Ελλειμμα εμπιστοσύνης και αξιοπιστίας;

Ελλειμμα εμπιστοσύνης και αξιοπιστίας;

  • |

Πριν από μερικές μέρες η πρόεδρος του ΚΙΝ.ΑΛΛ. κ. Γεννηματά σε τηλεοπτική συνέντευξή της στον Alpha κατήγγειλε την κυβέρνηση πως με το Πρόγραμμα Σταθερότητας των υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων (Πρόγραμμα Τσίπρα το ονομάτισε) και των πολιτικών λιτότητας, υπερφορολόγησης, περικοπής δημοσίων επενδύσεων και κοινωνικών δαπανών έχει καταδικάσει την οικονομία σε αργό θάνατο.

K. Καλλωνιάτης*

Πρόκειται για καταγγελίες εξαιρετικά σκληρές αφού, πέραν του οικονομικού σκέλους τους περί αδυναμίας προσέλκυσης επενδύσεων και ανάκαμψης της οικονομίας, περιελάμβαναν χαρακτηρισμούς περί κυβερνητικής αναξιοπιστίας και εξαπάτησης των πολιτών μέσω των κοινωνικών παροχών (όπως χαρακτηριστικά δήλωσε «ο Τσίπρας παίρνει 10 από τον λαό και επιστρέφει 1»), όπως και ότι ο ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί τη νέα Δεξιά που στρώνει χαλί στην άνοδο της Ακροδεξιάς.

Η δε λύση στο προβαλλόμενο ως μείζον πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας, την αναξιοπιστία, είναι κατά την κ. Γεννηματά η πολιτική αλλαγή που με την παλινόρθωση της αξιοπιστίας θα επιτρέψει την επαναδιαπραγμάτευση και μείωση των πρωτογενών πλεονασμάτων από 3,5% σε 2% ώστε να ασκηθεί αναπτυξιακή και φιλολαϊκή πολιτική.

Ομολογώ ότι η ακρότητα παρόμοιων δηλώσεων μου προκάλεσε ένα μικρό σοκ εγείροντας δυο άμεσα ερωτήματα: Από πού προκύπτει η τόσο μεγάλη κυβερνητική αναξιοπιστία και από πού η τόσο μεγάλη αυτοπεποίθηση στην αξιοπιστία της αντιπολίτευσης προκειμένου να μεταπεισθούν άμεσα οι πιστωτές της χώρας;

Την απάντηση στο πρώτο ερώτημα επιχείρησα να αναζητήσω στα οικονομικά δεδομένα παρακάμπτοντας τις όποιες πολιτικές δηλώσεις Ελλήνων και Ευρωπαίων πολιτικών και εμπειρογνωμόνων.

Σύμφωνα, λοιπόν, με τα πλέον πρόσφατα οικονομικά στοιχεία:

1. Ο γενικός δείκτης τιμών των ελληνικών μετοχών στη διάρκεια του τελευταίου εξαμήνου σημειώνει άνοδο 29%.

2. Ο δείκτης οικονομικού κλίματος τον Μάρτιο του 2019 σημειώνει άνοδο 2,3% σε ετήσια βάση.

3. Οι αποδόσεις των ελληνικών κρατικών ομολόγων έχουν μειωθεί σημαντικά, με αποτέλεσμα το spread (η διαφορά δηλαδή από τις αποδόσεις των γερμανικών ομολόγων) τον Μάιο του 2019 να καταγράφει μείωση 12% σε ετήσια βάση.

4. Ο δείκτης εμπιστοσύνης των καταναλωτών τον Μάρτιο του 2019 σημειώνει άνοδο 65% σε ετήσια βάση.

5. Οι καταθέσεις νοικοκυριών και επιχειρήσεων τον Μάρτιο του 2019 έχουν αυξηθεί κατά 7,4 δισ. έναντι του Μαρτίου του 2018.

6. Οι πιστώσεις προς τις ιδιωτικές επιχειρήσεις σημειώνουν για πρώτη φορά ετήσια άνοδο 0,6% το α΄ δίμηνο του 2019 μετά από πολλά χρόνια.

7. Οι εισροές ξένων άμεσων επενδύσεων αυξάνουν 10% το α’ δίμηνο του 2019 σε ετήσια βάση (13,8% καθ’ όλο το 2018).

8. Οι τουριστικές εισπράξεις το α΄ δίμηνο του 2019 έχουν εκτοξευτεί κατά 419% έναντι του α΄ διμήνου του 2018.

