Το «ανεγκέφαλο» παιδαγωγικό μας σύστημα

Το «ανεγκέφαλο» παιδαγωγικό μας σύστημα

Την ερχόμενη Τετάρτη (11-09), θα σημάνει το πρώτο κουδούνι για την έναρξη του νέου σχολικού έτους για χιλιάδες ελληνόπουλα. Τα παιδαγωγικά αδιέξοδα και τα απογοητευτικά αποτελέσματα της μαζικής εκπαιδευτικής πολιτικής είναι σε όλους ορατά. Αυτό που συνήθως παραβλέπουμε είναι ότι η αποτυχία των κυρίαρχων παιδαγωγικών συστημάτων οφείλεται πρωτίστως στην άγνοια ή στη συστηματική υποτίμηση των νευροβιολογικών προϋποθέσεων της μαθησιακής λειτουργίας. Και μάλιστα, στην πιο αποφασιστική ηλικία για την ανάπτυξη των νοητικών ικανοτήτων των μαθητών.

Σπύρος Μανουσέλης

Το ζητούμενο και το όνειρο κάθε αποτελεσματικού εκπαιδευτικού συστήματος είναι να παρέχει σε κάθε μαθητή όχι μόνο ίσες ευκαιρίες αλλά και τα κατάλληλα εφόδια, ώστε να συμμετέχει ενεργά στη μαθησιακή διαδικασία: να του προσφέρει δηλαδή τα κατάλληλα γνωστικά εργαλεία που θα ταιριάζουν τόσο στις ιδιαίτερες εγκεφαλικές του δομές όσο και στη δεδομένη φάση της νοητικής ανάπτυξής του.

Η μεγαλύτερη δυσκολία για την επίτευξη αυτού του στόχου είναι να βρεθεί μια κοινά αποδεκτή και ταυτόχρονα ευέλικτη εκπαιδευτική διαδικασία, ικανή να αξιοποιεί πλήρως τις ιδιαίτερες μαθησιακές δυνατότητες του μαθητή, επιτρέποντάς του ταυτόχρονα να πειραματιστεί ο ίδιος προσωπικά με τις γνώσεις που αφομοιώνει. Γι’ αυτό θεωρείται πλέον επιτακτική ανάγκη οι νέοι εκπαιδευτικοί να εξοικειωθούν με τα δεδομένα των Νευροεπιστημών, επειδή τους παρέχουν νέες και πολύτιμες πληροφορίες σχετικά με τις δυνατότητες και τις δυσκολίες κάθε μαθησιακής διαδικασίας.

Βασιζόμενοι, μάλιστα, σε αυτές τις πρόσφατες επιστημονικές κατακτήσεις, μπορούν, στο άμεσο μέλλον, να διαμορφώσουν κάποιες πολύ πιο αποτελεσματικές και λιγότερο ψυχοφθόρες (νευρο-)παιδαγωγικές στρατηγικές.

Για την ανάγκη ένταξης και τα όρια των νευροβιολογικών προσεγγίσεων στην εκπαίδευση

Τις δύο τελευταίες δεκαετίες βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη μια μεγάλη γνωσιακή επανάσταση και την πραγματοποιούν οι επιστήμες που, με νέες μεθόδους, επιχειρούν να αποκρυπτογραφήσουν τα μυστικά της δομής και της λειτουργίας του πολυπλοκότερου οργάνου του σώματός μας, του ανθρώπινου εγκεφάλου, και του πώς αυτό καταφέρνει να παράγει τον ανθρώπινο νου.

Από δυσεπίλυτο φιλοσοφικό πρόβλημα ή και θεολογικό μυστήριο, ο ανθρώπινος νους έχει μετατραπεί σταδιακά σε πρώτης τάξεως επιστημονικό πρόβλημα, η διερεύνηση του οποίου προϋποθέτει την κατανόηση του εγκεφάλου, της βιολογικής μηχανής που γεννά τις νοητικές λειτουργίες. Υπό αυτή την έννοια, οι Νευροεπιστήμες αποτελούν ήδη τη νέα «Μεγάλη Επιστήμη» (Big Science), κοινωνιολογικός όρος που περιγράφει κάθε παραγωγικότατο και πολλά υποσχόμενο (κυρίως για τις εφαρμογές του) επιστημονικό πεδίο έρευνας, το οποίο προσελκύει πολλούς ερευνητές και πολλά χρήματα, τόσο από δημόσιους-κρατικούς φορείς όσο και από ιδιωτικά οικονομικά κέντρα.

