Οι ευρωεκλογές, η Νέα Δεξιά και ο γερμανικός ηγεμονισμός

Οι ευρωεκλογές, η Νέα Δεξιά και ο γερμανικός ηγεμονισμός

Είναι ίσως η πρώτη φορά που οι ευρωεκλογές αποκτούν πολιτικά κρίσιμο χαρακτήρα. Κι αυτό, λόγω του διαφαινόμενου άλματος που θα καταγράψουν οι δυνάμεις -κυρίως η Νέα Δεξιά- που αμφισβητούν την κυρίαρχη, αλλά σε κρίση, φιλελεύθερη συναίνεση και αντιμετωπίζουν με σκεπτικισμό ή και αρνητικά το ευρωπαϊκό ενοποιητικό εγχείρημα ή τουλάχιστον την κατεύθυνση που έχει πάρει.

Σταύρος Λυγερός
Μέχρι τώρα οι ευρωεκλογές ήταν περισσότερο μία πολιτική τελετουργία, η οποία σε κάθε χώρα-μέλος λειτουργούσε κατά κάποιον τρόπο και ως πρόβα τζενεράλε για τις εθνικές εκλογές. Εάν οι ευρωκάλπες επιβεβαιώσουν τις προβλέψεις, η μετατόπιση του κέντρου βάρους στον συσχετισμό δυνάμεων και στο Ευρωκοινοβούλιο και στην Κομισιόν θα επηρεάσει αναπόφευκτα γενικώς την περαιτέρω πορεία της ΕΕ-Ευρωζώνης και ειδικώς την άτυπη πλην ουσιαστική ηγεμονία της Γερμανίας στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα.

Εδώ και αρκετά χρόνια στη μεγαλύτερη χώρα της ΕΕ έχει συντελεστεί μία μετάλλαξη. Η μεταπολεμική Γερμανία αποτελεί παρελθόν. Η ενοποίηση ήταν η αφετηρία για τη μετάβαση από την Γερμανία, που ντρεπόταν για τα ναζιστικά εγκλήματα και έθετε όρια στον εαυτό της, στον σημερινό κλιμακούμενο ηγεμονισμό. Η μετάβαση αυτή έγινε σταδιακά και διακριτικά για να μην αναζωπυρώσει μνήμες και προκαλέσει αντιδράσεις. Αυτή είναι η περίοδος των κυβερνήσεων Κολ και Σρέντερ.

Επί των κυβερνήσεων Μέρκελ η Γερμανία άρχισε σταδιακά να εκδηλώνει ανοικτά τον ηγεμονισμό της, αλλά και πάλι κατά τρόπο που να τηρεί στοιχειωδώς τα προσχήματα. Έχουμε, όμως, φύγει πλέον από την περίοδο της “ευρωπαϊκής Γερμανίας” και έχουμε για τα καλά εισέλθει στην περίοδο της “γερμανικής Ευρώπης”. Αυτό αφορά συνολικά την επιβίωση του ευρωπαϊκού οικοδομήματος και έχει καταστεί σαφές από τη μία μέχρι την άλλη άκρη της Γηραιάς Ηπείρου.

Η αποτυχημένη προσπάθεια του Μακρόν
Στον ευρωπαϊκό Νότο πνέει αντιγερμανικός άνεμος. Στην ανατολική Ευρώπη πνέει άνεμος εθνικής περιχαράκωσης και αρνητισμού έναντι των Βρυξελλών. Αλλά και στη Γαλλία γίνονται δεύτερες σκέψεις για την προσκόλληση στο άρμα του Βερολίνου. Η πρωτοβουλία του Μακρόν, μετά την εκλογή του, να εκθέσει επισήμως το όραμά του για τη νέα ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική αντανακλούσε τις ανησυχίες που είχαν εκδηλωθεί στις άρχουσες γαλλικές ελίτ για τον κλιμακούμενο γερμανικό ηγεμονισμό.

Όπως είναι γνωστό, το Βερολίνο φρόντισε εμμέσως πλην σαφώς να τορπιλίσει τον κορμό των προτάσεων του Γάλλου προέδρου, γεγονός που τροφοδότησε τη γαλλική επιφύλαξη. Μπορεί το συνεχιζόμενο κίνημα των Κίτρινων Γιλέκων να έχει αποσπάσει την προσοχή της κυβέρνησης Μακρόν από το ευρωπαϊκό ζήτημα, αλλά το πρόβλημα παραμένει και πιθανότατα οξύνεται.

Παραδοσιακά, λόγω της επιρροής του γκωλισμού, το Παρίσι ήταν ο σημαιοφόρος της πρωτοκαθεδρίας του εθνικού κράτους και κατ’ επέκτασιν έθετε όρια στο ενοποιητικό εγχείρημα, απορρίπτοντας το ομοσπονδιακό μοντέλο. Ο Μακρόν επιχείρησε μία υπέρβαση. Πρότεινε μία σειρά αλλαγών στην ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ουσιαστικά προς την ομοσπονδιακή κατεύθυνση. Μπορεί την κοινή άμυνα να την επιθυμεί και το Βερολίνο, αλλά οι προτάσεις του Γάλλου προέδρου για αλλαγές στην Ευρωζώνη (κοινός προϋπολογισμός, ορισμός υπουργού Οικονομικών κ.α.) είναι αντίθετες με τις πάγιες γερμανικές θέσεις και γι’ αυτό με κομψό τρόπο μπήκαν στο ράφι.

