Ανάλυση: Τι θέλει ο Ερντογάν και τι ο Τραμπ στη Ροζάβα;

Ανάλυση: Τι θέλει ο Ερντογάν και τι ο Τραμπ στη Ροζάβα;

Τι θέλει ο Ερντογάν;

Μετά από το «πράσινο φως» του Τραμπ, ο Ερντογάν δεν άργησε να ξεκινήσει την επίθεση για να δημιουργήσει αυτό που πρόσφατα αποκαλούσε τον «διάδρομο ειρήνης» του. Το σχέδιο αυτό, το οποίο παρουσίασε και στην πρόσφατη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών, περιλαμβάνει την εισβολή της Τουρκίας σε μια ευρεία λωρίδα 30 μίλια (ή δυνητικά 100 μίλια) της Βόρειας Συρίας, η οποία σήμερα κατοικείται από τους Κούρδους της Συρίας, την οποία η Τουρκία θα ελέγχει μέσω του πληρεξουσίου της που είναι οι δυνάμεις του λεγόμενου Εθνικού Στρατού της Συρίας: μια νέα στρατιωτική δύναμη που αποτελείται από ισλαμιστές μισθοφόρους, που ήταν παλαιότερα μέρος του λεγόμενου Ελεύθερου Συριακού Στρατού, τους αντάρτες εναντίον του Άσαντ και τζιχαντιστές από το Ισλαμικό Κράτος, που κατέφυγαν στην Τουρκία, ηττημένοι από τους Κούρδους κυρίως.

Στην πραγματικότητα, ο Ερντογάν προσπαθεί να ανασχεδιάσει το εθνοτικό προφίλ της περιοχής για να εγκαταστήσει εκεί ένα προτεκτοράτο με κυριαρχία του αραβικού στοιχείου, το οποίο υποτίθεται θα λειτουργήσει ως «καθοριστικός παράγοντας» κατά των Κούρδων. Αυτό θα του επέτρεπε επίσης να αποκτήσει περαιτέρω έλεγχο στην περιοχή, υποκινώντας εθνικές και εθνοτικές συγκρούσεις μεταξύ Αράβων και Κούρδων.

Όταν ήρθε στην εξουσία, ο Ερντογάν είδε θετικά τους Κούρδους ως συμμάχους του απέναντι στην παραδοσιακή τουρκική Κεμαλιστική αστική τάξη. Επέκρινε την εθνική καταπίεση των Κούρδων και άνοιξε συνομιλίες με τον ηγέτη του Κουρδικού Εργατικού Κόμματος (PKK) Αμπντουλάχ Οτσαλάν. Αλλά αυτό άλλαξε γρήγορα καθώς το συνδεδεμένο με το ΡΚΚ Λαϊκό Δημοκρατικό Κόμμα εισήλθε στο κοινοβούλιο με 13,1 τοις εκατό των ψήφων το 2015, ενισχύοντας έτσι την ταξική πάλη και το αντί-Ερντογάν κλίμα στην Τουρκία.

Την ίδια στιγμή, το αδελφό κόμμα του PKK, το PYD (και ο στρατιωτικός του βραχίονας, το YPG) στη Συρία δημιούργησαν αυτό που είναι γνωστό ως Rojava, στο κενό που έμεινε στη Βόρεια Συρία, αφού ο Άσαντ αναγκάστηκε να αποχωρήσει από την περιοχή. Οι γενναίοι μαχητές του YPG, που αγωνίζονται για χειραφέτηση από την εθνική καταπίεση, για μια πατρίδα και με βάση τις αριστερές και σοσιαλιστικές ιδέες, έγιναν γρήγορα οι πιο αποτελεσματικοί μαχητές εναντίον του Ισλαμικού Κράτους και των τζιχαντιστών στη Συρία. Αυτό ήταν άμεσο πλήγμα εναντίον του Ερντογάν, ο οποίος εξόπλιζε και στήριζε τους τζιχαντιστές του Ισλαμικού Κράτους, ετοιμάζοντας το έδαφος για την υλοποίηση των δικών του ιμπεριαλιστικών φιλοδοξιών στη Συρία. Ταυτόχρονα, η ανεξαρτησία των Κούρδων στην Rojava έγινε ισχυρή αναφορά και παράδειγμα για τους Κούρδους στο εσωτερικό της Τουρκίας. Έτσι, η άνοδος του κουρδικού απελευθερωτικού κινήματος έγινε υπαρκτή απειλή για τον Ερντογάν σε όλα τα επίπεδα. Εν τω μεταξύ, καθώς η τουρκική οικονομία εισήλθε σε ύφεση και η ακτινοβολία του Ερντογάν άρχισε να εξασθενεί(η απώλεια της πόλης της Κωνσταντινούπολης της δημοτικές εκλογές είναι ενδεικτική), ο πρόεδρος της Τουρκίας επιλέγει όλο και περισσότερο τον εθνικισμό και τα ξενοφοβικά συναισθήματα για να διατηρηθεί στην εξουσία. Αυτή είναι η βάση της εχθρότητας του Ερντογάν απέναντι στους Κούρδους και η αποφασιστικότητά του να εξαλείψει την αυτόνομη περιοχή τους στη Βόρεια Συρία.

