Διλήμματα!.., του Θανάση Σκαμνάκη

Διλήμματα!.., του Θανάση Σκαμνάκη

Είναι ένας καιρός που δεν βολεύει.
Μεταφορά σκόνης, εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα, άνοδος της θερμοκρασίας του πλανήτη, φτωχοποίηση και συνεχής επιδείνωση της ζωής, δηλαδή του ουσιαστικού περιεχομένου της ζωής, ενώ απέναντι χαμογελούν άπειρες δυνατότητες, που μας καλούν αλλά δεν ξέρουμε πως να τις ερωτευθούμε, άγαρμποι και κακότροποι, κάτοχοι ιερής ιδιοκτησίας, τις καταδυναστεύουμε για να ικανοποιήσουμε  εγωισμούς. Κι έτσι καταστρέφουμε και τα χαμόγελα και τους εαυτούς μας.

Φυσικά τα πράγματα δεν είναι μόνο σκοτεινές ομίχλες. Ξανοίγει κάπου κάπου ο καιρός, ανοίγει ορίζοντας, κάτι βλέπουμε στο φως, κάτι αισθανόμαστε, κάτι πράττουμε “κι αρχίζουμε να ’χουμε θάρρος και καλές ελπίδες”, ξανοιγόμαστε σε πεποιθήσεις, αλλά σαν τους Τρώες του ποιητή, ξαναμαζευόμαστε καθώς έρχεται η επόμενη καταιγίδα.

Κατ’ επανάληψη αναζητείται μια βεβαιότητα, όχι πολλά πράγματα, αλλά κάτι σταθερό να πατήσουν τα πόδια μας, μην τρεκλίζουν συνεχώς σα μεθυσμένα πάνω στο επισφαλές έδαφος της πράξης. Κι αν δεν μας προσφέρεται καθότι οι συνθήκες δεν ευνοούν, κι αν δεν μπορούμε να την επιβάλλουμε καθότι οι συσχετισμοί δεν επιτρέπουν, μπορούμε να την ανακαλύψουμε στις μικρές ομάδες μας, τους μικρούς μας κόσμους, ή εντός μας. Με τον τρόπο που έχεις ο καθένας.

Οι βεβαιότητες είναι μια βαθύτερη επιθυμία του εαυτού μας. Κι όσο το περιβάλλον γίνεται αβέβαιο, και εν πολλοίς αφιλόξενο, τόσο μας χρειάζονται προκειμένου να δικαιώσουμε την ύπαρξη και τις επιλογές μας. Κυρίως τις πολιτικές. Έτσι, όσο πιο δύσκολα γίνονται τα πέριξ, τόσο πιο πολλές ομάδες εμφανίζονται, με τις δεδομένες βεβαιότητές τους, και τόσο πιο επίμονα υπερασπίζονται αυτές τις βεβαιότητες. Κάποιοι αυτό το θεωρούν παράλογο. Όσο πιο λίγοι γινόμαστε αντί να αναζητούμε σημεία συμφωνίας και σύμπραξης, μήπως και αυγατίσουμε, τόσο πάμε στο αντίθετο, ζητώντας σημεία διαφοράς και πολέμου. Κι ωστόσο, όσο κι αν πολιτικά είναι ανεπαρκές (τουλάχιστον), δεν είναι παράλογο. Ή έστω δυσεξήγητο. Είναι τρόπος ψυχολογικής επιβίωσης. Δεν είναι μακράς πνοής, δεν είναι απάντηση στο ουσιώδες, χρησιμεύει όμως υπαρξιακά. Επί πλέον, δεν είναι μια αυθαιρεσία, επιβολή της θέλησης μας πάνω στην πραγματικότητα, είναι μέρος της πραγματικότητας. Γι’ αυτό δεν είναι να λοιδορήσουμε όσους επιδίδονται εσχάτως με εξαιρετική επιμονή σ’ αυτό το εγχείρημα. Συντηρούν μεγάλο μέρος μιας νεανικότητας και μιας προσδοκίας. Μιας διάθεσης ανατροπής, εκτός κανόνων και ιεραρχήσεων.

