Τα άλλοθι των μνημονίων

Τα άλλοθι των μνημονίων

Αλήθεια, πόσοι Ελληνες μπορούν να μιλήσουν για το… αύριο; Ελάχιστοι. Γι’ αυτό άλλωστε έχουν φροντίσει οι μνημονιακές ηγεσίες της χώρας, που από το 2010 μέχρι σήμερα κρατούν σαν επτασφράγιστο μυστικό το πλήρες εύρος των «μεταρρυθμίσεων» που έχουν αποδεχτεί με τις συμφωνίες που έχουν υπογράψει με τους δανειστές. Οι «μεταρρυθμίσεις» σε Ασφαλιστικό, ιδιωτικοποιήσεις, φορολογική πολιτική καθώς και η αξιολόγηση των δημοσίων δαπανών είναι οι αδιάψευστοι μάρτυρες.

Γιάννης Σιώτος*

Αν κάποιος μελετήσει μείζονος σημασίας ζητήματα, όπως για παράδειγμα την αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, τη διαχείριση των υποδομών όπως λιμάνια και αεροδρόμια, που κατασκευάστηκαν με το αίμα και τον ιδρώτα των απλών Ελλήνων, την αγορά νερού ακόμα και την «αξιοποίηση» δημόσιας ακίνητης περιουσίας, αποκομίζει την εντύπωση ότι όλες οι πράξεις και οι επιλογές σε αυτά τα τελευταία εννέα χρόνια κινούνται σε ένα αυστηρά προκαθορισμένο πλαίσιο.

Κάποιοι θα μπορούσαν να αντιτάξουν το επιχείρημα ότι αυτό που κάνει τη διαφορά είναι οι… λεπτομέρειες. Δηλαδή οι πολιτικές παρεμβάσεις περιορισμένης οικονομικής εμβέλειας, που υποδηλώνουν τις προτεραιότητες και τις ιεραρχήσεις.

Για παράδειγμα, η πρόσβαση στα δημόσια νοσοκομεία όλων -ανεξάρτητα από την ασφαλιστική τους κατάσταση-, η υπεράσπιση του δημόσιου χαρακτήρα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και η αποσύνδεση της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης από την ιδιωτική χρηματοδότηση, αλλά και η εισοδηματική ενίσχυση των χαμηλότερων εισοδηματικών στρωμάτων είναι παρεμβάσεις περιορισμένου -σχετικά- δημοσιονομικού κόστους αλλά μείζονος πολιτικής σημασίας.

Κανείς δεν αντιλέγει ότι οι επιλογές για την Παιδεία, την Υγεία, την εργασία και την κοινωνική ασφάλιση είναι αυτές που οριοθετούν τους πολιτικούς και ιδεολογικούς χώρους. Αλλά και εδώ υπάρχει ένα ζήτημα: δεν αρκεί να εφαρμόζεις πολιτικές που χαρακτηρίζονται από κοινωνική ευαισθησία, αλλά πρέπει και να εξασφαλίσεις τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητά τους.

Για πόσο καιρό η Παιδεία, η κοινωνική ασφάλιση και η Υγεία θα εξακολουθήσουν να παραμένουν δημόσια αγαθά, αν όλο το υπόλοιπο οικοδόμημα παραδίδεται σε «επενδυτές»; Για πόσο καιρό μπορεί να επιβιώσει ένα «δίχτυ προστασίας» για τους αδύναμους, αν δεν εξασφαλιστούν οι πόροι για τη χρηματοδότησή του; Για πόσο καιρό θα μπορέσει να διατηρηθεί ο δημόσιος χαρακτήρας της κοινωνικής ασφάλισης, αν δεν κατοχυρωθούν οι πηγές των εσόδων της;

Στους σημερινούς καιρούς που η κυβέρνηση Μητσοτάκη προωθεί τη συρρίκνωση όλων των κοινωνικών αγαθών, η πολιτική αντιπαράθεση δεν θα πρέπει να εστιάζεται μόνο στο αν και με ποια μορφή θα διατηρηθεί ο δημόσιος χαρακτήρας τους αλλά –και το κυριότερο– στη μακροπρόθεσμη κατοχύρωση της οικονομικής και κοινωνικής βιωσιμότητάς τους.

Και εδώ αρχίζουν τα δύσκολα. Μπορεί να φαίνεται υπερβολικό, αλλά η παγκόσμια οικονομική κρίση, που σήμερα είναι ορατή, διευκολύνει την προσπάθεια της κυβέρνησης Μητσοτάκη να κατεδαφίσει το κοινωνικό κράτος. Με τη γερμανική οικονομία να συρρικνώνεται, τους εμπορικούς πολέμους να ξεσπούν σε κάθε γωνιά του πλανήτη, το Brexit να τροφοδοτεί την αβεβαιότητα και τη διένεξη για το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα να απειλεί την αγορά ενέργειας, ο κ. Μητσοτάκης μπορεί να ισχυριστεί ότι η συρρίκνωση του κράτους πρόνοιας και οι εκποιήσεις δημόσιας περιουσίας είναι ο μοναδικός τρόπος για να διατηρηθούν τα πρωτογενή πλεονάσματα και να μείνει ζωντανή η μεσαία τάξη. Αλλωστε, η στρατηγική τού «λιγότερο κακού» είναι δοκιμασμένη στον χρόνο και προσφέρει «εγγυημένα αποτελέσματα».

