Η άνοδος του φοιτητικού κινήματος και η Αριστερά, του Νίκου Μαντέλα

Η άνοδος του φοιτητικού κινήματος και η Αριστερά, του Νίκου Μαντέλα

Η πρωτοφανής, για τα τελευταία χρόνια, μαζικότητα των μπλοκ των φοιτητικών συλλόγων στη διαδήλωση της Αθήνας για την επέτειο της εξέγερσης του Πολυτεχνείου, που αποτελούσαν σχεδόν το ένα τρίτο των 25 – 30.000 διαδηλωτών, εκφράζει μια βαθιά αναστάτωση στους φοιτητές, μια επανεμφάνιση του φοιτητικού κινήματος με νέους όρους. Απηχεί υπόγειες διεργασίες στις οικογένειες των εργαζόμενων και λαϊκών στρωμάτων, μια γρήγορη και αυξανόμενη αγανάκτηση για την αντιλαϊκή πολιτική της κυβέρνησης που κρύβεται επιμελώς από τις δημοσκοπήσεις.
Ο αγώνας των φοιτητών και φοιτητριών επηρεάζεται από τα λαϊκά κι εργατικά ξεσπάσματα στη Λατ. Αμερική, τον αραβικό κόσμο και το Χονγκ Κονγκ, από τις εργατικές, γυναικείες και αντιρατσιστικές κινητοποιήσεις στις ΗΠΑ και αλλού, όπως και από τη βίαιη, τρομοκρατική αντίδραση του κεφαλαίου και του ιμπεριαλισμού. Παράλληλα, φέρνει στην επιφάνεια ορισμένες κρίσιμες αναζητήσεις στη βάση και τις ηγεσίες όλων των δυνάμεων της Αριστεράς, στη νέα ιστορική περίοδο στην οποία μπήκε η ταξική πάλη στη χώρα μας, η οποία αποτυπώθηκε στις τελευταίες εκλογές.

Η πορεία του Πολυτεχνείου ήταν ένα σταθμός για το φοιτητικό κίνημα ανάμεσα στις αγωνιστικές κινητοποιήσεις και καταλήψεις του προηγούμενου μήνα και στο νέο γύρο συνελεύσεων για μια δυνητική κλιμάκωση του αγώνα του. Μπροστά σε αυτό το νέο γύρο, όλες οι μαχόμενες δυνάμεις της Αριστεράς και ιδιαίτερα των κομμουνιστικών ρευμάτων χρειάζεται να δώσουν ό,τι καλύτερο μπορούν για μια αποτελεσματική αντιπαράθεση με την πολιτική της κυβέρνησης και της Νέας Δημοκρατίας.

Πολλά είναι τα νέα στοιχεία που αναδεικνύει το φοιτητικό και νεανικό κίνημα. Θα σταθούμε σε αυτό το άρθρο, σε δυο χαρακτηριστικά που έχουν γενικότερη σημασία.

 

Μετά τις ήττες, η γενιά των νικών

Το πρώτο που φέρνει η άνοδος του φοιτητικού κινήματος είναι η αναζήτηση να σπάσει η αλαζονεία της κυβέρνησης, να αναχαιτιστεί η κλιμακούμενη τρομο-επίθεση της Νέας Δημοκρατίας ανοίγοντας μια καινούρια προοπτική βαθιών ρηγμάτων στη γενικότερη επίθεση του κεφαλαίου.

