Η διαχείριση ΣΥΡΙΖΑ και το «μικρότερο κακό»

Η διαχείριση ΣΥΡΙΖΑ και το «μικρότερο κακό»

Η βασική κριτική που ασκείται σήμερα από τη Δεξιά στην κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ είναι ότι κατέστρεψε την οικονομία οδηγώντας τη σε καχεξία και οπισθοδρόμηση. Το δυστύχημα είναι ότι την κριτική αυτή ασπάζεται από άλλη οπτική γωνία και τμήμα της Αριστεράς.

Πρόσφατα, ο πάντα οξυδερκής αναλυτής και τέως ηγετικό στέλεχος του ΣΥΡΙΖΑ, Χρ. Λάσκος, άσκησε αυστηρή κριτική στον ΣΥΡΙΖΑ και τον πρωθυπουργό για μια διαφαινόμενη αλλαγή στάσης απέναντι στα μνημόνια ως μέσο αντιμετώπισης της κρίσης και για την εκτίμησή τους ότι η Ελλάδα είναι σήμερα μια νέα οικονομία (βλ «Αυταπάτες και απάτες», «Εφ.Συν.», 2/4/19). Και ενώ, ασφαλώς, είναι εύλογο και θεμιτό να διερευνά και να αμφισβητεί κανείς το πόσο νέα είναι η σημερινή ελληνική οικονομία, η αυστηρή κριτική καταλήγει να γίνεται άστοχη και άδικη όταν οδηγείται στο συμπέρασμα πως η οικονομία είναι σήμερα «παλιότερη από την παλιά» και «είναι νέα μόνο στο ότι είναι κατά πολύ ταξικότερη».

Κ. Καλλωνιάτης*

Αδικη είναι η κριτική αυτή, όχι επειδή ευθυγραμμίζεται με το βασικό επιχείρημα της Δεξιάς περί πισωγυρίσματος και ασφυξίας της οικονομίας, αλλά γιατί αγνοεί σημαντικό μέρος της ίδιας της οικονομικής και κοινωνικής πραγματικότητας. Ο κ. Λάσκος έχει δίκιο να μιλά για μείωση των επενδύσεων, του εισοδήματος των εργαζομένων και για άνιση αύξηση των φορολογικών βαρών και του δημόσιου και ιδιωτικού χρέους σε σχέση με το 2009. Ποιος θα αμφισβητούσε τα όσα σάρωσε η οικονομική κρίση στο διάβα της;

Ομως, το να θέτει τον πήχη της νέας και υγιούς οικονομίας στα επίπεδα των δεικτών του 2009 και να συμπεραίνει πως, αφού οι δείκτες παραμένουν χειρότεροι σήμερα, η οικονομία είναι παλιότερη και ταξικότερη, αυτό αποτελεί σοβαρό σφάλμα για δύο βασικά λόγους.

Ο πρώτος είναι ότι η οικονομία του 2009 πίσω από τις υψηλές επιδόσεις των δεικτών έκρυβε σάπια θεμέλια: υπερβολικά ελλείμματα και χρέη, κερδοσκοπική φούσκα αγοράς ακινήτων και χρηματοπιστωτικού τομέα, ισχυρή κατανάλωση στηριγμένη σε παράλογα υψηλό δανεισμό και, τέλος, στρεβλή ανάπτυξη με άξονα τις κατασκευές και τις υπηρεσίες σε βάρος των παραγωγικών τομέων της οικονομίας. Συνεπώς, η κακή ποιότητα της ανάπτυξης της προ κρίσης περιόδου δεν αποτυπώνεται στις υψηλές οικονομικές επιδόσεις του 2009.