Δυστυχώς, όμως, κάθε πραγματικά μεγάλη επιστημονική καινοτομία συνοδεύεται συνήθως και από εξίσου μεγάλες γνωσιακές παρανοήσεις και κοινωνικές διαστρεβλώσεις. Και οι Νευροεπιστήμες, όπως θα δούμε, δεν αποτελούν εξαίρεση.

Αμφισβητώντας εδραιωμένες παιδαγωγικές προκαταλήψεις

Οι άνθρωποι δεν δημιουργήθηκαν από την εξέλιξη για να διαβάζουν βιβλία, να πηγαίνουν σε σχολεία ή για να καλλιεργούν το πνεύμα τους με τις τέχνες και τα γράμματα, αλλά ως ένα αξιοπερίεργο βιολογικό είδος που για να επιβιώσει απέκτησε σταδιακά έναν εξαιρετικά εύπλαστο εγκέφαλο, ικανό για επινοεί καινοφανείς συμπεριφορές και μοναδικά νοητικά επιτεύγματα.

Το μυστικό της επιτυχίας του είδους μας είναι ότι κάθε φορά που μαθαίνει ή επινοεί κάτι καινούργιο ο εγκέφαλός μας αναδιοργανώνεται: μπορεί δηλαδή να δημιουργεί νέες νευρωνικές συνάψεις ή να ενδυναμώνει προϋπάρχοντα εγκεφαλικά κυκλώματα.

Πράγματι, πλήθος ερευνών έχουν αποκαλύψει αρκετές από τις ανατομικές μικροδομές και τα επιμέρους νευρωνικά κυκλώματα που ενεργοποιούνται σε κάθε μαθησιακή διεργασία, η οποία, ως απάντηση στις νέες γνώσεις που προσλαμβάνει, όντως ανασχεδιάζει τη συνδεσμολογία των εγκεφαλικών κυκλωμάτων. Διόλου περίεργο λοιπόν ότι, την τελευταία δεκαετία, πρωτοπόροι εκπαιδευτικοί επιχείρησαν να «μεταφράσουν» αυτές τις κατακτήσεις των επιστημών του εγκεφάλου και του νου σε νέες παιδαγωγικές στρατηγικές ή μεθόδους διδασκαλίας, οι οποίες ενδέχεται να οδηγήσουν σε πολύ πιο αποτελεσματικά εκπαιδευτικά συστήματα.

Σήμερα, όλο και περισσότεροι εκπαιδευτικοί, από όλες τις βαθμίδες, έχοντας πεισθεί ότι μόνο η κατανόηση της εγκεφαλικής μηχανής μπορεί να τους προσφέρει «λύσεις» στα παμπάλαια γνωσιακά προβλήματα που αντιμετωπίζουν, επιχειρούν να εντάξουν στις καθημερινές διδακτικές πρακτικές τους τις πιο πρόσφατες ανακαλύψεις σχετικά με τις βασικές εγκεφαλικές μας λειτουργίες: από την επεξεργασία της μνήμης και τα διαφορετικά στάδια της μάθησης μέχρι τους μηχανισμούς εστίασης της προσοχής σε ένα γνωστικό αντικείμενο.