Η Μέρκελ αντέδρασε με τη γνωστή τακτική της. Κατά κανόνα αποφεύγει να απορρίπτει κατηγορηματικά γαλλικές πρωτοβουλίες και ως εκ τούτου να συγκρούεται με το Παρίσι. Προτιμάει να δίνει τη μάχη επί του συγκεκριμένου, όπου φροντίζει να απονευρώνει ό,τι δεν είναι συμβατό με τα γερμανικά συμφέροντα. Αυτό έπραξε και στην περίπτωση των προτάσεων Μακρόν. Είχε καλωσορίσει τις προτάσεις του, είχε συμφωνήσει γενικόλογα ότι η ΕΕ πρέπει να εξελίσσεται, αλλά μέχρι εκεί.

Το πρόβλημα, άλλωστε, δεν είναι εάν θα ορισθεί υπουργός Οικονομικών της Ευρωζώνης, αλλά ποιες αρμοδιότητες θα έχει. Εάν βαπτιστεί υπουργός Οικονομικών ο πρόεδρος του Eurogroup με κάποιες δευτερεύουσας σημασίας αρμοδιότητες, το Βερολίνο δεν έχει κανένα λόγο να αρνηθεί. Το ίδιο εάν ο κοινός προϋπολογισμός είναι κάτι περιορισμένο, το οποίο δεν θα αλλάξει ουσιαστικά το σημερινό μοντέλο.

Ο μεγάλος κερδισμένος
Η κυρίαρχη τάση στο γερμανικό πολιτικό σύστημα είναι να αποκλείουν την καθ’ οιοδήποτε τρόπο μεταφορά πόρων από τη Γερμανία στην Ευρωζώνη. Η Μέρκελ είναι με το ένα πόδι σ’ αυτή τη γραμμή, αλλά με το άλλο προσπαθεί με τακτικισμούς να τηρήσει ισορροπίες για να περνάει την πολιτική της στην ΕΕ χωρίς αντιδράσεις. Και η καγκελάριος θέλει μία Ευρώπη κομμένη και ραμμένη στα μέτρα των γερμανικών συμφερόντων, αλλά φροντίζει να τηρεί τα προσχήματα για να αμβλύνει αντιδράσεις.

Η “Εναλλακτική για τη Γερμανία”, η οποία δείχνει πως θα σημειώσει νέο ρεκόρ εκλογικής επίδοσης στις ευρωκάλπες, υπηρετεί τον γερμανικό οικονομικό εθνικισμό κατά τρόπο ακόμα πιο ακραίο. Θεωρεί πως η Γερμανία ό,τι είχε να πάρει από το ευρώ το έχει πάρει. Ως εκ τούτου πρέπει να το εγκαταλείψει, επειδή εφεξής θα υποχρεώνεται να πληρώνει. Στην πραγματικότητα, όμως, πρόκειται για ιδεοληπτική θέση. Η Γερμανία συμβάλει στον κοινοτικό προϋπολογισμό με περίπου 20 δισ ευρώ ετησίως (αντιστοίχως η Γαλλία συμβάλει με περίπου οκτώ δισ). Από την άλλη πλευρά, όμως, αποκομίζει πολλαπλάσια οφέλη και εμπορικά και χρηματοπιστωτικά.

Η Γερμανία τοποθετεί εντός της ΕΕ το 25% του ΑΕΠ της (η Γαλλία μόλις το 12,8%) και αντλεί από την ΕΕ το 50% του εξωτερικού εμπορικού πλεονάσματός της. Επίσης, λόγω της ανασφάλειας, υπάρχει μεγάλη ροή κεφαλαίων στη Γερμανία, γεγονός που έχει μηδενίσει το κόστος του χρήματος για το γερμανικό δημόσιο και όχι μόνο. Στις αρχές της δεκαετίας του 2000 μπορεί να υπήρχαν εκτιμήσεις για τον ποιον θα ωφελήσει η υιοθέτηση του ευρώ. Σήμερα, έχει αποδειχθεί αναμφισβήτητα το ποιος είναι ο μεγάλος κερδισμένος από το κοινό νόμισμα. Γι’ αυτό και η Μέρκελ δεν πρόκειται να τραβήξει το σκοινί μέχρι να σπάσει.

Όλα αυτά, ωστόσο, μέχρι οι ευρωκάλπες να αναδείξουν το νέο συσχετισμό δυνάμεων στο Ευρωκοινοβούλιο και μέχρι να συγκροτηθεί η νέα Κομισιόν. Μία ισχυρή μειοψηφία της Νέας Δεξιάς και στα δύο αυτά ευρωπαϊκά όργανα εκ των πραγμάτων θα επηρεάσει τον τρόπο που παίζεται το παιχνίδι από το ευρωιερατείο, αλλά και τις εσωτερικές ισορροπίες του. Με άλλα λόγια, όλα δείχνουν ότι θα προκύψει ένα νέο πολιτικό τοπίο στην ΕΕ, το οποίο αναπόφευκτα θα αντανακλαστεί με κάποια μορφή και στα κράτη-μέλη.

/slpress.gr/