Δανείζουν τις φλέβες τους, του Θανάση Σκαμνάκη

Δανείζουν τις φλέβες τους, του Θανάση Σκαμνάκη

Όσο κι αν έχουν περάσει τόσα χρόνια, υπάρχει ακόμα μια πληγή. Την κρατάς κλειστή. Λες πως δεν είναι δική σου πια. Έχεις άλλες να φροντίσεις και να θεραπεύσεις. Πιο φρέσκες, πιο επείγουσες, πιο απαραίτητες. Ακόμα και πιο μελλοντικές.

Κι ωστόσο, όταν έρχονται οι μέρες, δεν κρατάς την υπόσχεσή σου να είσαι σκληρός στη μνήμη.
Αισθηματισμοί και κλαψουρίσματα, που έλεγε ένα σχόλιο στους διαδικτυακούς τοίχους, αναίσθητους και αμήχανους, καθώς οι τοίχοι μπορεί να έχουν αυτιά από παλιά και φωνή εσχάτως, αλλά αισθήματα δεν έχουν και οι φωνές τους δεν έχουν αποχρώσεις, τονισμό, χρωματισμούς, δεν περιλαμβάνουν τον Χάρη, τον Κώστα, τον Τάσο, τους συντρόφους και τους μη, που δάνεισαν τη φλέβα τους για να κυλήσει το αίμα των γεγονότων.

 

Και πως να τους ξεχάσεις όλους αυτούς και όλα αυτά; Και πως ν’ αφήσεις έξω κι εκείνους που υποσχέθηκαν, αλλά για ένα πείσμα του καιρού, ή του εαυτού τους – μέρος του καιρού κι αυτός –  δεν τήρησαν την υπόσχεσή τους; Είχαν να φροντίσουν γυναίκα, παιδιά, καριέρα,  ερωμένη και τα έξοδα διατροφής – η νεότητα έχει τρέλες, όταν μεγαλώνεις βρίσκεσαι αντιμέτωπος με τις ανάγκες της ζωής, ωριμάζεις!.. Όμως, ακόμα και τόσα χρόνια μετά πληγώνουν τη μνήμη. Αυτά που είπαν, που έγραψαν. Κυρίως εκείνα που πράττουν!..

 

Και πως να τους αφαιρέσεις από τη μνήμη σου, όταν ήσαν εκεί τότε. (Κάποτε θεώρησαν  εύκολο να αφαιρούν τα πρόσωπα από φωτογραφίες. Αποδείχθηκε όχι μόνο λάθος αλλά και μάταιο).

 

Φυσικά πράγματα θα πείτε. Χιλιάδες θελήσεις, υπολογισμοί, προσδοκίες, συναντήθηκαν τότε. Καθένας με το δικό του ρυθμό. Πως μπορείς να απαιτείς να συνεχίσουν το ίδιο πάθος, όταν αλλάζουν όλα γύρω τους;

Μπορεί να είναι μοιραίο: είναι πολλοί οι φειδωλοί στο να δανείσουν πια μιά στάλα αίμα τους (όχι τώρα να δανείσουν τις φλέβες τους!), που κερδίζουν πόντους και προβολή στο παζάρι των λέξεων (και του “ρεαλισμού”), την εποχή που ο κόσμος δεν θέλει να ξέρει αλλά μόνο να μιλάει για θυσίες, ακριβείς ή προσομοιωμένες.

 

Δεν είναι, κατ΄ανάγκην, φτηνοί, απλώς δεν αντέχουν την τόση έκθεση και την απειλή. Είτε ο φόβος, είτε ο κόσμος, είτε μια ιδιοτέλεια που έχει χρώματα ανιδιοτελή, είτε υστεροβουλία. Δεν είναι εκείνο που έλεγε ο ποιητής “η ιδιοτέλεια να καρπωθείς το αίμα των άλλων”. Το δικό τους μερίδιο του αίματος καρπώνονται.

Δεν δίνονται, δεν προσφέρονται, έχουν ένα αλλά στο στόμα που μοιάζει με σοφία και δεν είναι παρά καθήλωση. Μια περίεργη μείξη των καιρών.

 

Και πως να ξεχάσεις τους άλλους; Που έχουν ή είχαν (καθώς τους πρόλαβε ένας κεραυνός και τους έκαψε) ακόμα ανοιχτή την αίσθηση της πληγής. Ικανοί να δανείζουν ακόμα τις φλέβες τους για να κυλάει το αίμα του κόσμου.

 

Πριν περίπου ένα χρόνο, εδώ στο Kommon, η Ελένη Μπαρμπαλιά έγραψε ένα άρθρο για έναν απ’ αυτούς τους άλλους, τον γιατρό Χάρη Βασιλόπουλο (στέλεχος του φοιτητικού κινήματος και του αντιδικτατορικού αγώνα, ενδοκρινολόγο στον «Ευαγγελισμό»).

Ήταν άρθρο “ευχαριστώ” για έναν από εκείνους, που έκανε πράξη της ζωής του ότι δεν μπόρεσε να κάνει η πολιτική του πίστη. Τον κομμουνισμό.

Διάβασα την αφήγησή του στο βιβλίο του Ιάσονα Χανδρινού “Όλη νύχτα εδώ” και διαφώνησα με τη ματιά του, αλλά και με την περιγραφή κάποιων συμβάντων. Αλλά τι σημασία έχει, όταν κάνεις την ίδια τη ζωή σου επικύρωση του σχεδίου;

Χωρίς έπαρση. Ακόμα κι όταν, πολύ περισσότερο όταν, το ρεύμα που σε πήρε μαζί του στην άνοδο υποχώρησε, αφήνοντάς σε έκθετο σε απειλές του υγρού καιρού.