Η εκμάθηση νέων γνώσεων είναι μια περίπλοκη νοητική-εγκεφαλική διεργασία μέσω της οποίας το γνωστικό υποκείμενο εκτίθεται, επεξεργάζεται, αφομοιώνει και εξωτερικεύει επιλεκτικά ορισμένες πληροφορίες σχετικά με το περιβάλλον και τον εαυτό του. Στο πλαίσιο ενός εκπαιδευτικού συστήματος –και υπάρχουν πολλά!– οι προεπιλεγμένες «γνώσεις» που πρέπει να αφομοιώσουν οι μαθητές αφορούν αφηρημένες θεωρητικές και πρακτικές πληροφορίες, αλλά και κυρίαρχα πρότυπα συμπεριφοράς που καθορίζονται όχι από κάποιες διαχρονικές αρχές, αλλά από τους ιστορικούς, κοινωνικούς, ηθικούς και βιολογικούς περιορισμούς της κοινότητας μέσα στην οποία (δια-)μορφώνονται τα νέα εκπαιδευτικά υποκείμενα.

Υπό αυτή την έννοια, η «εκπαίδευση» ισοδυναμεί με την απόκτηση νέων εμπειριών (υπο τη μορφή προεπιλεγμένων γνωστικών πρακτικών), οι οποίες, όταν αποτυπώνονται εγκεφαλικά, είναι σε θέση να τροποποιούν μόνιμα τη συμπεριφορά και τις γνωσιακές ικανότητες του εκπαιδευόμενου.

Ωστόσο, όπως διαπιστώνουν καθημερινά όλοι οι εκπαιδευτικοί, αυτό το αφηρημένο μαθησιακό σχήμα δεν είναι ποτέ τόσο γραμμικό, δεδομένου ότι στην πράξη επηρεάζεται από πλήθος παραγόντων: νοητικές και ψυχολογικές ιδιαιτερότητες των μαθητών και των δασκάλων, από το έντονο άγχος λόγω οικογενειακών και κοινωνικών πιέσεων, από την ευρύτερη απαξίωση της παιδείας κ.ο.κ. Παράγοντες που, από κοινού, επηρεάζουν σημαντικά τις μαθησιακές και διδακτικές ικανότητες των ανθρώπων.

Αυτή η βαθύτατη εξάρτηση του ανθρώπινου οργανισμού από το κοινωνικό περιβάλλον του, και ειδικότερα η εξάρτηση της λειτουργίας του εγκεφάλου μας από το εσωτερικό και το εξωτερικό του περιβάλλον, έχει τεκμηριωθεί επαρκώς, κατά τα τέλη του περασμένου αιώνα, από τις πρωτοποριακές έρευνες του νομπελίστα Ερικ Καντέλ (E. R. Kandel) σχετικά με τους εγκεφαλικούς μηχανισμούς της μνήμης και του επίσης νομπελίστα Τζέραλντ Εντελμαν (G. Edelman) για τα κοινά βιολογικά χαρακτηριστικά του ανθρώπινου ανοσοποιητικού και εγκεφαλικού συστήματος.

Συνεπώς, η μέχρι πρόσφατα αμφισβητούμενη άποψη ότι η ιδιαίτερη βιολογία μας από κοινού με το ιδιαίτερο περιβάλλον μας συνδιαμορφώνουν –ήδη από τη γέννησή μας– τις ιδιαίτερες νοητικές-μαθησιακές μας ικανότητες πρέπει να θεωρείται πλέον επιστημονικά επιβεβαιωμένη.

Η νευρο-παιδαγωγική προσέγγιση της μάθησης

Τι συμβαίνει όμως, όταν απουσιάζουν οι εξωγενείς παράγοντες και οι απαραίτητες μαθησιακές εμπειρίες που πυροδοτούν τη φυσιολογική ανάπτυξη των νοητικών μας ικανοτήτων; Οταν, π.χ., ένα εντελώς ακατάλληλο ή σκοπίμως φτωχό σε γνωστικά ερεθίσματα εκπαιδευτικό σύστημα στερεί από τους μαθητές τη δυνατότητα να εκδηλώνουν ελεύθερα και να αξιοποιούν –σύμφωνα με τις ιδιαίτερες εγκεφαλικές δυνατότητές και τις ανάγκες τους– τις νοητικές τους ικανότητες; Τότε, κατά κανόνα αυτή η ετερόνομη, υποβαθμισμένη και απρόσωπη εκπαιδευτική πολιτική θα παράγει κυρίως ετερόνομα, απρόσωπα και αντιδημιουργικά –για τα ίδια και την κοινωνία– γνωστικά υποκείμενα.

