Η παρέμβαση Σημίτη – Το εθνικό “ξεβράκωμα” σαν “υψηλή πολιτική”!

Η παρέμβαση Σημίτη – Το εθνικό “ξεβράκωμα” σαν “υψηλή πολιτική”!

Σε προηγούμενο άρθρο μου απάντησα σημείο προς σημείο στην παρέμβαση Σημίτη (Καθημερινή 9-6-2019). Για την ακρίβεια στα επιχειρήματα που επικαλέσθηκε για να καταλήξει στην πολιτική πρότασή του. Σ’ αυτό το άρθρο μου θα προσπαθήσω να δείξω τι ακριβώς βρίσκεται πίσω από την ακροτελεύτια παράγραφο, που είναι και το “ζουμί”: «Πιστεύω ότι η τακτοποίηση των εκκρεμοτήτων μετά τις εκλογές είναι αναγκαία. Ο κίνδυνος επεισοδίων με αρνητικές επιπτώσεις θα είναι υπαρκτός, εάν δεν προσπαθήσουμε να βρούμε λύσεις, όχι πάντα ευχάριστες ίσως, αλλά που κατοχυρώνουν την ειρήνη στην περιοχή. Σε μια τέτοια προσπάθεια η Ελλάδα θα έχει, πιστεύω, την συμπαράσταση τόσο της ΕΕ όσο και των ΗΠΑ».

Σταύρος Λυγερός
Ποιες άραγε είναι οι εκκρεμότητες που πρέπει να τακτοποιηθούν; Εάν ο Σημίτης εννοεί ότι πρέπει να οριοθετήσουμε την υφαλοκρηπίδα-ΑΟΖ με την Τουρκία, κανείς λογικός δεν έχει αντίρρηση. Πώς, όμως, να φθάσουμε σε συμφωνία οριοθέτησης, όταν η Άγκυρα δηλώνει ξεκάθαρα πως όλα τα νησιά δεν έχουν υφαλοκρηπίδα; Αυτό μόνο υπάρχει από τουρκικής πλευράς στο τραπέζι. Αν ο Σημίτης συστήνει να εγκαταλείψουμε το διεθνές δίκαιο και να αποδεχθούμε το “τουρκικό δίκαιο” ας το πει καθαρά.

Αν ο Σημίτης ήταν μία μεμονωμένη φωνή, παρότι έχει διατελέσει πρωθυπουργός επί 8ετία, το πρόβλημα θα ήταν μικρό. Το πρόβλημα είναι μεγάλο, επειδή εκπροσωπεί μία ολόκληρη σχολή σκέψης. Είναι η ίδια σχολή που την είχε βάλει όλα τα αυγά στο καλάθι της “εξημέρωσης του θηρίου” μέσω της ενταξιακής πορείας της Τουρκίας και που στη δεκαετία του 2000 διαλαλούσε το “ο καλός Ερντογάν και οι κακοί στρατηγοί”.

Το γεγονός ότι όλα όσα υποστήριζαν σαν “υψηλή πολιτική” και “αναμφισβήτητη σοφία” διαψεύσθηκαν ουδόλως τους πτόησε. Επανέρχονται κάθε φορά με ένα νέο ισχυρισμό. Κοινός παρονομαστής, η κόκκινη γραμμή που χαρακτηρίζει τις κάθε φορά θέσεις τους είναι ο κατευνασμός, η εξαγορά της ύφεσης στο ελληνοτουρκικό μέτωπο με φαινομενικά ανώδυνες υποχωρήσεις-παραχωρήσεις προς την Τουρκία.

Εκπρόσωποι αυτής της σχολής σκέψης έχουν επανειλημμένως κυβερνήσει την Ελλάδα (Κώστας Μητσοτάκης, Κώστας Σημίτης, Γιώργος Παπανδρέου και με τον δικό του τρόπο ο Αλέξης Τσίπρας). Κανένας από αυτούς, όμως, ως πρωθυπουργός δεν κατάφερε –παρότι ο καθένας τους το προσπάθησε– να οδηγηθεί σε μία συμφωνία με την Άγκυρα για την οριστική επίλυση της ελληνοτουρκικής διένεξης.

Γιατί άραγε; Μήπως επειδή όταν μπήκαν σε διαπραγματεύσεις συνειδητοποίησαν ότι ούτε καν αυτοί δεν μπορούσαν να δώσουν όσα ζητούσε η Τουρκία; Μπορώ να αναφέρω για τον καθένα τους λεπτομέρειες, αλλά δεν είναι το θέμα μου. Αφού, λοιπόν, προσπάθησαν και προσέκρουσαν στον αμετροεπή τουρκικό επεκτατισμό, γιατί όταν φεύγουν από την εξουσία επανέρχονται με τη δοκιμασμένη και αποτυχημένη συνταγή; Γιατί το πάθημα δεν γίνεται μάθημα;

Έρμαια του φοβικού συνδρόμου
Η απάντηση είναι απλή: είναι έρμαια του φοβικού συνδρόμου. Η Άγκυρα έχει ενσωματώσει στην εθνική στρατηγική της έναντι της Ελλάδας και της Κυπριακής Δημοκρατίας την καλλιέργεια του φοβικού συνδρόμου. Χρησιμοποιεί την απειλή χρήσης στρατιωτικής βίας για να αποκομίζει οφέλη στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Αυτό έκανε το μετακεμαλικό καθεστώς, αυτό συνεχίζει ο Ερντογάν. Με άλλα λόγια, το φάντασμα ενός θερμού επεισοδίου έχει καταντήσει το υπερόπλο της τουρκικής διπλωματίας.