Η τουρκική οικονομία βρίσκεται υπό σοβαρή πίεση και ο Ερντογάν χάνει πολύ γρήγορα έδαφος καθώς ο ταξικός αγώνας εντείνεται. Σε αυτό το πλαίσιο, το ζήτημα των συριακών προσφύγων έχει γίνει ένα καυτό θέμα στην Τουρκία, όπου οι εργοδότες χρησιμοποιούν συχνά τους απελπισμένους Σύριους με μεροκάματα πείνας, ρίχνοντας ακόμη περισσότερο τους ήδη πενιχρούς μισθούς των Τούρκων εργαζομένων. Αυτή η πρακτική έχει χρησιμοποιηθεί από την τουρκική αντιπολίτευση για να σφυρηλατήσει την ξενοφοβία και το μίσος εναντίον των Συρίων. Πολλοί είναι θυμωμένοι που ο Ερντογάν ξοδεύει δισεκατομμύρια για την εισβολή στη Συρία, ενώ το επίπεδο διαβίωσης μειώνεται σημαντικά στην Τουρκία. Με την επιστροφή των Σύριων προσφύγων στις κουρδικές περιοχές, ο Ερντογάν θεωρεί ότι έτσι μπορεί ταυτόχρονα να λύσει το οικονομικό πρόβλημα της φροντίδας τους, να αποστομώσει τους επικριτές του στην Τουρκία, και να κερδίσει μια σημαντική στρατιωτική νίκη σε μια ιμπεριαλιστική περιπέτεια, η οποία μέχρι στιγμής έχει οδηγήσει μόνο σε αποτυχίες και ταπείνωση. Εάν κατορθώσει να διατηρήσει ένα προτεκτοράτο στη Βόρεια Συρία, μπορεί να το χρησιμοποιήσει για να ενισχύσει τον εθνικισμό και να συσπειρώσει τα πιο αντιδραστικά στρώματα γύρω από τα νεο-οθωμανικά σχέδιά του,  που «βλέπουν» και στο Αιγαίο και την Κύπρο. Στην πραγματικότητα, ωστόσο, αυτό που αποκαλύπτει δεν είναι η δύναμη του Ερντογάν, αλλά η διαδικασία της αποδυνάμωσής του, την οποία είδαμε τα τελευταία χρόνια. Απελπισμένος να προωθήσει τη θέση του, αναγκάζεται να αναλάβει κινδύνους, οι οποίοι μπορούν εύκολα να αντιστραφούν, όπως και όλες οι φιλοδοξίες του να παρέμβει στην περιοχή έχουν αποτύχει.

Η κρίση της πολιτικής των ΗΠΑ

Μετά τη δήλωσή του για την απόσυρση στρατιωτικών δυνάμεων των ΗΠΑ από τη Συρία, ο Τραμπ πέρασε μια σειρά αντιφατικών μηνυμάτων και δηλώσεων. Αρχικά, υπερασπίστηκε την απόφασή του αναφέροντας ότι η Τουρκία είναι σημαντικός εμπορικός εταίρος και μέλος του ΝΑΤΟ. Τότε είπε ότι θα συνεχίσει να υποστηρίζει τους Κούρδους και ότι «αν η Τουρκία κάνει κάτι που εγώ, με τη μεγάλη και ασύγκριτη σοφία μου, θεωρήσω ότι είναι εκτός ορίων, θα καταστρέψω εντελώς την οικονομία της Τουρκίας (το έχω κάνει πριν-στην περίπτωση του αμερικανού πάστορα που είχε φυλακίσει ο Ερντογάν). Στη συνέχεια, δήλωσε ότι η αμερικανική παρουσία στη Μέση Ανατολή ήταν το μεγαλύτερο λάθος στην ιστορία του αμερικανικού έθνους.