Αλλά, παρ’ όλα αυτά, δεν είναι άτοπο να διεκδικήσουμε κάτι πιο στέρεο στην επαφή μας με την πραγματικότητα. Γιατί τα όνειρα διατηρούν ζωντανές τις σχεδιάσεις αλλά μπορεί και τελικά να τις καταστρέφουν, καθώς απογειώνονται τόσο ώστε να χάνουν την επαφή με τη   ζωή.

Από την άλλη, οι κριτές κυκλοφορούν με τα σημάδια της ήττας στις πόλεις μας, όχι σαν τους επιστρέψαντες από τα πεδία των ηττών τους, όπως άλλες εποχές, αλλά ακέραιοι, εξωτερικά τουλάχιστον, και με πλήρεις εξαρτήσεις, με μαγαζιά, γραφεία, παιδιά, σχέδια, και μεταβιβάζοντας περικοπές των ονείρων, όπως τα διαμόρφωσαν οι ανάγκες, είτε οι γενικές είτε οι δικές τους. Το ονομάζουν ρεαλισμό, αίσθηση της πραγματικότητας, το περιβάλλουν και με μυστήριο παρμένο από τα έπη του παρελθόντος, με λίγη νοσταλγία και με πολλές υποθέσεις, αν δεν μας είχαν προδώσει τότε, αν δεν είχαν ολιγωρήσει την κρίσιμη στιγμή, αν…, αν… (κάθε γενιά και πάντα έχει τα δικά της αν). Και καταλήγουν σε προτάσεις για το τι πρέπει να γίνει, ανάλογου ρεαλισμού. Καθόλου αμελητέα η συνεισφορά τους. Και από πολλές απόψεις αξιοπρόσεκτη. Υπάρχει ένα βάθος, και όχι μόνο ύφος, αλήθειας και ένα περιεχόμενο αναγκαιότητας. Είναι λογικό. Όταν ξεσπάσει η θύελλα, το βασικό μέλημα είναι να σωθούν οι επιβάτες του πλοίου αδιακρίτως πεποιθήσεων και χρωμάτων, να βρεθούν οι βάρκες που θα τους βγάλουν σε στεριά. Μετά ας αρχίσουν πάλι οι έριδες. Οπότε…

Φυσικά στις παρομοιώσεις καιροφυλακτούν κίνδυνοι λογικής, αλλά και ποιητικής φύσεως. Φερ’ ειπείν το ερώτημα: οι βάρκες σε ποιο έδαφος θα σε βγάλουν; Γιατί αν σε βγάλουν σε μια επικράτεια αφιλόξενη, ας υποθέσουμε σε μια χώρα του ναζισμού, τότε η μοίρα των τσιγγάνων, των ομοφυλόφιλων, των εβραίων, των κομμουνιστών είναι ανάλογη με το αν έμεναν στο πλοίο να βουλιάξουν στην καταιγίδα. Άρα έχουν σημασία κι άλλα πράγματα πλην της βάρκας.

Αλλά όλα αυτά είναι λέξεις, κουβέντες με καλλιέπεια, σχήματα και εικόνες του χαρτιού. Και η ζωή είναι αδήριτη. Θέλει απαντήσεις. Απαιτεί την ευθύνη των αποφάσεων. Και θέτει διλήμματα, αληθινά ή ψεύτικα (και ποιος μπορεί εύκολα να τα ξεχωρίσει, όταν πρόκειται για ανάγκες των ανθρώπων; – οι οποίοι στο κάτω-κάτω δεν αποφασίζουν με βάση τις προδοσίες ή τις αποτυχίες του παρελθόντος, ή τις αφαιρετικές προσδοκίες του μέλλοντος).

