«Απαγορεύεται το καπνίζειν» – «Απαγορεύεται το πτύειν»

«Απαγορεύεται το καπνίζειν» – «Απαγορεύεται το πτύειν»

  • |

⌦ Ο μη καπνιστής έχει άραγε κι αυτός δικαίωμα στην απόλαυση, το ίδιο ακριβώς με του καπνιστή στη δική του απόλαυση;

⌦ Το τσιγάρο γενικά μυρίζει; και μάλλον άσχημα; Το παραδέχονται και οι καπνιστές, όταν τουλάχιστον μιλάμε για τιγκαρισμένα τασάκια ή για τα ρούχα σου όταν γυρίζεις στο σπίτι και μυρίζει ακόμα και το σώβρακό σου.

Γιάννης Η. Χάρης

⌦ Και τότε ο μη καπνιστής δεν έχει άραγε το δικαίωμα να μη θέλει τη συγκεκριμένη μυρωδιά;

⌦ Ομως καλά, το τσιγάρο μυρίζει, άρα ενοχλεί, ακόμα και σε ανοιχτό χώρο; Δυστυχώς ναι, μπορεί και περισσότερο απ’ ό,τι στον κλειστό (όπου όλο και κάποιο σύστημα εξαερισμού θα υπάρχει)!

⌦ Με αυτά τα στοιχειώδη και αυτονόητα ασχολήθηκα τελευταία εδώ (26/10) –ουσιαστικά τα κατέγραψα και μόνο, με μερικές, ελάχιστες εικόνες.

Βασικότερη έγνοια μου να δείξω το πασιφανές, πως ο καπνός καταρχήν υπάρχει και άρα γίνεται αισθητός, και άρα κάποιους μπορεί να τους ενοχλεί, ακόμα και σε ανοιχτό χώρο.

Οπως η ευχάριστη (και για μένα) τσίκνα από κρέας στα κάρβουνα (βασανιστική όμως, υποθέτω, για τους χορτοφάγους!), που έρχεται ακόμα και από δεκάδες μέτρα μακριά. Οπως η δυσάρεστη (για μένα) τηγανίλα από τα (αγαπημένα μου όμως) καλαμαράκια, που κι αυτή ταξιδεύει μακριά από την εστία της.

⌦ Ευχάριστα και δυσάρεστα δηλαδή, διαφορετικά για τον καθένα, για να καταλάβουμε πως ο καπνός, ο όποιος καπνός, δεν εξαερώνεται αυτοστιγμεί μετά την παραγωγή του· το συννεφάκι ή σύννεφο καπνού εν προκειμένω που εκπνέει ο καπνιστής, βλέποντάς το ολοκάθαρα μπροστά του, ώσπου να διαλυθεί, δεν είναι μόνο ορατό αλλά και αισθητό.

Από κει κι έπειτα, και βέβαια πρέπει να συζητήσουμε, αλλά μόνο από κει κι έπειτα –και οπωσδήποτε σε επίπεδο δικαιωμάτων. Με την επίγνωση ότι πρέπει να βρεθεί η χρυσή τομή.

Και η απαγόρευση του καπνού σε κλειστό χώρο είναι καταρχήν μια μέση λύση. Οχι, δεν θα έχει περάσει έτσι ο «φασισμός», δεν θα έχει συνθλιβεί η ελεύθερη βούληση του ατόμου. Ούτε οι καπνιστές θα έχουν ηττηθεί, ούτε οι μη καπνιστές θα έχουν νικήσει. Θέληση λοιπόν να καταλάβουμε, κι έπειτα θέληση να συζητήσουμε.

⌦ Κι αυτά, και άλλα θέματα, όπως π.χ. της υγείας, στο οποίο καν δεν αναφέρθηκα, μπροστά στα άλλα βασικά προαπαιτούμενα.

Και να συζητήσουμε σοβαρά, κι όχι με τα περίφημα «επιχειρήματα» πως «ο θείος μου εμένα έφτασε τα 100, καπνίζοντας τέσσερα πακέτα και πίνοντας μια νταμιτζάνα κρασί τη μέρα, ενώ ο ξάδερφός μου πέθανε στα 30 από καρκίνο του πνεύμονος, χωρίς να ’χει βάλει ποτέ τσιγάρο στο στόμα του». Αυτά όμως, είπαμε, έπονται.

⌦ Στο μεταξύ οφείλω να σταθώ σε μια σοβαρή κατηγορία που μου απευθύνει σε σχόλιο κάτω απ’ το κείμενό μου κάποιος με το ψευδώνυμο Anti-logos: τον «αδικώ», λέει, τον κ. Δ. Χαριτόπουλο, που «δεν έγραψε τόσα όσα ο αρθρογράφος [=εγώ] “αναπαράγει”». Με ξαναδιαβάζω, και βλέπω πως «αναπαράγω» τους όρους «κοκορόμυαλοι», «μεγαλειώδεις μπούρδες», «ηθικιστές», «ο κάθε ηλίθιος». Και βλέπω πως όντως του απέδωσα εσφαλμένα τους «ηθικιστές» (όρο της κ. Κατέ Καζάντη, την οποία σχολίαζα αμέσως μετά), τον ηπιότερο όμως όρο, έξω από το γενικά μαγκίτικο ύφος του Δ.Χ.

Ενώ δεν είχα ίσα ίσα αναπαραγάγει, για λόγους οικονομίας, όρους όπως «κανονικό πογκρόμ», «βλαχοδήμαρχος», «εξουσιαστικά απωθημένα», «σατραπίσκος», «παλικάρια» («εντάξει, παλικάρια, το εμπεδώσαμε»), αλλά και την εύγλωττη αναφορά στον δικτάτορα Μεταξά!

Η δόξα της ανωνυμογραφίας. Ο οποίος ανώνυμος δηλώνει υπεράνω όλων αυτών των αντιπαλοτήτων, μη καπνιστής, λέει, ο ίδιος. Τόσο, που περιγράφει το πρόβλημα ως εξής: «Η υστερία των άκαπνων, με όπλο “ανίκητο”(!) το επιχείρημα της πολύτιμης υγείας, αλλά και η αδιαφορία του καπνιστή για την μπόχα όπως την αντιλαμβάνεται ο άκαπνος μπορούσαν να λείψουν…» (υπογράμμισα εγώ· τα εισαγωγικά και το θαυμαστικό δικά του).

Μάλλον τρολιά.

⌦ Στα παλιά λεωφορεία πρόλαβα τις ταμπέλες: «Απαγορεύεται το καπνίζειν», απ’ τη μια μεριά, «Απαγορεύεται το πτύειν», από την άλλη. Κάποια στιγμή εξαφανίστηκαν. Κανένας δεν κάπνιζε πια μέσα στο λεωφορείο (ενώ εξακολουθούσε να καπνίζει για πολλά χρόνια στο αεροπλάνο). Και κανένας δεν έπτυε πια μέσα στο λεωφορείο. Και εξακολουθεί να μην πτύει, όχι μόνο μέσα στο λεωφορείο αλλά ούτε καν στον δρόμο, «σε ανοιχτό χώρο». Χωρίς να του το επιβάλλει κανένας «φασισμός» και κανένα «αυταρχικό», «χειραγωγητικό» κράτος κτλ. Και για «αισθητικούς» κυρίως λόγους.

Μπορεί, μια μέρα, κάποτε… Ποιος ξέρει…

efsyn.gr