«Μα εγώ έπλενα τα χέρια μου…»

«Μα εγώ έπλενα τα χέρια μου…»

Βλέπω να διώχνουν πρόσφυγες. Τα πούλμαν γυρνάνε πίσω, ψάχνουν να βρουν άλλο προορισμό. Στα λιμάνια περιμένουν επιτροπές διαμαρτυρίας που φωνάζουν «φύγετε!» και «δεν χωράμε». Οι μέρες είναι ακόμα μαλακές και οπάλινες. Ο σκληρός χειμώνας είναι όμως δίπλα, έρχεται.

Κυριακή Μπεϊόγλου

Τι θα γίνουν τότε οι άνθρωποι που φτάνουν από τους ξένους τόπους του πολέμου; Αυτοί που μέσα στη μηδαμινότητα της ανθρώπινης ύπαρξης προσπαθούν να επιζήσουν έστω και απογοητευμένοι, έστω και δίχως ψευδαισθήσεις; Πώς είναι να μην υπάρχει καμία εναλλακτική παρά μόνο η φυγή; Μια πορεία μονόδρομoς να ξεφύγεις από τους κακοποιούς των ανθρώπων, αν και νομίζω πως δεν πρόκειται για ανθρώπους αλλά για πλάσματα με βεβαρημένες συνειδήσεις. Πλάσματα που κυβερνούν με πονηριά, με ίντριγκα, συνεχώς σε επιφυλακή, συνεχώς σε αγωνία μη χάσουν τη θέση τους στο παιχνίδι.

Βλέπω τα προφίλ των ανθρώπων στα παράθυρα των ανεπιθύμητων λεωφορείων. Οταν στρέφουν το κεφάλι στον φακό, όταν στρέφουν το κεφάλι σε μας, βλέπουμε τα μάτια τους να αγωνιούν σαν να έχασαν ξανά κάτι. Την ελπίδα μήπως; Δεν θέλω να πιστέψω κάτι τέτοιο. Διακρίνω πως γεμάτοι ντροπή και αδυναμία νιώθουν πάνω τους την αποδοκιμασία χωρίς να έχουν κάτι να αντιτάξουν.

Θυμήθηκα κάτι που μου είχε πει ένας Μικρασιάτης ηλικιωμένος κύριος: «Αυτοί οι άνθρωποι είναι η ανθρωπιά μας. Δεν πρέπει να χαθούν γιατί θα χάσουμε την ανθρωπιά μας». Τότε, στην αρχή του προσφυγικού, μου είχε φανεί υπερβολικό. Μα τώρα, που ίσως κουράστηκαν όσοι έρχονται σε πρώτη επαφή μαζί τους, νησιά κυρίως που βούλιαξαν από κόσμο και καημό, δεν μου φαίνεται πια υπερβολικό. Η ανθρωπιά μας… έχει τρύπες.

Στο βάθος του μυαλού μας όλοι έχουμε αναρωτηθεί: πόσο θα κρατήσει αυτή η μαύρη οδύσσεια των προσφύγων; πότε θα σταματήσουν να έρχονται από τη μαύρη θάλασσα, τους βάλτους και τις χαράδρες κυνηγημένοι που ψάχνουν ασφαλές έδαφος; Η απάντηση είναι ότι δεν υπάρχει απάντηση παρά μόνο δυσοίωνες προβλέψεις. Το στοίχημα είναι να μη χάσουν την ανθρωπιά τους οι τυχεροί που γεννήθηκαν στο φως, για τους άλλους, τους άτυχους που γεννήθηκαν στην ανήλιαγη πλευρά του πλανήτη.

Τα γρυλίσματα του μίσους και της προκατάληψης δημιουργούν φόβο και ο φόβος είναι πανίσχυρος. Συχνά κάνει τον άνθρωπο απάνθρωπο. Θα πλένουμε τα χέρια μας, τα ανάλγητα χέρια μας, δίχως να βλέπουμε εκείνον τον μικρό Αραβα του Ασλάνογλου που «σημαδεμένο έφεγγαν χέρια, πρόσωπο, μάτια κι ήταν όλος χιλιάδες που άφηναν τη γη τους κι επιστρέφανε μέσα στην άμμο, σε σκηνές, στο άσπρο φως. Κι όταν μιλούσε δάκρυζε η φωνή του και όλο ικέτευε για κάποια θέση στη ζωή ή έστω αντίσταση στο θάνατο που ερχότανε αργά και τον ρουφούσε. Μα εγώ έπλενα τα χέρια μου. Αγρια μοναξιά τα χρόνια που έφευγαν με είχανε ποτίσει».