Φυσικά, αυτές οι μανιακές δηλώσεις λένε κάτι για την κατάσταση του νου του Ντόναλντ Τραμπ, αλλά αντανακλούν επίσης τις εσωτερικές διαιρέσεις και αντιθέσεις εντός της αμερικανικής άρχουσας τάξης των ΗΠΑ. Αυτές οι διαιρέσεις είχαν ήδη αποκαλυφθεί νωρίτερα, στον εμφύλιο πόλεμο της Συρίας, όπου, για παράδειγμα, η CIA υποστήριζε τους τζιχαντιστές του Ισλαμικού Κράτους και το αμερικανικό Πεντάγωνο τις κουρδικές δυνάμεις! Οι δύο πλευρές συγκρούστηκαν γύρω από τις πόλεις Azaz το 2016 και σε πολλές άλλες περιπτώσεις. Αλλά αυτή η σύγκρουση είχε. Στη συνέχεια έπρεπε να ληφθεί μια απόφαση: είτε οι ΗΠΑ θα εμπλακούν πιο ενεργά στη Συρία, δημιουργώντας τις συνθήκες μιας μεγαλύτερης διένεξης με την Τουρκία ή θα αποσυρθεί, με κόστος την ενίσχυσης της Ρωσίας και του Ιράν.

Ενώ ο Τραμπ δήλωσε ότι οι ΗΠΑ θα αποχωρούσαν από τη Συρία (αν και δεν έδωσε συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα για μια τέτοια απόσυρση), η  Washington Post  ανέφερε ότι «Στο παρασκήνιο, οι αξιωματούχοι του υπουργείου Άμυνας… έσπευσαν να καθησυχάσουν άλλους συμμάχους των ΗΠΑ που εμπλέκονται στη Συρία – κυρίως τη Γαλλία και τη Βρετανία – ότι μόνο μια πολύ μικρή δύναμη στρατευμάτων των ΗΠΑ θα μετακινηθούν και ότι η παρουσία και η αποστολή της συνολικής δύναμης περίπου 1.000 Αμερικανών στη βόρεια Συρία θα παραμείνουν αμετάβλητες». Το Πεντάγωνο, το οποίο θέλει να χρησιμοποιήσει τις κουρδικές δυνάμεις ως προπύργιο κατά της εξάπλωσης της ρωσικής και ιρανικής επιρροής, σαφώς σαμποτάρει επίσης την απόσυρση…

Επιπλέον, πολιτικοί και των δύο κομμάτων των ΗΠΑ έχουν ασκήσει κριτική εναντίον του Τραμπ στο Κογκρέσο. Ο δεξιός Ρεπουμπλικανός Lindsey Graham προσχώρησε στους Δημοκρατικούς για να πιέσει υπέρ ενός νομοσχεδίου που επιβάλει κυρώσεις στον στρατό της Τουρκίας και ακόμη και στον ίδιο τον Ερντογάν. Άλλα γεράκια, όπως ο Marco Rubio και ο Adam Kinzinger, επέκριναν έντονα την απόφαση του Τραμπ. Στο πλαίσιο μιας επικείμενης διαμαρτυρίας και των προεδρικών εκλογών του επόμενου έτους, η υποστήριξη αυτών των Ρεπουμπλικάνων είναι ζωτικής σημασίας για το Τραμπ. Κατά την άποψή τους, η απόσυρση από τη Συρία θα είναι παραδοχή της ήττας από τη Ρωσία και το Ιράν. Θα ήταν επίσης μια διεθνής ταπείνωση, καθιστώντας τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό ευάλωτο σε μια επίθεση – τόσο από τους εχθρούς όσο και από τους συμμάχους, οι οποίοι δεν μπορούν πλέον να εμπιστεύονται ότι οι ΗΠΑ θα σταθούν δίπλα τους.