Η βασική προϋπόθεση για την επιτυχία ενός εκπαιδευτικού συστήματος είναι το να προσφέρει στους μαθητές εκείνες τις γνωσιακές-μαθησιακές εμπειρίες που αποδεδειγμένα μπορούν να συμβάλλουν στην αύξηση της προσαρμοστικής τους ικανότητας στο ιδιαίτερο περιβάλλον τους. Εξάλλου, οι μοναδικές νοητικές και γνωστικές ικανότητες του ανθρώπινου εγκεφάλου επιλέχθηκαν και ενισχύθηκαν κατά τη βιολογική μας εξέλιξη από τη φυσική επιλογή επειδή ακριβώς επιτελούσαν αυτή τη θεμελιώδη προσαρμοστική λειτουργία!

Δικαίως, λοιπόν, όλο και περισσότεροι νευροεπιστήμονες και γνωσιακοί ψυχολόγοι θεωρούν ως επιστημονικά αυθαίρετες ή και εσφαλμένες πολλές βαθύτατα ριζωμένες παιδαγωγικές αντιλήψεις της εποχής μας. Και επιμένουν ότι είναι όχι μόνο ιστορικά αλλά και επιστημονικά επιβεβλημένη η ριζική αναθεώρηση του «ανεγκέφαλου» εκπαιδευτικού συστήματος που επικρατεί μέχρι σήμερα.

Χωρίς να παραβλέπει ή να υποβαθμίζει τους κοινωνικούς και πολιτισμικούς παράγοντες που επηρεάζουν αποφασιστικά τη νοητική μας ανάπτυξη (κυρίως κατά την παιδική και εφηβική ηλικία), αυτή η νέα προσέγγιση της «νευρο-παιδαγωγικής» θέλει να επενδύσει και να εκμεταλλευτεί στο έπακρο την εγγενή ικανότητα του ανθρώπινου εγκεφάλου να αλλάζει την εσωτερική αρχιτεκτονική και τη λειτουργία του, δημιουργώντας νέες συνάψεις μεταξύ των νευρώνων που τον συγκροτούν, όταν βρεθεί σε ένα περιβάλλον πλούσιο σε εμπειρίες και νοητικά ερεθίσματα.

Για να το πετύχει όμως αυτό, η νευρο-παιδαγωγική ή νευρο-διδακτική δεν πρέπει να στοχεύει στην επίτευξη κάποιων πρόσκαιρων, αυστηρά προδιαγεγραμμένων και άρα κοντόφθαλμων εκπαιδευτικών στόχων αλλά, αντίθετα, στην υλοποίηση –πάντα μέσα στο κατάλληλο εκπαιδευτικό περιβάλλον– των πραγματικών μαθησιακών δυνατοτήτων και νοητικών αναγκών των μαθητών.

Κι αυτό γιατί, όπως πολύ καλά γνωρίζει κάθε εκπαιδευτικός και κάθε μαθητής, είναι όχι μόνο αναποτελεσματικό αλλά και πρακτικά ανέφικτο να συνεχίζουμε να υποβάλλουμε τους μαθητές σε εντατικά εκπαιδευτικά προγράμματα που υπερβαίνουν τις μαθησιακές τους δυνατότητες, επειδή παραβιάζουν κατάφωρα βασικές λειτουργίες του εγκεφάλου τους.

Ο αντίλογος στα νευρο-παιδαγωγικά μυθεύματα της εποχής μας

Μολονότι κανείς δεν αμφισβητεί πλέον τον καθοριστικό ρόλο του ανθρώπινου εγκεφάλου στη γέννηση όλων των νοητικών μας λειτουργιών και την αποφασιστική σημασία της εκπαίδευσης για τη φυσιολογική ανάπτυξη ή την καταστροφή των νοητικών μας ικανοτήτων, ολοένα και περισσότεροι ειδικοί αμφισβητούν την αποκλειστικά εγκεφαλοκεντρική προσέγγιση της παιδείας συνολικά, που προβάλλεται συχνά από τα ΜΜΕ με τη βοήθεια ορισμένων ακραίων «νευρο-παιδαγωγών».