 

Τι σημαίνει στ’ αλήθεια αυτό σήμερα;

 

Σημαίνει αυτό που έγραφε ο Θωμάς Τσαλαπάτης – παιδί νεώτερης γενιάς – για τον ίδιο Χάρη Βασιλόπουλο, και για όλους τους ίδιους:

 

“Σκέφτομαι πως κάτι χρωστάμε σε αυτή τη γενιά. Τη γενιά των γονιών μας, τη γενιά του Πολυτεχνείου.

Μέσα της μεγαλώσαμε, στον απόηχο των χαρακτηριστικών και της ενηλικίωσής της, εμείς που ενηλικιωθήκαμε στη δική της αναπόληση και τώρα με τη σειρά μας αναπολούμε.

Κάτι χρωστάμε λέω, σε ένα κομμάτι της γενιάς αυτής που τόσα χρόνια στραγγαλίζεται από στερεότυπα και γενικεύσεις. Από τον ηρωισμό στο πλαίσιο μιας εθνικής επετείου μέχρι τις πάντα επικαιροποιημένες κατηγορίες για ξεπούλημα.

Μα υπάρχουν άνθρωποι που ούτε σκάλισαν ανδριάντες ούτε έψαξαν να εξαργυρώσουν κάπου τα γεγονότα του παρελθόντος τους.

Απλώς συνέχισαν να ζουν, να υπάρχουν ως πολίτες και ως άτομα, να συζητούν και να αναπολούν, να ασχολούνται με τα πολιτικά, να παθιάζονται και να διαμορφώνουν τη γνώμη τους, να συζητούν με τα παιδιά τους αξίες, εμπειρίες και γεγονότα, χαρίζοντάς τους μιαν άλλη παιδεία και έναν άλλο κώδικα.

Άνθρωποι που συμμετείχαν στους αγώνες του παρελθόντος και δεν σταμάτησαν να αγωνίζονται, ο καθένας με τον δικό του τρόπο, άλλοι που εξαντλήθηκαν και άλλοι που μετακινήθηκαν ελάχιστες σπιθαμές.

Άνθρωποι ανθρώπινοι”.

 

Λοιπόν.

 

Το Πολυτεχνείο έγινε ο μύθος του! Δεν έριξε τη χούντα. Δεν ήταν μια επανάσταση. Δεν ήταν καν ο Μάης του Παρισιού. Το ακολούθησε ο Καραμανλής και μια κουτσή δημοκρατία.

 

Αλλά χρειάστηκε σε όλους ως μύθος. Γι’ αυτό το ανέβασαν κατηγορία.

 

Οι μεν αστοί για να το ενσωματώσουν. Μια ατελής εξέγερση με πρωταγωνιστές που μπορούν να γίνουν δικά τους παιδιά – γιατί να μη το πάρουν;  Παίρνουν χρώμα από το ριζοσπαστισμό του και ταυτόχρονα φλουτάρουν την εικόνα του, που ούτως ή άλλως έχει την τάση να φλουτάρει!

 

Οι άλλοι, εμείς, το έχουμε ανάγκη σαν για να έχουμε κάτι να ορκιζόμαστε. Ήταν η επιθυμία μας που δεν έγινε επανάσταση, ανατροπή, μια μεγάλη αλλαγή, αλλά που χρειαζόμαστε να ξέρουμε ότι μπορεί να γίνει!

 

Οι άλλοι, οι αμέτοχοι που παρουσιάστηκαν ως συμμέτοχοι, όσοι είχαν τις τύψεις (ή και χωρίς τις τύψεις) της απουσίας τους, είχαν κάθε λόγο να το οικειοποιούνται. Έκαναν δική τους μια εξέγερση χωρίς να στάξουν ούτε μια αγωνία.

 

Οπότε συνέπεσαν τόσες διαφορετικές θελήσεις ώστε το γεγονός έγινε σημείο αναφοράς. Μεγάλης σημασίας event, θα λέγανε στα σύγχρονα.

 

Τόσο μαστ ώστε το διδάσκουν στα σχολεία, σαν τον Κολοκοτρώνη και τους λοιπούς νεκρούς, και βαθειά ενταφιασμένους για να μην προκαλούν εφιάλτες. Έτσι που αν ρωτήσεις κάποιο παιδί του δημοτικού, αλλά και πολλά πιο μεγάλα, δεν θα είναι δύσκολο να περιγράψει τους προγόνους που έπεσαν στο Πολυτεχνείο για να φύγουν οι Γερμανοί και κάποιος μπορεί να σου πει και για τους Τούρκους, αναμειγνύοντας το Στέφανο Τζουμάκα με το Νικηταρά τον τουρκοφάγο.

 

Κι ωστόσο δεν είναι ακριβώς, ή δεν είναι μόνο έτσι. Γιατί γεγονότα σαν εκείνο ξαναγίνονται επίκαιρα και παραδειγματικά όταν τα καλέσουν οι νέες ανάγκες, ξαναπροσδιορίζοντας το περιεχόμενό τους και ζητώντας να ολοκληρώσουν εκείνο που άφησαν μισό. Και όταν ξαναβγαίνουν εκείνοι που δανείζουν τις φλέβες τους για να κυλήσει το αίμα του κόσμου. Όπως δείχνουν και οι τελευταίες μέρες, τα γεγονότα στοιχειώνουν εκεί που τα υπερασπίζονται οι ζωντανοί, και συνιστούν αιώνια απειλή για τους “πανταχού νικήσαντες”.

 

Δεν σημαίνει κάτι αυτό; Ή, μήπως, πολλά;

kommon.gr/