Και έχουν δίκιο. Αλλά, όπως τόνισε και ο Τραμπ, οι ΗΠΑ έχουν ξοδέψει τρισεκατομμύρια δολάρια και χιλιάδες νεκρούς στρατιώτες σε πολέμους στη Μέση Ανατολή, όπου αγωνίζονται για άλλους, όπως συνέβη στον Κόλπο. Η εκστρατεία στη Συρία δεν διαφέρει. Επίσης, επεσήμανε ότι οι ΗΠΑ κρατούν δεκάδες χιλιάδες φυλακισμένους τζιχαντιστές του Ισλαμικού Κράτους σε κουρδικές περιοχές, οι μοποίο διαφορετικά θα διαφύγουν στην Ευρώπη, εντούτοις οι ευρωπαϊκές δυνάμεις συμμετέχουν στη Συρία σε πολύ περιορισμένη βάση. Τώρα, αυτοί οι φυλακισμένοι είναι πιθανώς ελεύθεροι και, σύμφωνα με το Τραμπ, γίνονται πρόβλημα της Ευρώπης. Εν τω μεταξύ, όλοι αυτοί οι πόλεμοι έχουν αφήσει την κυρίαρχη τάξη των ΗΠΑ με ένα δημόσιο χρέος πολλών τρισεκατομμυρίων δολαρίων και μια βαθιά πολιτική και κοινωνική κρίση. Οι λαϊκές μάζες των ΗΠΑ είναι κουρασμένες από τον πόλεμο και ο Τράμπ είχε υποσχεθεί ότι θα αποσύρει τα αμερικανικά στρατεύματα από τη Μέση Ανατολή κατά την προεκλογική του εκστρατεία.

Το επιχείρημα του Τραμπ είναι ότι δεν μπορεί να δίνει πολλά χρήματα για τους Κούρδους, οι οποίοι καταλαμβάνουν μια άγονη γη με μια υπανάπτυκτη οικονομία και που δεν έχουν διεθνή σημασία. Από την άλλη πλευρά, βλέπει πώς η παρουσία των ΗΠΑ στη Συρία ωθεί την Τουρκία – έναν βασικό σύμμαχο του ΝΑΤΟ, όπου οι ΗΠΑ διαθέτουν πυρηνικά όπλα και αεροπορική βάση – στην αγκαλιά της Ρωσίας και του Ιράν. Τα τελευταία χρόνια, ο Ερντογάν έχει αλλάξει πλευρά. Αυτό ήταν ιδιαίτερα ξεκάθαρο κατά την άνοδο του Ισλαμικού Κράτους στην Συρία και το Ιράκ. Οι ΗΠΑ χαρακτήρισαν την οργάνωση των τζιχαντιστών ως απειλή για τη σταθερότητα της περιοχής, ενώ η Τουρκία και άλλοι σύμμαχοι των ΗΠΑ στον Κόλπο, όπως η Σαουδική Αραβία, προσέφεραν οικονομική και υλικοτεχνική υποστήριξη στους τζιχαντιστές προκειμένου να ανατρέψουν τον Assad και να απομακρύνουν την ιρανική επιρροή στο Ιράκ.

Αδυνατώντας να αναπτύξει μεγάλο αριθμό στρατευμάτων για την καταπολέμηση του Ισλαμικού Κράτους, οι ΗΠΑ αναγκάστηκαν να στηριχθεί σε άλλες δυνάμεις. Στο Ιράκ, για παράδειγμα, έπρεπε να βασιστούν στο δίκτυο των πολιτοφυλακών του Ιράν. Αλλά βλέποντας πώς διαφοροποιήθηκαν οι σύμμαχοι των ΗΠΑ στον Κόλπο, άρχισαν να στηρίζουν τις κουρδικές δυνάμεις στη Συρία, ως αντίβαρο στο Ιράν και αργότερα στη Ρωσία. Αλλά αυτό την απομάκρυνε από την τουρκική άρχουσα τάξη, η οποία βλέπει μια υπαρξιακή απειλή σε οποιαδήποτε πιθανή ανεξαρτησία των Κούρδων σε συνδυασμό με τα τουρκικά ιμπεριαλιστικά σχέδια για τη Βόρεια Συρία και το Ιράκ. Η κρίση που ακολούθησε έθεσε την Τουρκία απέναντι στις ΗΠΑ στον εμφύλιο πόλεμο της Συρίας και τελικά οδήγησε στην Τουρκία να σχηματίσει στενότερους δεσμούς με τη Ρωσία και το Ιράν. Ο Τραμπ πιστεύει ότι, αποχωρώντας από τη Συρία και εγκαταλείποντας τους Κούρδους, μπορεί να ξαναδημιουργήσει μια συμμαχία με τον Ερντογάν.