Σε μία τέτοιας μορφής αντιπαράθεση, όπου οι αριθμοί και οι υπογραφές μετατρέπονται σε όπλα λεηλασίας του κοινωνικού πλούτου και η ανισότητα αναδεικνύεται σε αναγκαιότητα, ο αντίλογος δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο στην καταγγελία και τη διαμαρτυρία. Αντίθετα, θα πρέπει να εστιάζεται καταρχήν στην αποδόμηση του αφηγήματος για λιγότερο κράτος και διεύρυνση της ανισότητας και στη συνέχεια σε συγκεκριμένες προτάσεις πολιτικής, που θα εξασφαλίζουν τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα των κοινωνικών κατακτήσεων.

Η Ιστορία προσφέρει πλείστα παραδείγματα που ανατρέπουν το οικονομικό μοντέλο της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Το πιο εντυπωσιακό από όλα είναι αυτό της κλασικής Ελλάδας, στην οποία η οικονομική ανάπτυξη βασίστηκε τόσο στους θεσμούς που εξασφάλιζαν την κοινωνική ισορροπία όσο και στο σχετικά χαμηλό επίπεδο της εισοδηματικής ανισότητας.

Ο αρχαιολάτρης υπουργός του, που μοχθεί να μετατρέψει το Ελληνικό σε κέντρο τζόγου και σε γειτονιά πλουσίων, θα έπρεπε να γνωρίζει ότι από τον 4ο αιώνα π.Χ. η τυπική ελληνική πόλη-κράτος ήταν, σύμφωνα με τα παγκόσμια ιστορικά δεδομένα, πολύ δημοκρατική, καθώς ασφαλιστικές θεσμικές δικλίδες εξασφάλιζαν την κοινωνική ισορροπία.

Στην Αθήνα, η νομοθετική εξουσία του λαού μετριαζόταν από δημοκρατικά θεσπισμένους κώδικες θεμελιωδών νόμων. Μέχρι τη στιγμή που ο Πλάτων έγραφε, στις αρχές του 4ου αιώνα π.Χ., κάθε καθημερινή απόφαση πολιτικής που λαμβανόταν από την αθηναϊκή Βουλή και τη συνέλευση, ήταν υποχρεωμένη να συμμορφώνεται σε ένα σώμα γραπτού Συνταγματικού Δικαίου. Και ο νόμος αυτός λαμβανόταν σοβαρά υπόψη. Πολιτικοί οι οποίοι προσπάθησαν να εισαγάγουν μέτρα που αντιτίθενται στο «σύνταγμα», κινδύνευαν να χάσουν το δικαίωμα να προτείνουν νομοθεσία.

Επίσης, οι αθηναϊκοί μισθοί για τους μη ειδικευμένους εργάτες ήταν υψηλοί και το επίπεδο ανισότητας, σύμφωνα με έρευνα του πρώην επικεφαλής ερευνητή οικονομολόγου στην Παγκόσμια Τράπεζα Μπράνκο Μιλάνοβιτς, ήταν μικρότερο από εκείνο οποιασδήποτε άλλης αρχαίας οικονομίας για την οποία υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία. Οπως μάλιστα έχει επισημάνει ο Μιλάνοβιτς και άλλοι οικονομολόγοι, υπάρχει μια ισχυρή συσχέτιση μεταξύ της σχετικά χαμηλής ανισότητας και της ισχυρής και βιώσιμης οικονομικής ανάπτυξης.

Και ο πραγματικός κίνδυνος που προβάλλει σήμερα είναι η πολιτική εξουσία να δρα ανεξέλεγκτα. Το σίγουρο είναι ότι για τον κ. Μητσοτάκη και την κυβέρνησή του, οι τζίφρες των μνημονίων λειτουργούν τόσο σαν αλυσίδες όσο και ως άλλοθι. Και επειδή οι τζίφρες αυτές υποδηλώνουν τη συνέχεια του κράτους, ο ρόλος της αντιπολίτευσης είναι, ακολουθώντας το παράδειγμα της αρχαίας Αθήνας, να μη δώσει την ευκαιρία στον κ. Μητσοτάκη να τις αξιοποιήσει ως άλλοθι για όσα έχει κατά νου.

*δημοσιογράφος, συγγραφέας

efsyn.gr