Έτσι, λοιπόν, ο Σημίτης φθάνει να μας λέει ότι «ο κίνδυνος επεισοδίων με αρνητικές επιπτώσεις θα είναι υπαρκτός, εάν δεν προσπαθήσουμε να βρούμε λύσεις, όχι πάντα ευχάριστες ίσως, αλλά που κατοχυρώνουν την ειρήνη στην περιοχή». Τί σημαίνει, όμως, να προσπαθήσουμε να βρούμε όχι ευχάριστες λύσεις;

Μήπως η Άγκυρα έχει καταθέσει στο τραπέζι μία συγκεκριμένη πρόταση, έστω μη ευχάριστη, την οποία εάν δεχθούμε θα κατοχυρώσουμε την ειρήνη; Μήπως μας ζήτησε –“νταβατζηλίκι” έστω– να της παραχωρήσουμε κάτι από όσα δίνει στην Ελλάδα το διεθνές δίκαιο για να απαλλαγούμε από το πρόβλημα; Αν υπάρχει τέτοια τουρκική πρόταση, ας μας την πουν και ας αποφασίσουμε εάν θα την δεχθούμε ή θα την απορρίψουμε.

«Να τα βρούμε να τελειώνουμε».
Τέτοια πρόταση δεν υπάρχει, επειδή η Τουρκία είναι αδηφάγα. Θέλει να μοιράσει στη μέση το Αιγαίο, με απειλή πολέμου εμποδίζει την Ελλάδα να ασκήσει το νόμιμο δικαίωμά της να επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα στα 12 μίλια (είναι σχεδόν η μόνη χώρα στον κόσμο που δεν τα έχει επεκτείνει), θέλει όλα τα νησιά να μην έχουν υφαλοκρηπίδα-ΑΟΖ, θέλει να ακρωτηριάσει την ελληνική επικράτεια, χαρακτηρίζοντας δεκάδες νησίδες “γκρίζες ζώνες”, αν τα τελευταία χρόνια δεν μιλάει για “γκρίζες ζώνες”, αλλά για τουρκικά νησιά υπό ελληνική κατοχή! Και βέβαια θέλει να οικειοποιηθεί τον ενεργειακό πλούτο της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Όποιος Έλληνας πολιτικός πιστεύει πως αξίζει να ικανοποιηθούν όλες αυτές οι παράνομες απαιτήσεις της Τουρκίας, προκειμένου να κλείσουμε το ελληνοτουρκικό μέτωπο, ας το πει. Εάν, λοιπόν, παραχωρήσουμε όσα ζητάει η Άγκυρα, έστω με κάποια έκπτωση, ναι θα μπορούσαμε να κερδίσουμε μία-δύο δεκαετίες ειρήνης. Όσο, δηλαδή, θα χρειασθεί το “θηρίο” να χωνέψει τη λεία του και να ξαναπεινάσει, εγείροντας και καλλιεργώντας νέες ευφάνταστες επεκτατικές απαιτήσεις.

Κανείς πολιτικός, ωστόσο, δεν χρησιμοποιεί αυτή τη γλώσσα. Όχι μόνο, επειδή θα προκαλούσε κατακραυγή, αλλά και επειδή κανείς τους δεν είναι διατεθειμένος να πάει τόσο μακριά. Γι’ αυτό και καταφεύγουν σε γενικόλογες ρητορείες που μπορούν να συνοψισθούν στο «να τα βρούμε τώρα να τελειώνουμε». Ρητορείες, οι οποίες δεν αναφέρονται καθόλου στο τίμημα και ως εκ τούτου δεν έχουν αντίκρισμα στην πραγματικότητα.

Οι προπομποί Κοτζιάς και Κατρούγκαλος
Πριν τον Σημίτη παρεμφερή παρέμβαση είχε κάνει και ο πρώην υπουργός Εξωτερικών Κοτζιάς. Υπενθυμίζω τη δήλωσή του: «Εάν αρχίσεις και γίνεσαι στις διεθνείς σχέσεις μοναχοφάης λέγοντας όλα δικά μου, όλα στον έλεγχό μου, όλα μόνος μου, τότε είσαι και εσύ μέρος του προβλήματος». Με αυτή τη λογική ζήτησε να συζητήσουμε με την Τουρκία τη συμμετοχή της στην αξιοποίηση του πιθανού ενεργειακού πλούτου στην περιοχή του Καστελλορίζου!