Το αμερικανικό Κογκρέσο, ωστόσο, πιστεύει ότι πρόκειται για μια παραδοχή της ήττας – μια παραχώρηση στη Ρωσία και το Ιράν – και μια ταπείνωση σε διεθνές επίπεδο. Και αυτό είναι σωστό. Η Ρωσία και το καθεστώς Assad, που πλαισιώνεται από το Ιράν, είναι έτοιμοι να κινηθούν, να αφοπλίσουν τους Κούρδους και να επεκτείνουν την επιρροή τους στη Συρία. Ειδικά οι Ρώσοι χρησιμοποιούν αυτή την επιρροή για να καταστούν αποφασιστική δύναμη στην περιοχή εις βάρος των ΗΠΑ. Όλα αυτά δείχνουν ότι ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός βρίσκεται σε κρίση και έχει φτάσει στα όριά του. Η οικονομική, πολιτική και κοινωνική του κατάσταση δεν του επιτρέπει να επεμβαίνει στρατιωτικά όπου και όπως επιθυμεί, όπως συνέβαινε στο παρελθόν.

Ταυτόχρονα, είναι επίσης βέβαιο ότι υπάρχει συμφωνία μεταξύ του Τραμπ και του Ερντογάν: ένα quid pro quo που θα μάθουμε περισσότερα την επόμενη περίοδο. Όντας εξαιρετικά απομονωμένος στην αμερικανική άρχουσα τάξη, το Τραμπ ψάχνει πάντοτε για σημεία στήριξης, όπως αυτό που έχει με τον Σαουδάραβα διάδοχο Σαλμάν.

Όλες οι συζητήσεις των δυτικών πολιτικών σχετικά με τα δημοκρατικά δικαιώματα του κουρδικού λαού δεν είναι παρά μια κάλυψη για το δικό τους στενό συμφέρον. Μόνο πριν από λίγα χρόνια, οι ίδιες κουρδικές δυνάμεις χαρακτηρίζονταν ως τρομοκρατικές. Στην πραγματικότητα, το PKK, που είναι η αδελφή οργάνωση του PYD, παραμένει στον τρομοκρατικό κατάλογο τόσο των ΗΠΑ όσο και της ΕΕ.

Οι αντιδραστικοί αρχηγοί της Σαουδικής Αραβίας, μαζί με τις μαριονέτες τους της Αιγύπτου, βγήκαν κατά της τουρκικής επιχείρησης. Όμως, όπως γνωρίζουν οι περισσότεροι, αυτό δεν οφείλεται στο ιδιαίτερο ενδιαφέρον του Μωάμεθ Μπιν Σαλμάν ή του Αμπντελτατχάτ αλ Σίσι για τα δημοκρατικά δικαιώματα των Κούρδων, αλλά επειδή οι Σαουδάραβες είδαν τους Κούρδους ως πιθανό αντιιρανικό αντίβαρο. Οι Σαουδάραβες βλέπουν την Τουρκία ως έναν ανταγωνιστή στην περιοχή, ιδίως για την κυριαρχία των περιοχών όπου κυριαρχούν οι σουνίτες. Ο Αλ-Σίσι, φυσικά, αναγκάζεται περαιτέρω να πολεμήσει τον τουρκικό ιμπεριαλισμό λόγω της υποστήριξης που δίνει στους εχθρούς της Μουσουλμανικής Αδελφότητας στη χώρα του.

Η δυσχερής κατάσταση του κουρδικού λαού

Τα συμφέροντα των αρχουσών τάξεων, ανεξάρτητα από το πού εδρεύουν, είναι διαμετρικά αντίθετα με εκείνα των φτωχών και καταπιεσμένων πληθυσμών. Όπως πάντα, τα «μικρά» έθνη είναι έρμαια στα παιχνίδια και τους ανταγωνισμούς των μεγάλων δυνάμεων. Οι τελευταίες μόλις τελειώσουν με τη χρήση τους, δεν έχουν κανένα δισταγμό να τα συντρίψουν ή να επιτρέψουν σε άλλους να το κάνουν. Οι ΗΠΑ, η ΕΕ, η Ρωσία, το Ιράν, το καθεστώς Assad και ο Ερντογάν έχουν όλοι στον ένα ή τον άλλο βαθμό υποσχεθεί στους Κούρδους κάποια μορφή στήριξης. Αλλά όλοι τους πρόδωσαν, όταν αυτό ταίριαζε με τα συμφέροντά τους.

