Ο καναπές που έκατσε ο Μαρξ

Ο καναπές που έκατσε ο Μαρξ

  • |

Ποια τραγούδια του λαού, ποια σουξέ της νύχτας, ποια άσματα ηρωικά και πένθιμα; Τίποτε απ’ αυτά δεν μπορεί να ξεπεράσει τον μεσιέ του μικροφόν α λα αγροτίκ καμιόν, που κάθε τόσο ακούγεται, φωνάζοντας: «Καθαρίζω αποθήκες. Καθαρίζω αυλές. Καθαρίζω ταράτσες. Και χάρτινα παίρνω και ξύλινα παίρνω και γυάλινα παίρνω. Παλιά γραφεία, παλιές καρέκλες, παλιά σώματα. Αδειάζω ταράτσες, αυλές, αποθήκες. Φωνάξτε τον παλιατζή!».

Νόρα Ράλλη
Τούτο το συνεχώς επαναλαμβανόμενο ηχητικό μοτίβο μού έχει καρφωθεί στο μυαλό κι έχει γανώσει εγκέφαλο και ψυχή αντάμα. Διότι ο μεσιέ, δίχως να το θέλει, με έχει βάλει σε μία διαδικασία ξεκαθαρίσματος, δίχως να το θέλω και ‘γώ! Και όχι μόνο αυτό. Αλλά μου θυμίζει καθ’ εκάστην και αργία και τα παλιά γραφεία, τα ξεχασμένα σώματα και τις σκοροφαγωμένες σκέψεις όξω και μέσα μου. Ασε και το άλλο. Οση εκκαθάριση κι αν κάνεις, πάντα κάτι μένει, πάντα εν πλήρει ακαταστασία, να επαναφέρει μπρος σου όσα δεν αντέχεις να ξεφορτωθείς. Μανίκι!

Η αλήθεια είναι πως δεν μ’ απασχολούν τόσο τα παλιά γραφεία κι οι καρέκλες, όσο αυτά τ’ άτιμα τα «παλιά σώματα». Που ακόμα και νεκρά, δε λεν να ξεψυχήσουν. Και δώσ’ του βουρ, βουρ, βουρ και σουρ σουρ σουρ να φέρνουν γύρες, να σούρνονται εντός σου, χαλώντας αυτή την πολυπόθητη «κανονικότητα» που είπαμε αμάν ν’ ανατείλει!

Εξηγούμαι και μάλιστα αγρίως: Τι ήταν να την ανοίξω τη ρημάδα; Ετσι, σκέφτηκα, να κάτσω λίγο στον καναπέ να χαλαρώσω, να δω κάτι να ξεχαστώ… Αμ, δε!

Πρωινάδικο, ενός κάποιου επιπέδου. Παρουσιαστής εκπομπής παρουσίαζε στους παρουσιαστές άλλης εκπομπής τι θα παρουσίαζε στους θεατές το ίδιο βράδυ. Κάποια στιγμή λέει: «Δουλέψαμε δύο μήνες συνεχώς. Και όποιος συνεργάτης γυρίσει και πει ότι κοιμήθηκε πάνω από 3 ώρες τη μέρα αυτό το διάστημα, είναι τουλάχιστον λουφαδόρος!».

Οι παρουσιαστές γέλασαν, ο παρουσιαστής χαχάνισε περήφανα και ‘γώ έγινα… Τούρκος έγινα! Αυτό έγινα και δεκάρα δεν δίνω για το ρατσιστικό στερεότυπο. Τέτοιες ώρες, τέτοια λόγια…

Ποια λόγια; Και κυρίως ποια ώρα; Που ήθελα να χώσω το κοριτσίστικο, κατά τ’ άλλα, χεράκι μου μέσα στο γυαλί, να τον πιάσω από το πέτο, να βουτήξω και τους άλλους δυο που σιγοντάριζαν χασκογελώντας και να τους κόψω και εκπομπή και γέλωτα. Που έχει δώσει αγώνες και αγώνες η ανθρωπότητα, έχουν χάσει τη ζωή τους καν και καν, που τα ‘χει πει ο Μαρξ, τα ‘γραψε ο Ενγκελς, τα ξανάγραψε ο Λαφάργκ, τα ‘πε ο Κέινς σε μας -τα εγγόνια του-, τα ‘χε κάνει ήδη ζωή ο Βούδας… και μεις εκεί! Χαμπάρι δεν έχουμε πάρει. Και εν έτει 2020, όταν ακόμη και η επιστημονική φαντασία έχει γίνει μπασκλάς καθημερινότητα, εμείς ακόμα τρώμε στη μάπα, με δόξα και τιμή μάλιστα, το ίδιο τροπάρι: Δούλευε και ξαναδούλευε και αν δεν δουλεύεις 21 ώρες την ημέρα, είσαι ένας αχρείος λουφαδόρος! Η επιτομή του νεοφιλελευθερισμού σερβίρεται πλέον από τηλεοράσεως, με πρωινό καφέ και κουλούρι τίγκα στο φοινικέλαιο, μην τυχόν και ξεχαστείς και θυμηθείς.

Οτι είσαι άνθρωπος. Με ιστορία αγώνων. Με δικαιώματα. Μεταξύ των οποίων και το δικαίωμα στην τεμπελιά (α ρε κατακαημένε Λαφάργκ -άκλαυτος έφυγες) και στην πολυτέλεια. Του ελεύθερου χρόνου την πολυτέλεια, το στανιό μου! Της ζωής που δεν έζησες και υπάρχουν πλέον όλες οι δυνατότητες του Κυρίου να τη ζήσεις. Τι να τα κάνω εγώ τα θαύματα της επιστήμης και την κυριαρχία της τεχνολογίας, όταν ακόμη με κερνάνε μπόμπες (ούτε καν σφηνάκια) νεοφιλελεύθερης αβροφροσύνης στο όνομα της «περήφανης εργατιάς»!

Κι έτσι που είχα γίνει τούρμπο και είχε ξυπνήσει η Λούξεμπουργκ μέσα μου και όλοι οι προλετάριοι μαζί ενωμένοι, παίρνω ανάσα κι αλλάζω κανάλι. Και βλέπω την Πατούλαινα (σχώρα με Ρόζα μου!) να χορεύει μετά πορφυρής τουαλετίτσας στας εξωτερικάς, ενώ ταυτόχρονα μου έκανε κήρυγμα για τη θέση της σύγχρονης γυναίκας.

Αυτό ήταν.

Παίρνω και τηλεόραση και καναπέ και σκρίνιο και τον Μαρξ και τα καλά του και βάζω φωνή: «Παλιατζή! Εεε παλιατζή! Εδώ, καλέ, τρέχα!»

efsyn.gr