Επί τη επετείω, του Θανάση Σκαμνάκη

Επί τη επετείω, του Θανάση Σκαμνάκη

Xαρούμενοι και φρέσκοι, αν και το βράδυ (ένα βράδυ που έγινε σημάδι όλης της μετέπειτα ζωής μας) η εφηβεία δεν άφησε και πολλά περιθώρια για ύπνο, ξεκινήσαμε για τη συνέχεια του ταξιδιού προς Κέρκυρα με μια ενδιάμεση επίσκεψη στην πόλη του Αλή πασά. Ωραία μέρα, ευνοϊκή για τους σκοπούς και τη διάθεσή μας.
Αναχώρηση από Άρτα, δεύτερη μέρα της μαθητικής μας περιπέτειας, από εκείνον τον παλιό δρόμο, ώρες διαδρομής.  Όμως κανείς δεν μπορεί να βάλει εμπόδια στην ορμή δεκαεφτάρηδων.

Ή μήπως;

Πριν τα Γιάννενα, στο πλάι του δρόμου υπήρχαν στρατιώτες με κάποιον αξιωματικό μαζί τους – ποιος δίνει σημασία σε αξιωματικούς στη μέση της εκδρομής;, κι ωστόσο μας σταμάτησαν. Κατόπιν αυτού όλα πήραν ανάστροφη πορεία. Πάει κι η Κέρκυρα με το Ποντικονήσι πάνε και τα Γιάννενα, πάνε κι οι χαρές. Γυρίσαμε στην Πάτρα, χωρίς να τραγουδάμε.

Το βράδυ απ΄το παράθυρο, παρακολουθήσαμε αυτοκίνητα να κλείνουν το δρόμο, άντρες να εισβάλουν στο απέναντι σπίτι, να φεύγουν άπραχτοι.

Την άλλη μέρα το σχολείο του Αγιαλέξη ήταν γεμάτο άντρες φρουρούμενους, τις γυναίκες τις είχαν χωριστά, αλλού.

Η ζωή συνεχιζόταν αλλά όχι ως συνέχεια. Είχε υποστεί ρήγμα. Κάτι βαρύ ενέπλεκε τις διαθέσεις μας. Μισές κουβέντες και ορατός φόβος ενώ το ραδιόφωνο εκφωνούσε εκκωφαντικές λέξεις.

Και τι θα γίνει τώρα;

Αυτή ήταν η εισαγωγή μας στην περιπέτεια. Η εξαγωγή μας ήταν τελείως διαφορετική.

Μετά από εφτά χρόνια η ασάφεια είχε δώσει τη θέση της στη σαφήνεια. Την αμφιβολία είχαν διαδεχθεί βεβαιότητες. Η μελαγχολική αοριστία είχε αντικατασταθεί από αισιόδοξη ακρίβεια. Ή έτσι φαινόταν…

Όταν τώρα τα λογαριάζω, μοιάζει σαν τη θητεία στο στρατό για παιδί καλής οικογενείας  άβγαλτο, που έπρεπε να σκληραγωγηθεί και να γίνει άντρας.

Οπότε, μπορεί και να της χρωστάς ευγνωμοσύνη της θητείας στα εφτά χρόνια, όπου οι μαθητές μετατράπηκαν σε μαχητές, μια ολόκληρη γενιά.

(Βέβαια, άλλοι βγήκαν από τη μακρά εφηβεία, με μόνιμο πρόβλημα βαδίσματος, με μια επίκτητη επιληψία, με κατεστραμένους όρχεις…· πληρώθηκε κάπως ακριβά η ενηλικίωση!)

Είναι πολύ δύσκολο να αναπαραστήσεις μια εποχή, ακόμα και να την αναπολήσεις. Μεσολαβούν άπειρες εικόνες που συσσωρεύτηκαν εν τω μεταξύ. Το παρελθόν παίρνει τα χρώματα του παρόντος. Με τις επιδιώξεις του. Μπερδεύεται με το μέλλον και την ρευστή άχρωμη ουσία του, που παίρνει υπόσταση μόνο από την επιθυμία μας.

Όπως σχολίαζε ο Μπέκετ για τον Προυστ: “Το άτομο είναι θέατρο μιας αδιάκοπης διεργασίας μετάγγισης από το δοχείο που περιέχει την αδρανή, άχρωμα και μονότονη ρευστή ύλη του μέλλοντος, στο δοχείο που περιέχει την κινούμενη και πολύχρωμη από τα φαινόμενα των ωρών μας ρευστή ύλη του παρελθόντος”.

Αλλά, εν τέλει, η μαθητεία στη δύσκολη αυτή εποχή ήταν η εισαγωγή στα πάθη που μας ακολουθούν και τα ακολουθούμε, και μια επικύρωση της παρουσίας μας, της προσπάθειας να ενοποιήσουμε τον κόσμο και τον εαυτό μας. Να δούμε αν μπορούμε να γίνουμε ένα, εμείς με τον εαυτό μας, και εμείς κι ο κόσμος.