Οι νέες γενιές των σημερινών αγωνιζόμενων 18άρηδων και 20άρηδων ήταν μόλις 14χρονοι και 16χρονοι μαθητές το 2015. Η ήττα του εργατικού, λαϊκού και αριστερού κινήματος είναι πίσω τους. Τα μέτρα της κυβέρνησης δείχνουν ότι η «έξοδος από τα μνημόνια» είναι μια απάτη και η «ανάπτυξη» όχι μόνον δεν είναι για όλους αλλά εγγυάται ένα ζοφερό μέλλον εργασίας και ζωής μπροστά τους. Η συνείδηση αυτού του μέλλοντος τροφοδοτεί μια τάση για αποφασιστικές αναμετρήσεις, για το «πέρασμα» σε ένα άλλο μέλλον. Γι’ αυτούς τους λόγους, κυρίως, αφήνουν πίσω τους την «κλάψα της ήττας» και αντιστρέφουν το βέλος, αναζητούν αυθόρμητα καταρχήν, το πιο πολύτιμο «δημόσιο αγαθό» όλων των κινημάτων: τις νίκες.

Αυτή η τάση αποτυπώνεται στην αποφασιστικότητα που έδειξαν οι φοιτητές και φοιτήτριες απέναντι στην τρομοκρατική αντιδημοκρατική πρακτική της κυβέρνησης. Και απαιτείται να εντοπιστεί και να αναδειχτεί από την Αριστερά ότι το φοιτητικό κίνημα, με τη συμπαράσταση ευρύτερων εργατικών, λαϊκών και δημοκρατικών δυνάμεων, πέτυχε ήδη μια πρώτη νίκη ενάντια στην κυβέρνηση, σπάζοντας την τρομοκρατία και φορτώνοντας τις αγωνιστικές μπαταρίες με στοιχεία αυτοπεποίθησης και ανόδου του ηθικού τους. Η κανονικότητα τρόμου που επιχειρεί να επιβάλλει η ΝΔ ράγισε. Πρόκειται για την πρώτη και πιο πολύτιμη συνεισφορά της νέας γενιάς στο γενικότερο αγώνα του εργατικού και ευρύτερα, του κινήματος της εργασίας.

Η τάση αυτή της νέας γενιάς αντιπαρατίθεται και αναζητά να υπερβεί, χωρίς ακόμη να το συνειδητοποιεί, τις κυρίαρχες θεωρίες και πρακτικές των περισσότερων ρευμάτων της Αριστεράς, ότι στον καπιταλισμό της εποχής μας δεν μπορούν να υπάρξουν βαθιά ρήγματα και ουσιαστικές κατακτήσεις. Αμφισβητεί τον ΣΥΡΙΖΑ και τον αρχηγό του, που ομολόγησε ότι είχε «αυταπάτες» για τη δυνατότητα τέτοιων κατακτήσεων, συμβιβάστηκε και ενσωματώθηκε στο νεοφιλελευθερισμό, χάνοντας τον αριστερό του χαρακτήρα, που σήμερα καλύπτεται με «αριστερές» διακηρύξεις στα χαρτιά. Και, ταυτόχρονα, αμφισβητεί τις δήθεν επαναστατικές διακηρύξεις που αρνούνται την έμπρακτη πάλη για υλικές εργατικές και αντικαπιταλιστικές κατακτήσεις στο όνομα της «εργατικής» ή «λαϊκής εξουσίας» ή της «αντίστασης» χωρίς διεκδικήσεις. Θέτει το καθήκον στις μαχόμενες, ριζοσπαστικές, αντικαπιταλιστικές και κομμουνιστικές δυνάμεις να δώσουν θεωρητική και προγραμματική συνείδηση στην αυθόρμητη αναζήτηση ρηγμάτων, νικών και κατακτήσεων από τα μαζικά κινήματα, συνδέοντας με νέους όρους την τακτική με τη στρατηγική τους, χωρίς να τις ταυτίζουν μηχανιστικά.

Άμεσα και πάνω από όλα, απαιτείται η συμβολή στην κλιμάκωση του αγώνα, με σεβασμό στην αυτοτέλεια του κινήματος, με εκείνα τα συγκεκριμένα αιτήματα διεκδικήσεων που θα επιχειρούν να σπάσουν συγκεκριμένα την επίθεση της κυβέρνησης, του αστικού συνασπισμού εξουσίας και του μιντιακού υπερκράτους στα πανεπιστήμια, να ενώσουν δυνάμεις, να οικοδομήσουν συμμαχίες με το εργατικό, λαϊκό και δημοκρατικό κίνημα.