Με άλλα λόγια, δεν υπάρχει ούτε ένας οικονομικός δείκτης που να πιστοποιεί την καταγγελία περί κυβερνητικής αναξιοπιστίας της προέδρου του ΚΙΝ.ΑΛΛ.

Και διερωτώμαι: Χρειαζόταν η προσφυγή στη δοκιμασία των δεικτών για να καταπέσει παρόμοια καταγγελία; Δεν αρκούσε η απλή λογική ότι μία κυβέρνηση που ολοκλήρωσε με επιτυχία και έβγαλε τη χώρα από τα μνημόνια, που πέτυχε την ανάκαμψη της οικονομίας (1,9% το 2018 με προβλέψεις ταχύτερης ανάκαμψης τα προσεχή έτη), την πιστοληπτική αναβάθμιση της οικονομίας, τη χαλάρωση των κεφαλαιακών ελέγχων και την έγκριση από τους πιστωτές των μέτρων κοινωνικής στήριξης (αποτροπή μείωσης των συντάξεων, αύξηση κατώτατου μισθού, κατάργηση υποκατώτατου, ρύθμιση οφειλών έως και 120 δόσεις, προστασία α΄ κατοικίας, Αναπτυξιακή Τράπεζα κ.ά.), ότι μία τέτοια κυβέρνηση είναι φυσικό να γνωρίζει αυξημένη αξιοπιστία εντός και εκτός της χώρας;

Την απάντηση στο δεύτερο ερώτημα για την αξιοπιστία των επικριτών τη δίνουν τόσο η Ιστορία όσο και οι τρέχουσες πολιτικές αντιφάσεις τους. Γιατί ενώ είναι αληθής ο ισχυρισμός του ΚΙΝ.ΑΛΛ. περί μη ισχυρής ανάπτυξης της οικονομίας επί ΣΥΡΙΖΑ (0,7% ετησίως την τετραετία 2015-2018), δεν πρέπει να ξεχνάμε πως η αναπτυξιακή επίδοση των κυβερνήσεων ΠΑΣΟΚ-Ν.Δ. την πενταετία 2010-2014 -στις οποίες η κ. Γεννηματά ανέλαβε υπουργικές αρμοδιότητες- ήταν αρνητική (-5% το ΑΕΠ ετησίως).

Ενώ είναι αλήθεια πως ο ΣΥΡΙΖΑ αύξησε το φορολογικό βάρος στην οικονομία κατά 1,6 ποσοστιαία μονάδα του ΑΕΠ (από 25,5% το 2014 σε 27,1% το 2018), είναι εξίσου αληθές πως την προηγούμενη πενταετία οι κυβερνήσεις ΠΑΣΟΚ-Ν.Δ. αύξησαν το βάρος αυτό τρεις φορές περισσότερο (από 20,5% του ΑΕΠ το 2009 σε 25,5% το 2014).

Αξίζει ακόμη να τονιστεί πως την πενταετία 2010-2014 το δημόσιο χρέος αυξήθηκε 51,1 ποσοστιαίες μονάδες (π.μ.) του ΑΕΠ, το ιδιωτικό χρέος 14,7 π.μ. αντίστοιχα και ο ιδιωτικός πλούτος μειώθηκε κατά 550 δισ. ευρώ.

Αντίθετα, την τετραετία 2015-2018 το δημόσιο χρέος (χωρίς τα ταμειακά διαθέσιμα) μειώθηκε 9,4 π.μ. του ΑΕΠ, το ιδιωτικό χρέος μειώθηκε 12,8 π.μ. αντίστοιχα, ενώ ο ιδιωτικός πλούτος αυξήθηκε κατά 85 δισ. ευρώ (βλ. Global Wealth Databook 2018). Ποιος λοιπόν παίρνει 10 και επιστρέφει 1 στον λαό;

Συνεπώς, αν υπάρχει έλλειμμα αξιοπιστίας, αυτό πρέπει αλλού να αναζητηθεί. Και είναι λυπηρό το ΚΙΝ.ΑΛΛ. να βαφτίζει εξαπάτηση τις κοινωνικές παροχές που το ίδιο προτείνει και ψηφίζει στη Βουλή ή να χαρακτηρίζει «νέα Δεξιά» τον ΣΥΡΙΖΑ υποδηλώνοντας έτσι την προτίμησή του στην παλιά δοκιμασμένη Δεξιά με την οποία συγκυβέρνησε με τα γνωστά αποτελέσματα.

*οικονομολόγος

efsyn.gr