Τις εποχές της μετάβασης, του Θανάση Σκαμνάκη

Τις εποχές της μετάβασης, του Θανάση Σκαμνάκη

Επιστρέψατε και οι τελευταίοι αντιστασιακοί του θέρους. Σας καλωσορίζουμε στο Σεπτέμβρη που ακόμα δεν λέει να αποφασίσει το φθινόπωρο. Τεχνητές αναπνοές καλοκαιριού, όπως και ακμάζουσες ακόμα οπώρες που δεν είναι της εποχής του. Και σκέψεις, ούτως ή άλλως. Και φθίνουσες κα ακμάζουσες!..

 

Είχα διαβάσει στην εφηβεία μου και αποθήκευσα στις βαθύτερες εγκοπές του μυαλού μου μια κουβέντα από τον Β. Ουγκώ: “Οι νύχτες όπου τα πράγματα τελειώνουν, αυτές είναι οι πραγματικά ατέλειωτες νύχτες”, το έχω ξαναγράψει εδώ, και έκτοτε το ζούσα κατά πολλές έννοιες (έπαιρνα τοις μετρητοίς τους συγγραφείς).

Αλλά τώρα σκέφτομαι αν επαληθεύεται.

 

Καθώς, όταν τα πράγματα τελειώνουν, με οποιοδήποτε τρόπο, είτε θετικό είτε οδυνηρό (και εν τω μεταξύ πρόλαβα στα χρόνια να συσσωρεύσω κάποιες τέτοιες λέξεις), η αγωνία της διάρκειας έχει τελειώσει. Μπαίνεις στη θέση της μάχης για την παρούσα πλέον νέα  πραγματικότητα. Οχυρώνεις τη λογική, μιλάς με ανθρώπους, αναπτύσσεις επιχειρήματα και σκέψεις, κάνεις το νέο σχέδιο. Εκτός κι αν, εν τω μεταξύ, έχεις συντριβεί καθ’ ολοκληρίαν.
Συνεπώς, σκέφτομαι, το πρόβλημα βρίσκεται σ’ εκείνη τη θολή μεταβατική περίοδο, όταν κάτι τελειώνει αλλά δεν έχει τελειώσει ακόμα και κάτι πάει ν’ αρχίσει αλλά δεν έχει αρχίσει ακόμα. Αυτές ναι, μπορεί να είναι ατέλειωτες νύχτες, ναι, μάλιστα, νύχτες, ακόμα κι αν το φως της ημέρας αποπειράται να δώσει μια κάποια διαύγεια.

 

Σ’ αυτό το μεταίχμιο, όπου τα πράγματα τελειώνουν, αιωρούμενοι. Όταν πρέπει να μαζέψουμε τις ξαπλώστρες, τις αίθριες ιδέες μας, να ξανατυλίξουμε τα εκτεθέντα αισθήματα, να συμμαζέψουμε τις καρέκλες να μην τις βρει απροστάτευτες ο νέος καιρός. Όταν στην πόλη οι αφίσες ανεμίζουν μισές στον αέρα μισές στην παρελθούσα αναγγελία και μια διαδήλωση δεν ξέρει που να καταλήξει…

 

Ένα λούνα παρκ που δεν γεμίζει πλέον, άλλα παιχνίδια συναρπάζουν τα παιδιά μας, κι εκείνο επιμένει να μην καταλαβαίνει, συνεχίζει να περιοδεύει στην επαρχία με τα εναπομείναντα, χωρίς το γύρο του θανάτου, χωρίς την ακέφαλη γυναίκα, χωρίς το γορίλα, χωρίς λαβύρινθο με καθρέφτες, χωρίς θαύματα, χωρίς εκπλήξεις.

Σαν μια γειτονιά που κλείσανε τα μαγαζιά της, σκόρπισαν τα παιδιά κι αποτραβήχτηκαν οι άνθρωποι και τώρα προσπαθεί να τα βγάλει πέρα μόνο με τις ιστορίες της.

 

Αυτό το μεταίχμιο, όπου σκουπίζουν τα υπολείμματα από τη γιορτή – όταν ερχόμασταν δεν μας πείραζε η ερημιά της ακτής, ούτε τα σπασμένα παιχνίδια υπόλοιπα από την προηγούμενη έξαρση, το αντίθετο, απολαμβάναμε την ερημιά. Τώρα δεν είναι ερημιά, είναι μοναξιά τα μικρά υπόλοιπα που περιμένουν να ξαναζήσουν σαν κανονικά τμήματα του κόσμου, αλλά μέχρι τότε σφίγγονται να μη δακρύσουν.