Ο δεύτερος λόγος είναι ότι δεν πρέπει να κρίνεται η οικονομία στατικά αλλά με δυναμικούς όρους, δηλαδή εξετάζοντας την εκάστοτε τάση της. Και η τάση της ελληνικής οικονομίας έχει ουσιαστικά αλλάξει μετά το 2014, καθώς σταδιακά αναστράφηκε η φθίνουσα πορεία και την τελευταία τριετία καθαρά ανακάμπτει. Με αυτή και μόνο την έννοια έχουμε σήμερα μια «νέα οικονομία». Αρκεί κανείς να διακρίνει τις τεράστιες διαφορές των δύο περιόδων (2009-2014 και 2014-2018) για να αντιληφθεί τι σημαίνει εφεξής η έξοδος από τα μνημόνια, η ελάφρυνση του χρέους και η συνεχιζόμενη πιστοληπτική αναβάθμιση της χώρας. Για παράδειγμα, μεταξύ των δύο περιόδων (στη 2η η σύγκριση αφορά τα 9μηνα):

• Το εισόδημα εξαρτημένης εργασίας των νοικοκυριών μειώθηκε 34% (2009-2014) για να αυξηθεί 6% κατόπιν (2014-2018).

• Το διορθωμένο ακαθάριστο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών μειώθηκε αντίστοιχα 31% και… 2%.

• Οι κοινωνικές εισφορές και παροχές των νοικοκυριών μειώθηκαν αρχικά 15% και ακολούθως αυξήθηκαν 7%.

• Ο ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου της Γενικής Κυβέρνησης (Γ.Κ.) μειώθηκε 52% την πρώτη περίοδο, αλλά αυξήθηκε 24% τη δεύτερη.

• Οι δαπάνες της Γ.Κ. για την Παιδεία πράγματι μειώνονται, όπως αναφέρει ο κ. Λάσκος, όμως οι δαπάνες για την Υγεία την πρώτη περίοδο μειώνονται 48%, ενώ επί ΣΥΡΙΖΑ αυξάνονται 13% (στοιχεία ώς και το 2017).

• Τέλος, φόροι και ασφαλιστικές εισφορές ως ποσοστό του ΑΕΠ πράγματι αυξάνουν και στις δύο περιόδους, αν και το 2009-2014 τρεις φορές περισσότερο απ’ ό,τι το 2014-2017. Ο δε λόγος έμμεσων προς άμεσους φόρους όντως επιδεινώνεται σταθερά, ωστόσο τα 4/5 της επιδείνωσης αφορούν την περίοδο 2009-2014. Συνεπώς, είναι άδικο να υιοθετείται η δεξιά προπαγάνδα για υπερφορολόγηση επί ΣΥΡΙΖΑ.

Από τα παραπάνω γίνεται αντιληπτό πως λόγω του συμβιβασμού στο 3ο Μνημόνιο ο ΣΥΡΙΖΑ δεν απέφυγε κάποιες πολιτικές λιτότητας. Εν τούτοις, μετρίασε σημαντικά την έκτασή τους ασκώντας ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης και αναδιανομής εισοδημάτων. Για παράδειγμα, ενώ ο φόρος προς το δηλωθέν εισόδημα από 10,9% το 2014 αυξάνει σε 11,3% το 2017, για το χαμηλότερο κλιμάκιο (0-10.000 ευρώ εισόδημα) ο λόγος περιορίζεται αντίστοιχα από 3,8% σε 3,2%.

Είναι γνωστό ότι η αντικαπιταλιστική Αριστερά θεωρεί την αριστερή ρεφορμιστική διαχείριση του ελληνικού καπιταλισμού ένα «μικρότερο κακό» το οποίο συμπληρώνει μάλιστα το «μεγαλύτερο κακό».

Πόσο «κακό» όμως μπορεί να είναι η αύξηση της απασχόλησης κατά 300.000 θέσεις εργασίας, η μείωση των ανέργων κατά 365.000, των μακροχρόνια ανέργων κατά 244.000 και των άνεργων νέων κατά 150.000 περίπου το διάστημα 2015-2018; Πόσο πιο ταξική κάνει, άραγε, την οικονομία η μείωση των φτωχών κατά 240.000 περίπου, των ατόμων με σοβαρή υλική στέρηση κατά 560.000, η μείωση των εισοδηματικών ανισοτήτων και η προστασία της α’ κατοικίας 150.000 νοικοκυριών;

Κάπου χωλαίνει σοβαρά αυτού του είδους η κριτική.

*οικονομολόγος