Αυτά είναι μαθήματα που οι κουρδικές μάζες μαθαίνουν με τον σκληρότερο δυνατό τρόπο. Αλλά θα ήταν ένα ακόμη μεγαλύτερο λάθος για τους κούρδους ηγέτες να συνεχίσουν να ζητούν την υποστήριξη των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Τις τελευταίες μέρες, προσέφυγαν σε κάθε δυνατή καπιταλιστική δύναμη που θα μπορούσε να τους υποστηρίξει. Αρχικά, έφτασαν στη Ρωσία και στο καθεστώς Assadς. Φυσικά, αυτές οι εξουσίες θα ήταν διατεθειμένες να «βοηθήσουν», υπό την προϋπόθεση ότι θα αφοπλίζονταν το YPG και θα καταργούνταν όλες οι αυτόνομες δομές και οι δημοκρατικές κατακτήσεις που πέτυχαν οι Κούρδοι στη Συρία. Αυτό δεν θα ήταν παρά μια συνολική παράδοση.

Παράλληλα, ο Ilham Ahmed, ο συμπρόεδρος του εκτελεστικού συμβουλίου της Rojava, ταξίδεψε στην Ευρώπη, όπου έδωσ συνέντευξη Τύπου στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, προτρέποντας την ΕΕ να μην «εγκαταλείψει» τους Κούρδους και να ζητήσει “να εφαρμοστεί η ζώνη απαγόρευσης των πτήσεων και να τιμωρήσει την Τουρκία για παραβίαση του διεθνούς δικαίου”. Ωστόσο, οι ηγέτες της ΕΕ δεν ενδιαφέρονται για τα δικαιώματα των Κούρδων ή οτιδήποτε άλλο για αυτό το θέμα, εκτός από τα συμφέροντα της δικής τους αστικής τάξης.

Δεν είναι ούτε δύο χρόνια από τότε που η Τουρκία εισέβαλε στο καντόνι του Αφρίν της Συρίας, το οποίο κρατούσαν οι δυνάμεις του PYD. Τότε, το Πεντάγωνο δήλωσε ότι« ελπίζουμε ότι η επιχείρηση στο Αφρίν θα τελειώσει γρήγορα και ότι έχουμε πει ότι γνωρίζουμε ότι η Τουρκία καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια για τον περιορισμό των ατυχημάτων των πολιτών.» Δηλαδή, το Πεντάγωνο ελπίζει για μια  γρήγορη νίκη της Τουρκίας! Η ΕΕ έχυνε κορκοδείλια  δάκρυα ως συνήθως, αλλά ο τότε βρετανός υπουργός Εξωτερικών Μπόρις Τζόνσον επέμεινε ότι «η Τουρκία έχει το δικαίωμα να θέλει να κρατήσει τα σύνορά της ασφαλή». Εν τω μεταξύ, η Γερμανία εξακολούθησε να προμηθεύει προηγμένα όπλα στην Τουρκία και τη Ρωσία, που υπήρξε «δύναμη διατήρησης της ειρήνης» στο Αφρίν, στη συνέχεια αποσύρθηκε γρήγορα και άνοιξε τον συριακό εναέριο χώρο για τα τουρκικά αεροπλάνα για να βομβαρδίζουν αμάχους.

