Κινηματογραφικές εικόνες, του Θανάση Σκαμνάκη

Κινηματογραφικές εικόνες, του Θανάση Σκαμνάκη

Να μιλήσουμε για τον κινηματογράφο, κάτι σαν απολογισμό της καλοκαιρινής σεζόν και κάτι σαν αξιολόγηση της περιόδου.
Τα τελευταία λίγα χρόνια καθιερώθηκε η πολύ καλή συνήθεια να προβάλλονται, εκτός από τις ταινίες πρώτης προβολής και κάποιες παλιές, συχνά σε ανανεωμένες κόπιες.

Θα περιγράψω τις εντυπώσεις μου. Είδα πολλές, ίσως τις πιο σημαντικές, από τις ταινίες πρόσφατης παραγωγής, 2018, 2019. Είδα και πέντε παλιές: Μπέργκμαν, Τριφό, Φάμπρι, Γουάιλντερ.

 

Η σύγκριση είναι συντριπτική. Φυσικά, οι παλιές ταινίες είναι μια επιλογή αριστουργημάτων, ένα καταστάλαγμα πολλών χρόνων και πολλών ταινιών. Αλλά δεν είναι αυτό το κύριο. Το κύριο είναι οπτική τους. Ο τρόπος που βλέπουν και αντιμετωπίζουν τον κόσμο.

 

Διασκέδασα αρκετά με τις ταινίες της πρόσφατης παραγωγής. Κράτησα ελάχιστες στη μνήμη μου κι ακόμα λιγότερες στο μέσα μέρος του μυαλού μου. Μερικές έξυπνες ιδέες. Όπως στο Yesterday, όπου οι άνθρωποι έχουν ξεχάσει τους Μπιτλς, δεν ξέρουν κάν πως υπήρξαν, καθώς δεν τους μνημονεύει το διαδίκτυο, και κάποιος μουσικός κάνει ιλιγγιώδη καριέρα με τα τραγούδια τους (κι όπου δυό παλιοί που θυμούνται, δυό σε ολόκληρο πλανήτη, συναντούν τον μουσικό για να τον ευχαριστήσουν που διέσωσε τη μνήμη των τραγουδιών, καθώς αυτό προέχει των πνευματικών δικαιωμάτων και των νομικών κόλπων). Αλλά μόνο αυτό. Ο κόσμος γύρω άλλος, ανύπαρκτος. Μια μικρή ερωτική περιπλοκή, μια εικόνα πλήθους να παραληρεί στα τραγούδια και πέραν τούτου ουδέν.

Μια καλύτερη προσπάθεια να μπει σε ενα βαθύτερο επίπεδο σχέσεων κάνει η ταινία “Ποια νομίζεις ότι είμαι;”, όπου η 50χρονη Κλερ (Ζιλιέτ Μπινός) αναπτύσσει ερωτική σχέση με έναν νεαρό μέσω διαδικτύου, φτιάχνοντας ένα προφίλ νεαρής. Και μπλέκει στο αδιέξοδο καθώς, έχοντας βυθιστεί στο ψέμα, δεν μπορεί να ανταποκριθεί στον ερωτικό πόθο του νεαρού άντρα, αν τον συναντήσει θα αποκαλυφθεί το ψέμμα. Κι εκεί που λες πως κάτι πάει να πει, ο σκηνοθέτης ψάχνει να βρει το θρίλερ και χάνει την ουσία που ο ίδιος δημιούργησε.

 

Είναι και κάποιες που δεν είδα κι ίσως εκεί κάτι άλλο να υπάρχει, αν και δεν διάβασα, δεν άκουσα κάτι διαφορετικό.

 

Τα πακέτα της σεζόν, ένας Γούντι Άλεν χαριτωμένος, ευφυολόγος αλλά άχρωμος κι ένας Ταραντίνο με πολύ διαφήμιση και λίγη ουσία, μην πω και μηχανιστικός, παρ’ ό,τι διεκδίκησε να κάνει το παραπάνω, όπως δείχνει και το προβαλλόμενο προφίλ του, δεν ξέφυγαν από τη γενική ατμόσφαιρα.

 

Συμπέρασμα: ο κατακερματισμένος, μεταμοντέρνος, κόσμος μας δεν ενδείκνυται για μεγάλες καλλιτεχνικές αφηγήσεις. Ίσως είναι κι αυτός ένας τρόπος για να ερμηνεύσεις την καλλιτεχνική δυσπραγία (και παρακμή) του καιρού μας. Τα πάντα είναι εντύπωση. Κομμάτια, αποσπάσματα του κόσμου, που δεν ενοποιούνται, δεν διεκδικούν αλληλουχία, αλληλεξάρτηση, απάντηση, λύσεις, βαθύτερη αλήθεια, που δένει το χρόνο και το χώρο.