Πράγματι, ένας μεγάλος αριθμός μελετών που δημοσιεύονται σε εγκυρότατα διεθνή επιστημονικά περιοδικά, όπως π.χ. το «Journal of Cognitive Neuroscience» και το «Cognition», αναδεικνύουν επαρκώς –και κυρίως πειραματικά– την ακαταμάχητη γοητεία που ασκούν οι κατακτήσεις των Νευροεπιστημών σχετικά με τις λειτουργίες του ανθρώπινου εγκεφάλου.

Η υποβλητική δύναμη αυτών των κατακτήσεων είναι τέτοια, ώστε αρκεί να διανθιστούν με εικόνες των εγκεφαλικών μικροδομών ή με επιστημονικοφανή νευροεπιστημονική ορολογία οι φιλόδοξες «νευρο-παιδαγωγικές» προτάσεις για να παρακαμφθούν οι εγγενείς δυσκολίες ή οι ορθολογικές αντιρρήσεις και να γίνουν άκριτα αποδεκτές από το ευρύ κοινό.

Στις μέρες μας, φαίνεται πως αρκεί το πρόθεμα «νευρο-» σε μια επιστημονική θεωρία ή σε ένα νέο πεδίο έρευνας (π.χ. «νευρο-οικονομία», «νευρο-φιλοσοφία», «νευρο-ηθική» κ.ά.) για να αποκτήσει –τουλάχιστον για τους μη ειδικούς– επιπρόσθετη γνωστική αξία. Εύκολα εξηγείται, λοιπόν, η πειστικότητα και η γοητεία που ασκούν οι τολμηρές, άλλα πρόωρες και συχνά ανεπαρκώς θεμελιωμένες, νευρο-παιδαγωγικές «λύσεις» στα σοβαρά εκπαιδευτικά μας προβλήματα. Νέες παιδαγωγικές «λύσεις», που θεωρούν αφελώς ότι μια εγκεφαλική εξήγηση των εκπαιδευτικών και μαθησιακών μας προβλημάτων είναι –αυτομάτως και ως εκ θαύματος– επαρκής για την υπέρβασή τους.

Αξίζει, ωστόσο, να σημειωθεί ότι αυτές οι πολύ εύλογες και καθ’ όλα νόμιμες αντιρρήσεις στις καταχρηστικές ερμηνείες και στα δημοσιογραφικά μυθεύματα που προκύπτουν από τις σοβαρές νευρο-παιδαγωγικές έρευνες δεν αμφισβητούν καθόλου τη συμβολή των Νευροεπιστημών στην κατανόηση των νοητικών φαινομένων ούτε και την τεράστια σημασία αυτών των γνώσεων για τη διαμόρφωση των μελλοντικών εκπαιδευτικών πολιτικών μας.

Δεδομένης μάλιστα της εξαιρετικής γοητείας που ασκεί η έρευνα του εγκεφάλου στο ευρύ κοινό, πρέπει κανείς να είναι ιδιαίτερα επιφυλακτικός απέναντι στις αυτόματες κοινωνικές εφαρμογές των πιο πρόσφατων νευροεπιστημονικών κατακτήσεων. Πριν σπεύσουμε λοιπόν να εφαρμόσουμε στα αυριανά σχολικά μας προγράμματα τις πιο πρόσφατες κατακτήσεις των Νευροεπιστημών, οφείλουμε να διερωτηθούμε αν όντως οι Νευροεπιστήμες και οι Παιδαγωγικές Επιστήμες διαθέτουν μία κοινή ή, έστω, αμοιβαία μεταφράσιμη «γλώσσα» και αν, επομένως, μιλάνε για τα… ίδια ακριβώς φαινόμενα.

http://sioualtec.blogspot.com