Οι Κούρδοι ηγέτες συνέχισαν την προσπάθεια στήριξής τους από διάφορες καπιταλιστικές δυνάμεις, αξιοποιώντας τις αντιθέσεις τους.  Αλλά το κυριότερο βήμα προς τα εμπρός έγινε από το κουρδικό απελευθερωτικό κίνημα όταν το HDP (το φιλοκουρδικό κόμμα της Τουρκίας) ανέπτυξε ολιστική πολιτική πλατφόρμα (δηλαδή δεν περιοριζόταν μόνο στις κουρδικές περιοχές) και συνέδεσε την ριζοσπαστική του ρητορική με τις ταξικές απαιτήσεις. Για πρώτη φορά από τη δεκαετία του ’80, άρχισε να γεφυρώνεται το χάσμα που είχε ενσταλάξει η κυρίαρχη τάξη μεταξύ των Κούρδων και Τούρκων εργαζομένων – κάτι που δημιούργησε μια πιθανή υπαρξιακή απειλή για τον Ερντογάν. Και στη Συρία, όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, η όλη συριακή επανάσταση – η οποία ήταν στην πραγματικότητα ισχυρότερη στα δυτικά της χώρας – δημιούργησε ένα κενό εξουσίας.

Πολλές φορές υπήρξαν παλινδρομήσεις, όπως η απόκλιση του HDP σε μια πιο κουρδική εθνικιστική γραμμή, η οποία ήταν βούτυρο στο ψωμί του Ερντογάν προκειμένου να ενισχύσει τον τουρκικό εθνικισμό για να ανακόψει την ενωτική ταξική προσέγγιση που ενίσχυε σημαντικά τις λαϊκές δυνάμεις ανεξάρτητα από εθνοτική ή εθνική προέλευση. Τελικά, ο πόλεμος του Ερντογάν οδήγησε στον εκτοπισμό δεκάδων χιλιάδων Τούρκων Κούρδων, ενώ ισοπεδώθηκαν ολόκληρες πόλεις και χωριά. Αυτή ήταν μια σημαντική ήττα για το απελευθερωτικό κίνημα και οδήγησε σε μεγάλη αποδυνάμωση των Κούρδων.

Εναντίον της επιθετικότητας του Ερντογάν

Ο πόλεμος πρέπει να οδηγηθεί στην Τουρκία, σε μια επαναστατική μορφή και σε ταξική βάση – και όχι μέσω αντιπαραγωγικών τρομοκρατικών επιθέσεων, οι οποίες χρησιμεύουν μόνο για την ενίσχυση της χειραγώγησης του Ερντογάν στην τουρκική κοινωνία. Πρέπει να απευθύνουν έκκληση σε συνδικαλιστικές οργανώσεις και οργανώσεις της εργατικής τάξης σε ολόκληρη την Τουρκία να συμμετάσχουν στην απεργία τους για τον τερματισμό του πολέμου, αλλά και να διατυπώσουν μια δήλωση και να ενταχθούν στον ευρύτερο αγώνα ενάντια στο καθεστώς του Ερντογάν για υψηλούς μισθούς, θέσεις εργασίας, υγειονομική περίθαλψη, και τις οικονομικές απαιτήσεις. Αυτό είναι βέβαιο ότι θα έχει μια ευρεία απήχηση στην Τουρκία, όπου το βιοτικό επίπεδο υποχωρεί ταχέως υπό την επίδραση της οικονομικής κρίσης.

Είναι σαφές ότι ο Ερντογάν είναι πολύ ανήσυχος όσον αφορά την ανάπτυξη των Τούρκων στρατιωτών στη μάχη, επειδή φοβάται ότι η γενικευμένη οργή και δυσαρέσκεια της τουρκικής κοινωνίας θα αντανακλώνται και στον στρατό. Η απόπειρα στρατιωτικού πραξικοπήματος εξακολουθεί να τον στοιχειώνει. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο όλες οι αρχικές μάχες φαίνεται να διεξάγονται από μισθοφόρους τζιχαντιστές. Αυτό επιβεβαιώνει εκ νέου ότι ο Ερντογάν είναι αδύναμος στο εσωτερικό…

Οι διαδηλώσεις στο Ιράκ με την εκατόμβη των νεκρών. Επίσης, οι απεργίες των λιμενεργατών στην Ευρώπη κατά των αποστολών όπλων στη Σαουδική Αραβία δείχνουν ότι υπάρχει δυνητική δράση αλληλεγγύης της εργατικής τάξης. Τα συνδικάτα και τα κόμματα της εργατικής τάξης πρέπει να ξεκινήσουν αμέσως να οργανώνουν μποϊκοτάζ και απεργίες κατά των αποστολών όπλων και των πόρων που χρησιμοποιούνται για την τροφοδοσία της τουρκικής πολεμικής μηχανής…

*Πληροφορίες: In Defence of Marxism

http://artinews.gr