 

Ανοχύρωτοι λοιπόν, καθώς τα σχέδια που εκθέσαμε και μας εκθέσανε αναβλήθηκαν (δεν λέω ματαιώθηκαν, ποτέ δεν ματαιώνονται παρόμοια σχέδια).

 

Είναι κάποιοι άνθρωποι που αγαπώ και εκείνοι αγαπούν το Σεπτέμβρη. Ξαναγυρίζουμε στην επίγνωση έπειτα από τη σκληρή ορμή του καλοκαιριού, λένε, αρχίζουν τα νέα σχέδια, αυτό το χρόνο θα κάνουμε όσα αφήσαμε ημιτελή τον προηγούμενο, θα κάνουμε κι άλλα.

Θα ξαναβρούμε τους συμμαθητές και τους φίλους μας, τα παιχνίδια που αφήσαμε, μια κοπέλα που μας περιμένει ή την περιμένουμε εμείς και δεν έρχεται, θα δώσουμε υποσχέσεις που μπορεί να μην τηρήσουμε (και θα μετανιώνουμε που δεν τις τηρήσαμε;), θα κάνουμε σχέδια και θα τα αλλάξουμε, γιατί στο μεταξύ θα υπάρχει ροή πραγματικής ζωής – εντάξει, τέλος το αναγκαίο διάλειμμα που μας έδωσε μια ευκαιρία να δούμε τα πράγματα από κάποια απόσταση, δηλαδή πιο ολόκληρα, τώρα επιστροφή στο πραγματικό.

 

Είναι κι ο Κοσμάς Πολίτης όπου περιγράφει τη παιδική μου γειτονιά στο “Γυρί”, πως ήταν προπολεμικά, που κολακεύει το Σεπτέμβρη, καθώς με τα πρωτοβρόχια γίνεται πιο φιλικός ο ήλιος, τα χρώματα λιγότερο σκληρά, πιο γήινα, δεν σε καψαλίζουν σε αγκαλιάζουν.

Είναι κι ύστερα τα τραγούδια του Σεπτέμβρη!

 

Εν τέλει ο Αύγουστος (και ο Ιούλιος) συγχωνεύεται στο Σεπτέμβρη και διεκδικεί μερίδιο πια σε μια πιο ορμητική είσοδο στο επόμενο. Έτσι λένε οι φίλοι που αγαπώ.

 

Κι όμως εγώ δεν υποκύπτω. Εξακολουθώ να υποπτεύομαι, δεν είναι λογικό είναι συναίσθημα, το κατ’ εξοχήν μήνα της μετάβασης .

Και το μυαλό μου γυρίζει σ’ εκείνο το φθαρμένο πια, αλλά που το 1965 όταν στο απάγγειλα ήταν φρέσκο, πολλαπλώς: “με την πρώτη σταγόνα της βροχής σκοτώθηκε το καλοκαίρι”, Ή μήπως προτιμάς το αμέσως μετά, “μουσκέψανε τα λόγια που είχαν γεννήσει αστροφεγγιές…”;

 

Αυτές οι μεταβατικές εποχές, όπου όλα είναι ίσως και κάπως και να δούμε, και δεν ξέρουμε που θα βγάλουν, και δεν μπορούμε να βασιστούμε, αλλά μόνο να μιλάμε και να ελπίζουμε, όπου οι προφήτες κηρύσσουν νέες ελεύσεις αλλά σε κάποιον χρόνο δυσπρόσιτο, όπου τα πανώ απειλούν και ξέρουμε (και εμείς και οι άλλοι, αν και οι άλλοι κάτι φοβούνται περισσότερο, ίσως ξέρουν καλύτερα τι τους απειλεί) πως η απειλή ακούγεται σαν ειρωνεία στ’ αυτιά μας, αλλά την επαναλαμβάνουμε, και καλά κάνουμε, ως ανάγκη και ως προγύμναση, κυρίως!

 

Η αλήθεια είναι όμως πως όσο διαρκούν οι μεταβάσεις κάτι σαν νοτιάς με υγρασία κινείται στην ατμόσφαιρα, μια ατονία, μια έλλειψη ενθουσιασμού, ακόμα και στο  ποδόσφαιρο οι ομάδες δείχνουν να σέρνονται μέχρι να μπουν σε φόρμα, ίσως η Λίβερπουλ κάπως τα καταφέρνει, μην πω για Μπαρτσελόνα, μια χαμηλή κυκλοφορία αίματος, μια χλομάδα, αδύναμα πράγματα, πολύ παιχνίδι στο κέντρο, λίγες πρωτοβουλίες, λίγες φάσεις στις εστίες.

 

Το θέμα φυσικά είναι η καλή προετοιμασία και η διατήρηση του ηθικού της ομάδας. Το φορμάρισμα θα ακολουθήσει.

 

Οι άνθρωποι έχουμε την τάση να θεωρούμε πως αυτό που συμβαίνει τώρα, είναι εκείνο που διαρκεί καθώς ζούμε στο παρόν, ενώ μπρος και πίσω υπάρχει μόνο σκέψη ή αποτελέσματα, αναλόγως. Αναζητούν, οι γυμνές πατούσες μας, λίγη δροσιά στα πλακάκια και ανατριχιάζουν στην ιδέα τη μάλλινης κάλτσας.

 

Το έζησαν και πριν άλλοι, το ζούμε κι εμείς τώρα, ως εποχές, ως έρωτες, ως επιθυμίες, ως πολιτική εμπειρία, ως ζωή… Όταν οι πιο ευάλωτοι και ευαίσθητοι και κατά ουσιαστική έννοια πρωτοπόροι έσκαβαν στη γη να βρουν καρπούς, μοίραζαν ανέλπιδα φυλλάδια για να προσελκύσουν πεποιθήσεις, βούλιαζαν σε φυλακές για να διατηρήσουν τις προσδοκίες, έγραφαν σπαρακτικά ποιήματα για να κάμψουν τις αντιστάσεις. Όταν το μεταβατικό φαινόταν σαν να είναι η κατάληξη, σαν απαρασάλευτο, αιώνιο.

Ο Λέρμοντοφ έλεγε στον Μπελίνσκι ότι στη Ρωσία του 1840 χρειάζεται πρώτα μια φιλολογία που να ξεσκεπάζει τις αρρώστιες και τα ελαττώματα της κοινωνίας, τη δουλοφροσύνη της που καθρεφτίζει το καταπιεζόμενο πνεύμα των συγχρόνων τους, οι οποίοι είναι ανίκανοι για ηρωικά κατορθώματα, για επαναστατική δράση, για διαμαρτυρία.

 

Τελικά, αυτή μπορεί να είναι μια όχι πανηγυρική εισαγωγή στον επόμενο καιρό (μήνα, χρόνο, εποχή). Καθώς η μετάβαση χρειάζεται τις θυσίες της και την αφοσίωσή της. Χρειάζεται πεποιθήσεις και εμμονικούς υπερασπιστές (που αραιώνουν τις εμμονές τους με δόσεις αυτογνωσίας και επίγνωσης των αδιεξόδων, όχι φανατικοί και αλόγιστοι). Καθώς τις εποχές της νηνεμίας, όπου απλώνει ο χρόνος και γίνεται πιο ανεκτικός, προλαβαίνεις να τον σκεφτείς και να σκεφτείς (κι ίσως αυτό να είναι και το μαρτύριο), να μελετήσεις, να σχεδιάζεις και να αλλάζεις τα σχέδια, να ξαναοργανώνεις τις προσδοκίες, να επανεκκινείς για περιπέτειες που είναι φαντασίες αλλά μπορεί και να γίνουν πράξη, να προλαβαίνεις να δοκιμάσεις τα κότσια σου και να προλαβαίνεις να αλλάξεις, να επιβεβαιώνεσαι και να διαψεύδεσαι χωρίς να τρέμει ο κόσμος (και ο κόσμος σου) από αυτά, προετοιμάζοντας τον καιρό που θα τρέμει ο κόσμος σου (και ο κόσμος).

 

Γιατί αυτό που θα γίνει έχει σαν προϋπόθεση αυτό που γίνεται. Το παρόν, αυτή η άχαρη εποχή της μετάβασης, είναι η προετοιμασία της επόμενης συγκυρίας, μια προγύμναση, ένας Σεπτέμβρης αισθημάτων, γνώσης, επανακαθορισμού, μια επανεκκίνηση για να βγάλουμε πέρα τους χειμώνες μας και να βγούμε επί τέλους σε ένα καλοκαίρι που δεν θα αμφισβητείται. Γιατί και πάλι, όπως κάθε φορά, το ζήτημα είναι τώρα τι λες, όπως ζητούσε  από παλιά ο ποιητής.

 

Οπότε ανοίγουμε αυλαία. Έτσι κι αλλιώς το έχουμε πάρει απόφαση πως βρισκόμαστε σε μεταβατικό καιρό. Δεν φτάνουν οι θελήσεις να τον αλλάξουν, αλλά οι θελήσεις χρειάζονται για ν’ αλλάξει. Συνεπώς τα σχέδια πάλι. Τους χάρτες, τα διαγράμματα, τα ποσοστά κέρδους και τα ποσοστά λύπης, τα αιτήματα και τις ανάσες, τις ταινίες και τις υποσχέσεις μας…

kommon.gr/