Και για να υπάρξει καμία αμφιβολία ότι κάτι “ψήνεται” στο διπλωματικό παρασκήνιο, ήρθε και ο Κατρούγκαλος, διάδοχος του Κοτζιά, να δηλώσει: «Πως μπορεί κάποιος να αποκλείσει από αυτή την περιοχή την Τουρκία, η οποία έχει τόσα χιλιόμετρα ακτή στη Μεσόγειο;», προσθέτοντας με σημασία: «Ασφαλώς βλέπουμε θετικά την συμμετοχή της Τουρκίας» στην ενεργειακή εξίσωση της Ανατολικής Μεσογείου.

Είναι ξεκάθαρο πως με το άρθρο του, ο Σημίτης συμβουλεύει τον πιθανότατα αυριανό πρωθυπουργό Μητσοτάκη να συνεχίσει στην ίδια γραμμή πλεύσης, να συνεχίσει αυτό που όλα δείχνουν πως έχει αρχίσει η κυβέρνηση Τσίπρα όσον αφορά τα ελληνοτουρκικά. Στελέχη της, άλλωστε, δεν έκρυψαν πως επιδιώκουν νέες “Πρέσπες”, αυτή τη φορά με την Άγκυρα.

Δεν είναι μόνο κάποιοι αφελείς άσχετοι που τα είπαν δημοσίως χοντοκομμένα. Είναι ολόκληρη αυτή η σχολή σκέψης, που έχει πάρει διαζύγιο από τον πολιτικό ορθολογισμό. Διαπνέεται από το φοβικό σύνδρομο και επικαθορίζεται από αυτό. Και επειδή αυτό βιώνει κι αυτό γνωρίζει, αυτό επιστρατεύει για να πειθαναγκάσει την κοινή γνώμη. Και μάλιστα προπαγανδίζει την πιο ωμή εκδοχή: «εάν δεν κάνουμε κάποιες παραχωρήσεις στην Τουρκία αυτή θα προκαλέσει θερμό επεισόδιο, επειδή είναι στρατιωτικά πιο ισχυρή».

Αυτή δεν είναι η κόκκινη γραμμή που διαπερνά όλο το άρθρο-παρέμβαση του Σημίτη; Ο πρώην πρωθυπουργός, μάλιστα, έφθασε στο σημείο να επικαλεσθεί δήλωση του Αμερικανού πρεσβευτή στην Αθήνα Πάιατ για να δικαιολογήσει την “ανάγκη” να υποχωρήσουμε για να αποφύγουμε τα χειρότερα. Το αποτέλεσμα ήταν να εισπράξει μία αμερικανική διάψευση, γεγονός που τον εκθέτει επιπροσθέτως.

Διαχέουν φοβικό σύνδρομο
Είναι αληθές ότι η ισορροπία δυνάμεων είχε αρχίσει να ανατρέπεται εδώ και χρόνια. Η οικονομική κρίση στην Ελλάδα και ο υπερεξοπλισμός της Τουρκίας τα τελευταία χρόνια έχουν επιδεινώσει την κατάσταση. Παρόλα αυτά, οι ελληνικές ένοπλες δυνάμεις διατηρούν ακόμα μία αποτρεπτική ικανότητα, με την έννοια ότι ένας πόλεμος θα είναι καταστροφικός και για τις δύο χώρες, ανεξαρτήτως εάν η Τουρκία κερδίσει τελικώς στα σημεία.

Προφανώς η στρατιωτική ισχύς είναι σημαντικός παράγοντας, αλλά δεν είναι ο μόνος που καθορίζει την αντιπαράθεση δύο κρατών. Εάν ήταν ο μόνος, η Ελλάδα θα είχε επιβάλει απολύτως τη θέλησή της και στην τότε ΠΓΔΜ (σήμερα Βόρεια Μακεδονία) και στην Αλβανία, επειδή και οι δύο αυτές χώρες είναι αμυντικά ανύπαρκτες. Η πραγματικότητα, βεβαίως, είναι πιο πολύπλοκη. Η αντιπαράθεση δύο κρατών καθορίζεται από μία δέσμη παραγόντων.

Οι οπαδοί του πάση θυσία κατευνασμού επικαλούνται και απολυτοποιούν τον παράγοντα της στρατιωτικής ισχύος για να δικαιολογήσουν το δικό τους φοβικό σύνδρομο και στη συνέχεια να δικαιολογήσουν τις υποχωρήσεις-παραχωρήσεις που πάντα γενικόλογα προτείνουν στο όνομα, βεβαίως, της πολιτικής σωφροσύνης και εθνικής ευθύνης! Με άλλα λόγια και ας με συγχωρήσουν οι αναγνώστες, έχουν καταντήσει να προβάλουν το εθνικό “ξεβράκωμα” σαν “υψηλή πολιτική”.

/slpress.gr

Σχόλια (0)

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί.