητικού σχήματος. Δεν είναι ακριβώς κυβέρνηση μειοψηφίας, δεν είναι «κυβέρνηση – κουρελού», ούτε «145+6 αδέσποτοι». Δεν είναι επίσης ξεκάθαρο ποιοι ακριβώς είναι αυτοί οι 151. Ο Δανέλης για παράδειγμα, έδωσε ψήφο εμπιστοσύνης επειδή ακολουθούσε η Συμφωνία των Πρεσπών, ο Ζουράρις ψήφισε την κυβέρνηση και καταψήφισε τις Πρέσπες, ο Θεοχαρόπουλος της ΔΗΜΑΡ από την άλλη καταψήφισε την κυβέρνηση, μετά διεγράφη από το ΚΙΝΑΛ για τις Πρέσπες και ίσως τώρα να βρίσκεται πιο κοντά στον ΣΥΡΙΖΑ. Οι ΑΝΕΛ, παρά τις κραυγές του προέδρου τους, δεν έχουν αποφασίσει ακόμα αν είναι συμπολίτευση ή αντιπολίτευση και έχουν και τα δικά τους προβλήματα. Είναι εύλογο επίσης ότι βουλευτές, εκτός των πρώην ΑΝΕΛ – νυν υπουργών, που στοχοποιήθηκαν ως «πρόθυμοι» όλο το προηγούμενο διάστημα θα προτιμούσαν να μην χρειάζεται να χαρακτηρίζονται ως μόνιμα «δεκανίκια» του ΣΥΡΙΖΑ, κάτι που σημαίνει ότι η κυβέρνηση αναγκάζεται να βρίσκεται σε μια μόνιμη πολιτική διαπραγμάτευση μαζί τους.

Και δεν λύνονται όλα με την επίκληση στις συνεργασίες και το «με την απλή αναλογική έτσι θα είναι», που ακούγεται από τον ΣΥΡΙΖΑ. Οι επικλήσεις εξάλλου στην απλή αναλογική όταν το λέει αυτός που κυβερνάει με το μπόνους των 50 εδρών είναι κάπως υποκριτικές.

Το ζήτημα ξεπερνάει κατά πολύ τα πολιτικά πρόσωπα και όλο το παιχνίδι με τους αριθμούς και τις πλειοψηφίες που παρακολουθούμε εδώ και μήνες και συμπυκνώνεται σε ένα ερώτημα:

Αντιπροσωπεύονται οι ψηφοφόροι του Σεπτεμβρίου του 2015 στο σημερινό Κοινοβούλιο;

Κατά την ταπεινή μου άποψη, όχι. Και αυτό δεν έχει να κάνει προφανώς ούτε με το εθνικιστικό μίσος, ούτε με το μόνιμο αίτημα της ΝΔ για εκλογές, ούτε με το πως ο ΣΥΡΙΖΑ διαχειρίστηκε το τρίτο μνημόνιο. Έχει να κάνει με το ότι από τις εκλογές του Σεπτεμβρίου 2015, που διεξήχθησαν σε ένα μη ομαλό και μη κανονικό πλαίσιο (βλ. ήδη ψηφισμένο μνημόνιο, αστραπιαίες διαδικασίες), έχει μεσολαβήσει πάρα πολύς πολιτικός χρόνος, δυσανάλογος μιας συνηθισμένης τετραετίας. Το τρίτο μνημόνιο εφαρμόστηκε και ολοκληρώθηκε, πλεονάσματα χρέος και στόχοι συμφωνήθηκαν για δεκαετίες, η Συμφωνία των Πρεσπών ήρθε και διαμόρφωσε νέα πολιτικά στρατόπεδα. Οι πολίτες παρακολούθησαν και μάλλον αποκόμισαν πολύ αρνητική εικόνα από όλη αυτή τη κοινοβουλευτική μεταγραφική περίοδο, μαζί με τις κατηγορίες για «παζάρια βουλευτών» ένθεν κακείθεν. Τα μικρότερα κόμματα εξαυλώθηκαν: Το Ποτάμι διαλύθηκε, οι ΑΝΕΛ είναι ένα βήμα πριν τη διάλυση, η Ένωση Κεντρώων έχει μετά βίας Κοινοβουλευτική Ομάδα. Ο ΣΥΡΙΖΑ, ακόμα και του Σεπτεμβρίου του 2015, που μιλούσε για «εκβιασμό των δανειστών» και έκρυβε το τι ακριβώς είχε αποδεχθεί, είναι πολύ διαφορετικός από αυτόν του 2019. Οι ανεξάρτητοι βουλευτές είναι αυτήν τη στιγμή περισσότεροι από το τέταρτο κόμμα και αν διαλυθούν και οι ΑΝΕΛ, θα περάσουν στην τρίτη θέση σε κοινοβουλευτική δύναμη. Οι κατηγορίες για «κοινοβουλευτικά πραξικοπήματα» είναι πολλές και μολονότι δεν αντιστοιχούν στην πραγματικότητα, ενισχύουν τον τυχοδιωκτισμό και την αρνητική εικόνα.

Βάζοντας στην εξίσωση αυτή και την απογοήτευση σημαντικού μέρους της κοινωνίας μετά το 2015, την αποχή από τις πολιτικές εξελίξεις (και την πρόθεση για μεγάλη αποχή από τις κάλπες) αλλά και τις επιθέσεις των φασιστών στη Δημοκρατία, το μείγμα είναι εκρηκτικό και η ανάγκη για ένα κοινοβουλευτικό restart κάθε μέρα μεγαλύτερη.

Στη συνέντευξή του στο Open, λίγες μέρες πριν αποχωρήσει από την κυβέρνηση ο Πάνος Καμμένος και ξεκινήσει όλο αυτό το πολιτικό παιχνίδι, ο Αλέξης Τσίπρας σε ερώτηση για το αν θα προχωρήσει χωρίς την πλειοψηφία των 151 βουλευτών, απάντησε: «Συνταγματικά δεν υπάρχει πρόβλημα, πολιτικά όμως είναι σαφές ότι υπάρχει. Σε αυτή την περίπτωση θα πάω σε πρόωρες εκλογές συντεταγμένα και εν ευθέτω χρόνω». Στη συνέχεια εξήγησε ότι η πρόωρη προσφυγή στις κάλπες θα πραγματοποιηθεί αφού η κυβέρνησή του ψηφίσει τα θετικά νομοσχέδια που σχεδιάζει, διατάξεις που θα υπερψηφιστούν από την συντριπτική πλειοψηφία των βουλευτών, όπως η αλλαγή του νόμου για την πρώτη κατοικία (προς το χειρότερο μεν, αλλά αυτήν τη στιγμή δεν υπάρχει κανένα πλαίσιο προστασίας δε) και η ρύθμιση για τις 120 δόσεις για χρέη προς το Δημόσιο.

Η Αριστερά, αν αυτό θυμίζει κάτι στον ΣΥΡΙΖΑ, έθετε πάντα ως βασικό ζήτημα την όσο το δυνατόν μεγαλύτερη συμμετοχή των πολιτών στα κοινά και την όσο το δυνατόν καλύτερη αντιπροσώπευση του λαού στο Κοινοβούλιο. Παρά το ότι η κυβέρνηση πήρε τελικά τους 151 και το ότι δημόσια και ιδιωτικά ακούγεται πλέον ο Οκτώβριος, αυτή η λύση που ανέφερε ο Πρωθυπουργός μοιάζει η καλύτερη δυνατή.  Με τα «θετικά νομοσχέδια» που απομένουν, ο ΣΥΡΙΖΑ ολοκληρώνει το πρόγραμμά του, την ίδια ώρα που η κυβερνητική πλειοψηφία μοιάζει με δρομέα που αγκομαχάει και σέρνεται ασθμαίνοντας προς τον τερματισμό. Δεν έχει μείνει κάτι άλλο, εκτός από την ανάγκη να κριθεί από τους ψηφοφόρους, είτε θετικά είτε αρνητικά.

Οποιαδήποτε παράταση μετά από αυτό μπορεί να εξυπηρετεί ψηφοθηρικά συμφέροντα και κομματικούς προεκλογικούς σχεδιασμούς, αλλά παρατείνει το τοξικό κλίμα που υπάρχει ήδη και διαταράσσει την (όποια) πίστη των πολιτών στους κοινοβουλευτικούς θεσμούς και την (όποια) επιθυμία συμμετοχής τους στη Δημοκρατία, στην ίδια Δημοκρατία που δέχεται απανωτά χτυπήματα εδώ και 10 χρόνια.

Δεν είναι ότι οι κάλπες θα λύσουν πολλά, είναι απλά ότι θα βάλουν ένα εμπόδιο στην απάθεια και την απώθηση των πολιτών από τον χώρο λήψης των αποφάσεων. Αλλά, παρακολουθώντας την σημερινή πολιτική παρακμή, κάθε ένεση λαϊκής βούλησης είναι πολύτιμη.

thepressproject.gr