Σε κάποιες στιγμές μάλιστα τα διλήμματα γίνονται πιεστικά, του τύπου: με την Αριστερά ή με τη Δεξιά, Αν. Παπανδρέου ή Κων. Μητσοτάκη, Τσίπρα ή (πάλι, αλλά άλλον) Μητσοτάκη;

Κατά κύματα σάρωσαν στο παρελθόν εδάφη και ανθρώπους της Αριστεράς, και το κάνουν και τώρα. Προφανώς δεν φταίνε τα διλήμματα. Ήταν και είναι τα βαθύτερα προβλήματα μιας Αριστεράς που έχει χάσει την πρωτοβουλία και τη οξύνοιά της, αδύναμη στην ριζοσπαστική θεωρία αλλά και στη δράση, μη πειστική στις λύσεις που προτείνει, δηλαδή εκτός του εαυτού της. Όταν στο παιχνίδι η Αριστερά πετάει την μπάλλα στις εξέδρες, οι εξέδρες ξαναπετάνε την μπάλλα στο χορτάρι για να συνεχιστεί ο αγώνας με τους υπάρχοντες παίχτες!

Και στο παρόν, παρά τις πολλές και καλές υποσχέσεις υπερβάσεων, βρισκόμαστε και πάλι να επαναλαμβάνουμε λάθη που είχαμε αποδοκιμάσει. Κι έτσι νέες ήττες καιροφυλακτούν, τόσο στις έμμονες βεβαιότητες υπαρξιακής αυτοσυντήρησης, όσο και στο ρεαλισμό των διλημμάτων.

Σ’ αυτές τις περιπτώσεις τα οχυρωματικά έργα, ένθεν κακείθεν, δεν συνιστούν λύση. Είναι απλώς και μόνο μια απάντηση. Και μάλλον αμήχανη!

Μας χρειάζεται, όπως το καταλαβαίνω, περισσότερη τόλμη και στη σκέψη και στην πράξη. Να σταθούμε σε βεβαιότητες και να τις αμφισβητούμε ταυτόχρονα. Μια φιλοσοφία της πράξης όπως την ορίζει ο Γκράμσι, καθώς η αλήθεια δεν είναι αιώνια και δεν είναι απόλυτη. Και μόνο η ικανότητα να αντιλαμβάνεσαι και να υλοποιείς μια τέτοια σκέψη, αποδεχόμενος την ρευστότητα των πραγμάτων, αλλά και την ανάγκη του στέρεου εδάφους, σε μια διαλεκτική δύσκολης εφαρμογής, είναι ένα μεγάλο βήμα στην υπέρβαση της αμηχανίας – δεν λέω αβεβαιότητας – του παρόντος.

Θα δανειστώ από την “αυτονομία” μια ενδιαφέρουσα επισήμανση: “Οι θεωρητικοί που δεν ζουν μια εξεγερτική ζωή δεν λένε τίποτα που να αξίζει να λεχθεί. Και οι ακτιβιστές που αρνούνται να σκεφτούν κριτικά δεν πράττουν τίποτα που να αξίζει να γίνει. Ριζοσπαστική θεωρία είναι η σκέψη που ολοκληρώνεται μέσα σε μια εξεγερτική ζωή και μαθαίνει να εκφράζεται με ακρίβεια αλλά και ρευστότητα. Όταν αναπτυχθεί κόβει σαν καλοακονισμένο μαχαίρι”.

Είναι η Αριστερά εκείνη που έδωσε στον κόσμο την ιδέα της υπέρβασης, η οποία δεν σημαίνει “μόνο μεταφορά σε μιαν άλλη σφαίρα, ούτε η “εξάλειψη” ή “διαφύλαξη” μόνο, αλλά και τα δυό ταυτόχρονα”, όπως λέει ο Ι. Μέσαρος.

Είναι μάλλον ο καιρός κατάλληλος να ξαναθέσουμε το ζήτημα αυτής της υπέρβασης και να ξαναψάξουμε στους τρόπους με τους οποίους ακονίζεται το μαχαίρι της Αριστεράς. Και εν όψει των εκλογών της άλλης Κυριακής και, κυρίως, για μετά…

kommon.gr