Η Λατινική Αμερική βρίσκεται σε αναβρασμό διαρκείας, του Πέτρου Παπακωνσταντίνου

Η Λατινική Αμερική βρίσκεται σε αναβρασμό διαρκείας, του Πέτρου Παπακωνσταντίνου

Στην αυγή του 2019, η Ουάσιγκτον έβλεπε τη Λατινική Αμερική σε ρόδινες αποχρώσεις. Ο ακροδεξιός Ζαΐρ Μπολσονάρο, αρνητής της κλιματικής αλλαγής και φίλος του Ντόναλντ Τραμπ, είχε μόλις ορκιστεί πρόεδρος της Βραζιλίας. Δύο ζάπλουτοι συντηρητικοί πολιτικοί, ο Μαουρίσιο Μάκρι και ο Σεμπαστιάν Πινιέρα, ηγούνταν της Αργεντινής και της Χιλής αντίστοιχα. Στη Βενεζουέλα, ο διάδοχος του Τσάβες, Νικολάς Μαδούρο, φαινόταν να μετράει μέρες και ο Χουάν Γκουαϊδό είχε ήδη αναγνωριστεί πρόεδρος από τον Τραμπ.
Εν ολίγοις, το ροζ κύμα των αριστερών ή κεντροαριστερών κυβερνήσεων που είχε σαρώσει τη δεκαετία του 2000 τον αμερικανικό Νότο φαινόταν να δίνει τη θέση του στη νεοφιλελεύθερη κανονικότητα, με μόνες εξαιρέσεις το Μεξικό του Ομπραδόρ, τη Βολιβία του ευάλωτου Μοράλες, την Ουρουγουάη του Βάσκες και την Κούβα των επιγόνων του Κάστρο.

Καθώς βαίνουμε προς το τέλος αυτού του χρόνου, η εικόνα διαγράφεται πολύ διαφορετική. Ο Μαδούρο βρίσκεται ακόμη στο προεδρικό μέγαρο του Καράκας, τα διεθνή μίντια έχουν ξεχάσει τον Γκουαϊδό και ο Μοράλες μόλις κέρδισε και πάλι τις προεδρικές εκλογές, αν και η αντιπολίτευση αμφισβητεί το αποτέλεσμα.

Στην Ουρουγουάη, το αριστερό Frente Amplio, που κυβερνά τη χώρα επί 15 χρόνια, πήρε ευρύ προβάδισμα στον πρώτο γύρο των εκλογών και φιλοδοξεί να διατηρήσει την εξουσία στον αποφασιστικό δεύτερο γύρο της αναμέτρησης. Αλλά η μεγαλύτερη ανατροπή ήρθε από την Αργεντινή, όπου οι περονιστές με επικεφαλής τον Αλμπέρτο Φερνάντες κατατρόπωσαν από τον πρώτο γύρο τον Μάκρι και ετοιμάζονται να ξανάρθουν στην εξουσία. Ακόμη και ο Μπολσονάρο, που αποκάλεσε τον Φερνάντες «κόκκινο ληστή», δεν αισθάνεται και πολύ ασφαλής ύστερα από την κατακραυγή για την καταστροφή της Αμαζονίας, τις μεγάλες διαδηλώσεις για τις περικοπές στην παιδεία και τις κατηγορίες για ανάμειξή του σε οικονομικά σκάνδαλα και πολιτική δολοφονία.

Αν τα μηνύματα της κάλπης είναι εύγλωττα, η κραυγή των δρόμων έχει γίνει εκκωφαντική. Στον Ισημερινό, ο πρόεδρος Λένιν Μορένο, ο οποίος παρέδωσε τον Τζούλιαν Ασάντζ των WikiLeaks στις ΗΠΑ, πυροδότησε τεράστιο κύμα διαδηλώσεων και ταραχών όταν απελευθέρωσε, στις 2 Οκτωβρίου, τις τιμές των καυσίμων κατ’ εντολήν του ΔΝΤ, που του είχε χορηγήσει μεγάλο δάνειο τον Μάρτιο. Η κατάσταση έγινε τόσο εκρηκτική, που ο Μορένο αναγκάστηκε να κηρύξει στρατιωτικό νόμο και να μεταφέρει προσωρινά την πρωτεύουσα της χώρας από το Κίτο στο Γουαγιακίλ, προτού υποχωρήσει άτακτα στους διαδηλωτές, ακυρώνοντας τα επίμαχα μέτρα.

Οι διαδηλώσεις στη Χιλή

Ακόμη σοβαρότερες, συμβολικά και πολιτικά, είναι οι διαδηλώσεις που μαίνονται εδώ και δύο εβδομάδες στη Χιλή, αποκτώντας χαρακτηριστικά γενικευμένης κοινωνικής εξέγερσης. Την Παρασκευή, 25 Οκτωβρίου, άνω του ενός εκατομμυρίου διαδηλωτές κατέκλυσαν το κέντρο του Σαντιάγο στο μεγαλύτερο συλλαλητήριο από εκείνο του 1990, που σηματοδότησε το τέλος της χούντας Πινοσέτ. Είχε προηγηθεί μία εβδομάδα ταραχών με 20 νεκρούς και 7.000 συλλήψεις. Η επιλογή του Πινιέρα να κηρύξει κατάσταση εκτάκτου ανάγκης και να κατεβάσει τον στρατό, αντί να φοβίσει τους διαδηλωτές, έριξε και άλλο λάδι στη φωτιά.

