Η κανονικότητα και η βία της βιοεξουσίας

Η κανονικότητα και η βία της βιοεξουσίας

  • |

Ο λόγος περί «κανονικότητας» έχει κυριαρχήσει τελευταία στην πολιτική ρητορική, χωρίς κανείς να ορίζει τι είναι και μέσα από ποιους μηχανισμούς και θεσμούς αυτή παράγεται και αναπαράγεται, ποια η σχέση της με την βιοεξουσία και την βιοπολιτική.

Τα στρώματα νοημάτων και κρίσεων που εμπεριέχονται μέσα σε μία ερώτηση περί κανονικότητας και οι συνειρμοί που προκαλούνται από την αντίθεση του όρου είναι: το παθολογικό: νοσηρό, αποκλίνον, επικίνδυνο.

Παναγιώτα Ψυχογιού

O  προβληματισμός γύρω από τις έννοιες του φυσιολογικού, του κανονικού, της συμμόρφωσης ή  της απόκλισης δείχνουν ότι, αφενός, το  υποκείμενο είναι το προϊόν εξουσίας που επιδρά πάνω του, αλλά, αφετέρου, η εξουσία αυτή μπορεί να δρα μόνο εάν τα υποκείμενα την ενσωματώνουν και την αναπαράγουν.Τέτοιου είδους ερωτήματα δείχνουν ότι  η ανθρώπινη επιθυμία βρίσκεται σε σταθερό διάλογο με την εξουσία αφού κάποιες φορές εκπορεύεται μέσα από τις κανονικότητες, που αφορούν τη σεξουαλικότητα, το φύλο, την κοινωνική και εθνολογική ταυτότητα, τον τρόπο διακυβέρνησης. Ο ίδιος ο καπιταλισμός  άλλωστε στηρίζει τη λειτουργία του στην απονέκρωση των πραγματικών μας επιθυμιών για χάρη της οποιασδήποτε μορφής παραγωγής – οικονομικής, κοινωνικής αλλά και σεξουαλικής.

Η επίκληση στην κανονικότητα λειτουργεί για την εγκαθίδρυση της ισχύος του κράτους μέσω των διακρίσεων, καθώς αποφασίζει ποιος ανήκει και ποιος δεν ανήκει σ’ αυτούς που έχουν το δικαίωμα να βρίσκονται εδώ, στη δύναμη, εν ολίγοις, να χορηγεί και να αφαιρεί ταυτότητες και να υποστηρίζει τρόπους διακυβέρνησης. Αυτή η δύναμη έχει το επακόλουθό της: την ισχύ να εξαναγκάζει τα άτομα να είναι αναγνωρίσιμα ανά πάσα στιγμή, να βρίσκονται εντός ενός πανοπτικού ορατού από το κράτος. Αποτελεί ένα σχόλιο στο περιεχόμενο που αποκτά η έννοια του πολιτικού, ως αρρενωπή κατασκευή με περιγεγραμμένα όρια, αδιαπέραστη από την αποσταθεροποίηση που προκαλεί η ζωντανή κοινωνική ζωή, βασισμένη σε σχέσεις συγγενικού τύπου που διαχωρίζουν “εμάς” από τους “άλλους” και εμποδίζουν τη δημιουργία θεσμών και κανόνων που ρυθμίζουν τις κοινωνικές σχέσεις με πολιτικούς όρους. Με αυτά τα δεδομένα, οι αποκλεισμοί είναι σύμφυτοι με την ίδια τη δομή του πολιτικού σώματος και ακυρώνει ή υπονομεύει ταξικές πολιτικές και κοινωνικές διεκδικήσεις.

Ποιος αποφασίζει τι είναι φυσιολογικό;

O λόγος περί φυσιολογικότητας, κανονικότητας και παρέκκλισης είναι ο κατά εποχή και περιοχή κυρίαρχος λόγος, δηλαδή ο λόγος των κυριάρχων. H διάκριση ανάμεσα στο δέον και το μη δέον, το επιτρεπόμενο και το μη επιτρεπόμενο, το υγιές και το μη υγιές είναι ισχυρότατο εργαλείο κοινωνικού ελέγχου: αντικατοπτρίζει, επεκτείνει και εξειδικεύει την εκάστοτε θεμελιώδη σχέση κυριαρχίας.

Eφόσον λοιπόν ο κυρίαρχος λόγος ορίζει κάθε φορά την έννοια του φυσιολογικού, τα όσα λέγονται για την ανεκτικότητα ­ ή και το γεγονός ότι η ανεκτικότητα αυτή ως κάποιο σημείο υφίσταται­ τις πιο πολλές φορές συσκοτίζουν την  ουσία που προσδιορίζεται από το τρίπτυχο: ταξικότητα – επιβολή/εξουσία – ιδεολογική κυριαρχία.

Η αρνητική πλευρά της κανονικότητας είναι η περιθωριοποίηση εκείνων που δεν ταιριάζουν με τον κανόνα.Το ερώτημα περί κανονικότητας χωρίζει το άτομο, σπάει τους δεσμούς του με τους άλλους, διασπά τη ζωή της κοινότητας, αναγκάζει το άτομο να επιστρέψει στον εαυτό του και τον συνδέει με την ταυτότητά του και τους τρόπους εξουσίας με έναν περιοριστικό τρόπο. Η απάντηση δείχνει ότι το ανθρώπινο υποκείμενο και οι τρόποι διακυβέρνησης τίθενται σε σχέσεις παραγωγής και σημασίας και εξίσου σε σχέσεις εξουσίας. Υποδεικνύει ότι η πολιτική είναι ένας τομέας στον οποίο πραγματοποιούνται σημασιολογικοί αγώνες που αποσκοπούν στην επιβολή συγκεκριμμένων οραμάτων στον κοινωνικό κόσμο. Συνδέεται με την βιοπολιτική που είναι ακριβώς αυτή η συμπλοκή της πολιτικής με τη διαχείριση της ζωής, η οποία στην αρχή φαίνεται απλή αλλά πάνω της στηρίζονται και τόσοι περιορισμοί, αποκλεισμοί, ρατσισμοί, περίπλοκες σημασιοδοτήσεις και σύνδρομα. Η κανονικότητα ως «εξομάλυνση»  αποκαλύπτει έννοιες που είναι πολλαπλές, ιστορικά μεταβαλλόμενες, αντιφατικές και επικίνδυνες.