 

Κίνημα ενωμένο ποτέ νικημένο

Οι μαχόμενες δυνάμεις της Αριστεράς, στο βαθμό που επιδιώκουν να αποτελέσουν χρήσιμες πρωτοπορίες για τους αγώνες που ξεδιπλώνονται, οφείλουν να αφήσουν πίσω τη λογική «το κίνημα να είναι διασπασμένο, για να βγαίνει το κόμμα ανεβασμένο». Μια λογική η οποία στο φοιτητικό κίνημα μέχρι αυτή την περίοδο αποτυπώνεται στην συγκρότηση δύο ξεχωριστών συντονιστικών των αγωνιζόμενων φοιτητικών συλλόγων και στο εργατικό κίνημα σε πολλαπλές διασπάσεις και κατακερματισμό. Αυτή η χιλιοδοκιμασμένη στην τελευταία δεκαετία λογική, οδηγεί σε διαρκείς ήττες και οπισθοχωρήσεις το μαζικό κίνημα, αλλά και τα κόμματα της Αριστεράς, αφού αποδεικνύεται στην πράξη η αδυναμία τους να διαμορφώσουν ένα πολιτικό σχέδιο που να κατοχυρώνει νίκες και κατακτήσεις για την εργατική τάξη και τη νεολαία.

Το μαζικό κίνημα μπορεί να επιβάλλει νίκες όταν συγκροτείται πολιτικά, όταν καταφέρνει δηλαδή να κατοχυρώνει τα δικά του ενωτικά όργανα πάλης γύρω από ένα αγωνιστικό και αναγκαίο περιεχόμενο συσπείρωσης. Μόνο σε αυτή την περίπτωση μπορεί να αναδυθεί σε «αντίπαλο δέος» που απειλεί την εφαρμογή της επιχειρούμενης πολιτικής και ανοίγει δρόμους για βελτιώσεις σε γενικό επίπεδο τροποποιώντας το συσχετισμό δύναμης. Οι μαχόμενες δυνάμεις της Αριστεράς κρίνονται ως προς τη δυνατότητά τους να διαμορφώνουν τους όρους, να επιταχύνουν, να διευκολύνουν, να προσανατολίζουν την ανάπτυξη του μαζικού κινήματος. Ένα κίνημα «μονοκομματικό», ιδιοκτησία της μιας ή της άλλης πολιτικής δύναμης δεν μπορεί να συγκεντρώσει την πλατιά δυναμική των αγωνιζόμενων τάσεων των εργατών, των νεολαίων, των λαϊκών στρωμάτων. Ο σεβασμός στην αυτοτέλεια του μαζικού κινήματος, συνεπώς, δεν αποτελεί πολυτέλεια για την Αριστερά αλλά το μοναδικό δρόμο για να ανέβει η αποτελεσματικότητα των κινημάτων.

Ακριβώς αυτή την περίοδο που έχει ανάψει η φλόγα στο φοιτητικό κίνημα, δίνεται η δυνατότητα το ίδιο να αποτελέσει ένα πεδίο ενωτικών διεργασιών, μαζικής συσπείρωσης και αποτελεσματικής αντιπαράθεσης με την κυβερνητική πολιτική.

Κάθε μεγάλη στιγμή του φοιτητικού κινήματος συνδυάζει τη μαχητική διεκδίκηση με την ενότητα και τη συγκέντρωση δυνάμεων. Αυτή είναι η πολύτιμη εμπειρία των φοιτητικών κινητοποιήσεων του ‘06-‘07 αλλά και κάθε αγώνα των φοιτητών που εμπόδισε ένα νομοσχέδιο να κατατεθεί ή το ακύρωσε στην πράξη.