Μετά την περίοδο της επώδυνης μαθητείας, λοιπόν, ακολούθησαν πολλά. Όχι μόνο διαψεύσεις, όπως βιάζονται μερικές φορές να πουν.

Αλλά ακόμα και τις διαψεύσεις, που δεν ήταν λίγες, δεν μπορούμε συνεχώς να τις φορτώνουμε σε άλλους, φορείς και άτομα, γιατί μας γέλασαν, και να αγνοούμε όλα τα δύσκολα του καιρού, αλλά ακόμα και το δικό μας μερίδιο στο λογαριασμό των ευθυνών.

Να επικαλούμαστε την νεανική μας αγνότητα για να προσφέρουμε βολική εξήγηση της πορείας και της απαισιοδοξίας του κόσμου, εν τέλει να ισχυροποιούμε άλλοθι για το παρόν μας και την αμηχανία του.

Για να δικαιολογήσουμε πως γίναμε άλλοι κι εμείς οι ίδιοι, πως μας έδεσαν γερά, βιοτικές ανάγκες, πνευματικές αναπροσαρμογές, ήττες που δεν χωνεύτηκαν, φαντασίες ασύμβατες… Ίσως και μερικές εργολαβίες με το δημόσιο, μια καλή θητεία συμβούλου σε υπουργείο ή το υπουργείο το ίδιο, ένα καινούργιο σπίτι σε ακριβό προάστιο, μια έκταση στο νησί με θέα στο πέλαγο!..

Καθρέφτες όπου, σαν τους ανανήψαντες, είδαμε πιο καθαρά(!) τα πράγματα και τον εαυτό μας ως αυτοπραγματούμενο Εγώ, μέσω των πραγμάτων που μπορούμε να καταναλώσουμε.

Κι επειδή μας τρομάζει ο καθρέφτης, αλλά μας δελεάζει ταυτοχρόνως, καθώς είναι η μόνη απτή πραγματικότητα, τα άλλα είναι ιδέες, όνειρα, επιδιώξεις (αλήθεια είναι μόνο ό,τι κατέχεις, πραγματικό είναι μόνο ό,τι κρατάς), κι επειδή μας τρομάζει κι ο εαυτός μας, και μας δελεάζει ταυτοχρόνως, αυτός που έγινε, θεωρούμε καλύτερο να καταφύγουμε σε μια απόρριψη του πριν εαυτού, του νεαρού, προκειμένου να διασώσουμε τον παρόντα: “Χάσαμε τα καλύτερα μας χρόνια σε μάταιες ιδέες. Αν δεν ήταν έτσι, θα μπορούσαμε να…”

Ένας εαυτός ο οποίος γίνεται τα αντικείμενα που μπορεί να καταναλώσει, που κοιτάει το καθρέφτη για να βρει τον εαυτό του στις επόμενες αγορές του, ψάχνει να βρει χρόνια τα οποία από καιρό δεν του ανήκουν· και ψάχνει να βρει την αιτία σ’ εκείνα τα χρόνια που προσπάθησε να του ανήκουν. Και εκείνα και ο εαυτός του.

Ποιος κλέβει χρόνια;

Μ’ ένα σπίτι στο καλύτερο σημείο της Αναβύσσου, δεν αντικαθιστάς τη ζωή σου Παρμενίωνα. Τα Εκβάτανα σου πέφτουν λίγα και συνωμοτείς, λένε, να δολοφονήσεις τον Αλέξανδρο. Οπότε η ήττα και η τιμωρία φαίνονται αναπόφευκτες…

Γιατί αν νίκησες στα Γαυγάμηλα τους Πέρσες ήταν μαζί με τον Αλέξανδρο και τους Μακεδόνες, κι αν έφτασες στα Εκβάτανα Παρμενιώνα ήταν γιατί ήσουν στρατηγός των Μακεδόνων και του Αλέξανδρου.

Σαν να την προδιέγραψε τη μοίρα της η γενιά. Σαν να την υπαινίσσομαι κι εγώ τώρα. Σε μια δύσκολη εποχή, όχι μόνο γιατί η εφηβεία είναι πολύ μακρινή αλλά και γιατί το ίδιο μακρινή έχει γίνει και η συνείδηση του κόσμου, εννοώ η συνείδησή μας για τον κόσμο. Κι ο κόσμος μακρινός, επίσης. Δυσερμήνευτος και ανεπίδεκτος, εννοεί να μη θέλει να του μάθουμε πως πρέπει να γίνει!..

Κι όμως, το πιο σημαντικό και το πιο πολύ δεν είναι οι ανανήψεις. Είναι οι επιμονές. Ακόμα, ή κυρίως τότε;, κι όταν δεν φαίνονται, γιατί δεν αντανακλώνται στους καθρέφτες.

kommon.gr