Οι συντηρητικοί μιλούν για την «αντεπανάσταση της κανονικότητας». Ο όρος «εξομάλυνση» προσδιορίζει στα κείμενα του Foucault συνήθεις θεσμικές πρακτικές ταξινόμησης και χωροθέτησης, μαζί με συστηματικές κυρώσεις, έλεγχο των αποκλίσεων και εξημέρωση των «κανονικών» σωμάτων. Όλες αυτές οι πρακτικές προϋποθέτουν ένα ορθολογικά ρυθμιζόμενο, ταξινομικό πεδίο διαφοροποίησης, στο οποίο εντοπίζονται (ή μάλλον παράγονται ή «πειθαρχούν») τα «κανονικά υποκείμενα» και οι υγιείς πληθυσμοί. Με λίγα λόγια, η εννοιολογική επανάσταση που έλαβε χώρα μεταξύ του τέλους του δέκατου όγδοου αιώνα και το πρώτο μισό του δέκατου ένατου αιώνα συνίστατο στην σιωπηλή αντικατάσταση των εννοιών όπως «αμαρτία και η αρετή» με έννοιες όπως η «ομαλότητα και η απόκλιση». Οι «ισχυρότερες» σύγχρονες αποχρώσεις όπως η «πειθαρχία», η «καταπίεση», η «δύναμη» και η «διοικητική ταξινόμηση» εξετάζονται υπό το σημασιολογικό πεδίο των λέξεων «φυσιολογικό» και «κανονικό» ως καταπιεστικές και παραγωγικές τεχνολογίες εξομάλυνσης. Η «εξημέρωση» των σύγχρονων σωμάτων, η κατασκευή των ορίων της πολιτικής και των πληθυσμών υποκρύπτεται πίσω από τις εικόνες του φυσιολογικού και του φυσικού.

Το “Κανονικό” γίνεται το όνομα  για την εσωτερικοποιημένη, συνηθισμένη, αυτονόητη σύγχρονη τάξη, μια ονομασία που κρύβει τον πειθαρχικό και  εξουσιαστικό της χαρακτήρα. Με την ίδια εννοιολογική χειρονομία, η “κανονικότητα” καταδικάζει τους “άλλους” (αποκλίνοντες, οι μη φυσιολογικοί, εκείνοι που ξεπερνούν τα όρια της κανονικότητας) να σιωπήσουν, καθιστώντας τους αντικειμενικά υποκείμενα θεμιτών διαδικασιών βιοπολιτικής και ομαλοποίησης. Η συζήτηση περί κανονικότητας αφορά την “κανονική” (με άλλα λόγια, “επιθυμητή”) λειτουργία θεσμών όπως το κράτος δικαίου, η κοινωνική τάξη, οι κοινωνικοί τομείς όπως η δικαστική εξουσία, η αστυνομία, η οικονομία, η τράπεζα, η βιομηχανία, η γεωργία, ο αθλητισμός , και ούτω καθεξής. Η επιστροφή στην κανονικότητα σήμερα σημαίνει την επιστροφή στο status quo ante.

Κανονικότητα και ουτοπία

Η “κανονικότητα” έχει αντικαταστήσει την ουτοπία.Η ιστορία των εννοιών όμως δεν μπορεί να αντικαταστήσει την ιστορία των πραγμάτων και των υλικών διαδικασιών – την κοινωνική ιστορία, με άλλα λόγια. Οι σημασίες βασικών εννοιών όπως η “κανονική” και η “κανονικότητα”είναι πολλαπλές, ιστορικά μεταβαλλόμενες, αντιφατικές, ακόμη και οξύμωρες. Υπό αυτούς τους όρους, το “Πατρίς-Θρησκεία-Οικογένεια”, υπό άλλες συνθήκες βεβαίως, ανασύρεται ξανά ως το ύστατο ανάχωμα απέναντι σε λογής «επιθέσεις» (Λάνθιμος στον Αστακό, Κυνόδοντας). Ο όρος κανονικότητα υποδεικνύει  ότι η βία δεν είναι απωθημένη. Βρίσκεται μάλλον κρυμμένη και ασκείται από ανθρώπους που δρουν συχνότερα στο σκοτάδι. Όμως, παραμένει δυνατή, γιατί παραμένει ανεκτή. Και πολλαπλασιάζεται, διότι παραμένει φυσικοποιημένη.  Συνδέεται κυρίως με την έννοια του τραύματος.

Ίσως ο στόχος σήμερα δεν είναι να ανακαλύψουμε τι είναι κανονικό αλλά να προωθήσουμε νέες μορφές υποκειμενικότητας και εξουσίας με την άρνηση αυτού του είδους της «κανονικότητας» που μας επιβλήθηκε για αρκετούς αιώνες, να απορρίψουμε εν τέλει την ηθική σημασία της κανονικότητας που γεννά την σύγκρουση.

Κρατήστε την εξουσία σας και αντισταθείτε στην τυποποίηση, γιατί δεν είμαστε περισσότερο από ένα ερωτηματικό.

http://artinews.gr/