Την προηγούμενη εβδομάδα φάνηκαν οι δυνατότητες για μία νέα συγκέντρωση δυνάμεων που θα θέσει με άλλους όρους την αντιπαράθεση με την κυβέρνηση το επόμενο διάστημα. Το κοινό δελτίο τύπου των φοιτητικών συλλόγων στη Θεσσαλονίκη αλλά και το συντονιστικό των αγωνιζόμενων φοιτητικών συλλόγων που πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα με συμμετοχή της Πανσπουδαστικής, άνοιξαν το δρόμο για τη συνδιαμόρφωση των κοινών αγωνιστικών πλαισίων που κατατίθενται στις γενικές συνελεύσεις των φοιτητικών συλλόγων της τρέχουσας εβδομάδας και δείχνουν μια διάθεση της ΚΝΕ να αλλάξει την προηγούμενη κατεύθυνσή της.

 

Η στάση του ΚΚΕ της ΚΝΕ και της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς

Είναι φανερό πως οι κινήσεις αυτές της ΚΝΕ μπορούν, αν ολοκληρωθούν, να αποτελέσουν μια πολιτική μετατόπιση που θα συμβάλλει στην ενδυνάμωση των μαζικών διαδικασιών. Οι κινήσεις αυτές, φυσικά, έρχονται μέσα από αντιφάσεις, οι οποίες είναι αναγκαίο να εντοπιστούν. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η εκδήλωση αρχικά της θέλησης για κοινές διαδηλώσεις την 17η Νοέμβρη στην Πάτρα, την Κρήτη και σε άλλες περιοχές. Ένας προσανατολισμός, όμως, που άλλαξε τελευταία στιγμή δημιουργώντας ερωτήματα για το αν αποτελεί πραγματική επιδίωξη. Πολύ περισσότερο οι δυνάμεις της ΚΝΕ μετά από μια μακροχρόνια πολεμική προς τις υπόλοιπες δυνάμεις της μαχόμενης Αριστεράς, ταυτίζοντας την ΕΑΑΚ, την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, την υπόλοιπη Αριστερά με τον ΣΥΡΙΖΑ, κρατώντας «αποστάσεις ασφαλείας» από τους «οπορτουνιστές», οφείλουν να αποδείξουν έμπρακτα ότι προσεγγίζουν την ΕΑΑΚ και τις υπόλοιπες μαχόμενες δυνάμεις, να τεθούν ουσιαστικά στη διαδικασία ενός ενωτικού μαζικού φοιτητικού κινήματος, από το οποίο θα δεσμεύονται και το οποίο θα σέβονται, υπερβαίνοντας τη μέχρι τώρα μονοκομματική ιδιοκτησιακή αντίληψη για το κίνημα.

Η στροφή αυτή, ωστόσο, δεν έχει αναδειχθεί με θεωρητικό και πολιτικό τρόπο τέτοιο ώστε να αποδεικνύεται ότι υπάρχει μια συνειδητή, ειλικρινής και ανιδιοτελής αλλαγή πολιτικής. Δεν έρχεται ως αποτέλεσμα της λενινιστικής πρακτικής της ανοιχτής και δημόσιας αυτοκριτικής και διόρθωσης μιας λαθεμένης πολιτικής κατεύθυνσης. Κάτι τέτοιο αποτελεί βασικό στοιχείο που θα συντελέσει στο να ληφθούν ως αξιόπιστες οι επιλογές αυτές της ΚΝΕ και του ΚΚΕ.