Εντρομος για τη δυναμική της κοινωνικής εξέγερσης, ο δισεκατομμυριούχος πρόεδρος ήρε τον στρατιωτικό νόμο, υποσχέθηκε αυξήσεις μισθών και συντάξεων, ενώ αναγκάστηκε να ακυρώσει δύο σημαντικές διεθνείς διασκέψεις που επρόκειτο να φιλοξενήσει: η πρώτη, τον Νοέμβριο, θα έφερνε στο Σαντιάγο τον Τραμπ, τον Κινέζο ηγέτη Σι Τζινπίνγκ και τους άλλους ηγέτες της ζώνης Ασίας – Ειρηνικού, ενώ η δεύτερη, τον Δεκέμβριο, θα ήταν η Διάσκεψη του ΟΗΕ για την Κλιματική Αλλαγή.

Αν και οι συγκεκριμένες μορφές της κοινωνικής αναταραχής διαφέρουν από χώρα σε χώρα, η κοινή τους ρίζα είναι ορατή διά γυμνού οφθαλμού: πρόκειται για τη συσσωρευμένη οργή εκατομμυρίων πολιτών σχετικά με τη δραματική εκτόξευση των κοινωνικών ανισοτήτων στις χώρες που αποτέλεσαν ιστορικά και αποτελούν και σήμερα τα πιο προχωρημένα φυλάκια του νεοφιλελευθερισμού. Η Χιλή, πειραματικό εργαστήριο των διαβόητων Chicago boys επί εποχής Πινοσέτ, είναι το πιο αντιπροσωπευτικό παράδειγμα.

Υστερα από το αμόκ των ιδιωτικοποιήσεων, που παρέδωσαν στα κερδοσκοπικά κεφάλαια όλες τις κοινωνικές υπηρεσίες –παιδεία, υγεία, συντάξεις, ηλεκτρισμό, μεταφορές, νερό– η Χιλή εκπροσωπείται με 10 δισεκατομμυριούχους στη λίστα των πλουσιότερων ανθρώπων του κόσμου που συντάσσει το περιοδικό Forbes, ενώ το 1% των πιο προνομιούχων πολιτών κατέχει το ένα τρίτο του εθνικού πλούτου.

Μια νοσηλεύτρια, ύστερα από δυόμισι χρόνια σπουδών, παίρνει μισθό 240 δολαρίων σε μια χώρα με τιμές Ευρώπης, ενώ οι εργαζόμενοι καταβάλλουν το 10% των αποδοχών τους σε ιδιωτικά ασφαλιστικά ταμεία για να πάρουν στο τέλος της ζωής τους συντάξεις πείνας.

Το πιο εξοργιστικό, για τους νέους και τους λιγότερο νέους που κατέκλυσαν τους δρόμους του Σαντιάγο, του Βαλπαραΐσο και άλλων πόλεων, ήταν ότι οι πολιτικοί της συνομοταξίας Πινιέρα, που εξυμνούν τις ιδιωτικοποιήσεις, είναι συχνά οι ίδιοι μέτοχοι των εταιρειών στις οποίες εκποιήθηκε όλος ο δημόσιος πλούτος και εισπράττουν το μέρισμα από την κοινωνική καταστροφή που έφεραν.

Το τέλος ενός μύθου

Εκμεταλλευόμενοι τις περιπέτειες της Βενεζουέλας, οι συντηρητικοί ηγέτες της Λατινικής Αμερικής υποστήριζαν ότι ο «λαϊκισμός» των αριστερών ή κεντροαριστερών κυβερνήσεων συνεπάγεται μοιραία οικονομική αποδιοργάνωση, ενώ η δική τους, νεοφιλελεύθερη, φιλοσοφία θα έφερνε βροχή ξένων επενδύσεων και αναπτυξιακά άλματα. Η πραγματικότητα δεν δικαίωσε αυτό το δόγμα. Ο Μαουρίσιο Μάκρι ήρθε στην εξουσία το 2015 με την υπόσχεση ότι θα σταθεροποιήσει την οικονομία της Αργεντινής. Σήμερα φεύγει αφήνοντας μια χώρα σε βαθύτατη κρίση. Παρά τα δρακόντεια μέτρα που πήρε, σύμφωνα με τις δεσμεύσεις που ανέλαβε για ένα μεγάλο δάνειο του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, ο πληθωρισμός βρίσκεται στο 55% και το εθνικό χρέος εκτός ελέγχου. Αντίθετα στην Ουρουγουάη, στα 15 χρόνια του Frente Amplio, η φτώχεια μειώθηκε από 40% σε 8% και ο μέσος μισθός αυξήθηκε κατά 55%, με ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης 4%. Δεν είναι περίεργο, λοιπόν, που το ιδεολογικό εκκρεμές στον αμερικανικό Νότο άρχισε να μετατοπίζεται και πάλι προς την απέναντι άκρη.

kommon.gr