 

Κι αν, εν τω μεταξύ, κάποια ταινία κάνει μια σχετική προσπάθεια, πάει κάτι να πει, αμέσως οι κριτικοί, σχεδόν(;) συντονισμένοι, ανεβάζουν τη φωνή: γίνεται σχηματική, τα στοιχεία είναι ξένα, χαλάνε το ρυθμό της ταινίας, αδυνατίζουν την αφήγηση του συμβάντος κ.ο.κ.

Το κριτήριο είναι να μην υπάρχει ιδεολογία, όπως έγραφε κριτικός λογοτεχνίας σχολιάζοντας ένα μυθιστόρημα του ΜακΓιούαν πριν κάποια χρόνια, εννοώντας να μην υπάρχει σχέση με τα γεγονότα, με την κοινωνία, με τη ζωή, με κάποιες συνολικές και καθολικές ιδέες για τον κόσμο. Το μικρό είναι ωραίο! Το απόσπασμα είναι αληθινό! Το μόνο αληθινό είναι η ματιά σου! Η μόνη πραγματικότητα εκείνη που βιώνεις! Κάθε τι είναι όπως το πάρεις!

 

Από την άλλη μεριά, οι παλιότερες ταινίες, αυτές που είδα κι αυτές που ξέρω, ακόμα κι αν δεν είναι καλές, ή δεν είναι της πρώτης κατηγορίας, έχουν μια άλλη οπτική. Διεκδικούν ερμηνείες και τοποθετήσεις του όλου κόσμου.

 

Ακόμα και ο “Μάρτυρας κατηγορίας” του Μπίλι Γουάλιντερ, δικαστικό θρίλερ γύρω από μια δολοφονία, κινείται σε έναν πραγματικό κόσμο που έχει όλα τα χαρακτηριστικά μιας ολότητας, ενός ιστορικά καθορισμένου ανθρώπινου σύμπαντος, του οποίου το συμβάν είναι μέρος, όχι απόσπασμα και αποκομμένη εικόνα.

 

Έτσι η “Φθινοπωρινή σονάτα” του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν παραμένει, περίπου σαράντα χρόνια μετά, εντελώς σύγχρονη, καθολική και συναρπαστική (και με χαρά μου είδα τον κινηματογράφο γεμάτον, κατά πλειοψηφία από νέους ανθρώπους).

Και είτε γιατί μεγάλωσα και κάτι έμαθα, είτε γιατί η άγονη πλήξη του κινηματογράφου με φέρνει να θαυμάζω ό,τι άλλοτε προσπερνούσα, θαύμασα σε δυο ταινίες τον Τριφό, που στα νεώτερα μου δεν έδινα ιδιαίτερη σημασία. Γιατί κι εκεί, τα αποσπάσματα, οι νεανικές αναζητήσεις, οι τρέλλες που ήταν τότε τρέλλες και τώρα μπορεί να φαίνονται κανονικότητα, ή να μην κάνουν καμιά εντύπωση, προσπαθούν να ορίσουν τις ανθρώπινες σχέσεις σε έναν ρευστό κόσμο που βιώνει την ολότητά του και ψάχνει να δει που θα σταθεί.

 

Εκεί λοιπόν το “νόημα προχωρά και μετά την παύση του ήχου”, όπως έγραφε η Βιρτζίνια Γουλφ, ενώ σε εκείνες τις ταινίες της φετινής παραγωγής, μετά τον ήχο (και την εικόνα) δεν εκπέμπεται νόημα.

 

Τόσο πολύ που αναρωτιέμαι, εν τέλει, τι είναι παλιό, τι είναι νέο; Προσδιορίζεται απλώς από την ημερομηνία παραγωγής;

 

Φυσικά, δεν θέλω να καταλήξω σε επικίνδυνα συμπεράσματα. Πως ό,τι είναι καινούργιο είναι άχρηστο και τα μόνα καλά είναι τα παλιά, όχι μόνο γιατί υπάρχει στα παλιά τεράστιος όγκος  σάπιου κρέατος, αλλά και γιατί υπάρχουν καινούργια, που έστω και το απόσπασμά τους λάμπει ή και κάποια που ξεφεύγουν από το θρυμματισμένο μεταμοντέρνο πρότυπο.

Περιγράφω μόνο τις τάσεις και προσπαθώ να βρω κάποιες εξηγήσεις.

.kommon.gr/