Η βαθύτερη αιτία πίσω από αυτές τις επιλογές είναι η μεγάλη πίεση που δέχονται τα εργατικά, λαϊκά στρώματα και η νεολαία μπροστά σε έναν νέο γύρο επίθεσης από την κυβέρνηση της ΝΔ, η οποία δεν μπορεί να αφήσει ασυγκλόνιστη την βάση του ΚΚΕ και της ΚΝΕ. Αυτή η τάση είναι που γεννά τη διάθεση να ξεπεραστεί η, από την εποχή του Μαρξ, ηττημένη πολιτική του «μονοκομματικού κινήματος» και γεννά πολλαπλές ενωτικές πιέσεις τις οποίες η στρατηγική και κατεύθυνση του ΚΚΕ και της ΚΝΕ δεν μπορούν να ολοκληρώσουν.

Οι ανάγκες της κοινωνικής πάλης, ωστόσο, δεν μπορούν σήμερα να στοιχειοθετήσουν την a priori αποδοχή της διάσπασης είτε του φοιτητικού, είτε σε άλλες περιπτώσεις του εργατικού κινήματος που επιλέγουν να υιοθετήσουν και τμήματα της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς, και στη συγκεκριμένη περίπτωση εκφράζεται δια της άρνησης οποιασδήποτε συνδιαμόρφωσης με το ΚΚΕ και την ΚΝΕ.

Ορισμένες δυνάμεις της αντικαπιταλιστικής και ριζοσπαστικής φοιτητικής Αριστεράς με καταγωγή από τον ιστορικό χώρο των «Συσπειρώσεων», μέχρι τώρα αρνούνταν μια τέτοια προοπτική σαν αποτέλεσμα μιας «αξιακής» άρνησης συνδιαμόρφωσης με το ΚΚΕ και την ΚΝΕ. Έτσι, όμως, αδυνατούν να δουν τη μεγάλη κλίμακα του φοιτητικού κινήματος και καταδικάζουν την ΕΑΑΚ και τα σχήματά της σε «τοποτηρητή» του κινήματος στον εκάστοτε κοινωνικό χώρο. Η πίεση των απαιτήσεων και των διεργασιών δημιουργεί κάποια θετικά ρήγματα σε αυτή τη λογική, που μπορεί και πρέπει να ολοκληρωθούν.

Από τη μεριά των δυνάμεων του ΝΑΡ και της νΚΑ, η όποια αναζήτηση ενωτικών δρόμων, πραγματοποιείται συγκυριακά, χωρίς σταθερή λήψη πρωτοβουλιών σε αυτή την κατεύθυνση. Απουσιάζει η σταθερή επιδίωξη για μια συμμαχία δυνάμεων της μαχόμενης Αριστεράς σε περιεχόμενο και δράση, την οποία αντιπάλεψαν με πάθος το προηγούμενο κρίσιμο διάστημα, αλλά και η οπτική της συγκρότησης σταθερών ενωτικών οργάνων όλων των αγωνιζόμενων φοιτητικών συλλόγων στο φοιτητικό κίνημα και της μεγάλης πλειοψηφίας των ταξικών αγωνιστικών σωματείων στο εργατικό κίνημα. Οι αλλαγές σε αυτούς τους προσανατολισμούς οφείλουν να είναι άμεσες, με συνέπεια και δημόσια συζήτηση και αυτοκριτική προκειμένου να υπερβούμε ουσιαστικά τις ηττημένες πολιτικές του παρελθόντος.

Σε αυτή τη βάση θα είναι πολλαπλά ελπιδοφόρο για το κίνημα και την Αριστερά αν η ΕΑΑΚ «ανοίξει την πόρτα» στη δυνατότητα ενιαίου συντονισμού όλων των αγωνιζόμενων φοιτητικών συλλόγων και στην κοινή δράση με τις δυνάμεις του ΜΑΣ. Κάτι τέτοιο θα ανεβάσει σε νέα επίπεδα τη συνεισφορά της στις τελευταίες φοιτητικές κινητοποιήσεις. Το αντίθετο θα ψαλιδίσει τις δυνατότητες για ένα ενωτικό μαχητικό φοιτητικό κίνημα ικανό να αποτελέσει το πρώτο μεγάλο εμπόδιο στην κυβέρνηση και το νομοσχέδιο για την Παιδεία που ετοιμάζει για το επόμενο διάστημα.

 

Ενιαίο συντονιστικό σήμερα – όργανα «παντός καιρού» αύριο

Ιδιαίτερα στη σημερινή πολιτική περίοδο, όπου η επιβολή και εφαρμογή των μέτρων έχουν στρατηγική σημασία για την αστική τάξη, η αμυντική ακύρωση μέτρων, πολύ δε περισσότερο, η επιθετική απόσπαση κατακτήσεων, μπορεί να γίνει μόνο με μαζικό, διαρκή, πολιτικό εκβιασμό και σύγκρουση. Για αυτό είναι απαραίτητο, το φοιτητικό κίνημα, μέσα από τα δικά του ανεξάρτητα όργανα, να παίξει το δικό του πολιτικό ρόλο εκφράζοντας της ανάγκες της σπουδάζουσας νεολαίας σε αυτή την ιστορική περίοδο, ως τμήμα του ευρύτερου εργατικού-λαϊκού μετώπου ανατροπής.

Σήμερα μπορούν και πρέπει να συγκεντρωθούν όλες οι μαχόμενες δυνάμεις του φοιτητικού κινήματος για τη δημιουργία ενός ενιαίου συντονιστικού όλων των αγωνιζόμενων φοιτητικών συλλόγων (και όχι μόνο όσων αποφασίζουν καταλήψεις). Στηριγμένο στη δημοκρατία των γενικών συνελεύσεων και στις αρχές της αιρετότητας και της ανακλητότητας μπορεί να συγκροτηθεί σε κέντρο αγώνα των φοιτητών και σε πυροδότη ενός μαχητικού ενιαίου μετώπου της νεολαίας με διεκδικήσεις ενάντια στην κυβερνητική πολιτική. Μέσα σε αυτό οι δυνάμεις που δρουν εντός του φοιτητικού κινήματος, αναγνωρίζοντας τις διαφορές τους, θα βρίσκονται σε διαρκή ενότητα και διαπάλη, συγκεντρώνοντας τις δυνάμεις τους στην κοινή δράση απέναντι στον αντίπαλο. Μια τέτοια συγκρότηση του φοιτητικού κινήματος θα ανεβάσει πολλά επίπεδα την ίδια την οργάνωση του και την αποτελεσματικότητα της πάλης του. Κυρίως θα αφήσει μια πολύ σημαντική παρακαταθήκη για την συνέχεια και μια δομή που θα μπορέσει να αποτελέσει όργανο «παντός καιρού» για την δευτεροβάθμια οργάνωση του φοιτητικού κινήματος.

Μια τέτοια εμπειρία θα συμβάλει και στο εργατικό κίνημα όπου ο κατακερματισμός και η διάσπαση του έχουν φτάσει μέχρι και στο πρωτοβάθμιο επίπεδο. Μπορούν σήμερα να ανοίξουν δρόμοι για την υπέρβαση των ξεχωριστών απεργιακών συγκεντρώσεων, των «κομματικής αναφοράς» συντονισμών και σωματείων, για μια νέα ενότητα της εργατικής τάξης και του κινήματός της απέναντι στα συμφέροντα του κεφαλαίου.

Οι δυνάμεις που θα εξαγγείλουν και θα προωθήσουν μια γενναία πολιτική συγκέντρωσης δυνάμεων και υπέρβασης της σημερινής κατάστασης θα είναι πολλαπλά κερδισμένες. Κυρίως, όμως, κερδισμένοι θα είναι οι χιλιάδες νέοι και εργαζόμενοι που ήδη δείχνουν ότι αναζητούν δρόμους για να οργανώσουν την αντιπολίτευσή τους απέναντι στο νέο γύρο επίθεσης της κυβέρνησης.

kommon.gr/