Δέκα μικροί «άριστοι»

Δέκα μικροί «άριστοι»

Έχει γίνει πλέον κανονικότητα. Κάθε τόσο, μπορεί και μια φορά την εβδομάδα, προκύπτει ζήτημα με τις περγαμηνές κάποια «άριστης» επιλογής της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Τελευταία περίπτωση αυτή του υφυπουργού Εξωτερικών, Αντώνη Διαματάρη, που ισχυριζόταν ότι έχει πτυχίο από το πανεπιστήμιο Columbia των ΗΠΑ, μόνο που τελικά, μετά τις αντιδράσεις, παραδέχθηκε ότι απλά παρακολούθησε το μεταπτυχιακό. Ο τραγέλαφος της δήθεν «αριστείας» είναι όμως μόνο το ένα στοιχείο. Το δεύτερο, ίσως πιο διδακτικό, είναι οι προκλητικές απαντήσεις. Φτάνουμε ξανά στο «γιατί μπορούν», την ισχύ και την ανισότητα.

του Θάνου Καμήλαλη

Ο Διαματάρης λοιπόν, είχε προσθέσει τον τίτλο σπουδών του Columbia στο βιογραφικό του, στην ιστοσελίδα του υπουργείου Εσωτερικών, ισχυρισμό που αναπαρήγαγε και σε συνεντεύξεις του. Μετά τις αποκαλύψεις, αναγκάστηκε να παραδεχθεί ότι απλά έχει «παρακολουθήσει» το μεταπτυχιακό πρόγραμμα του αμερικανικού πανεπιστημίου. Η κυβέρνηση, ως είθισται πλέον, κάλυψε και αυτό το στέλεχος της. «Το θέμα έχει λήξει, μετά τη διευκρίνιση ότι σπούδασε» απάντησε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, Στέλιος Πέτσας. Πάλι καλά που δεν μας είπε κιόλας «ότι σιγά το πράγμα, όλοι γράφουν ψέματα στο βιογραφικό τους»…

Για την κυβέρνηση Μητσοτάκη πάντως, το μοτίβο αυτό έχει καταντήσει πλέον «κανονικότητα». Αυτό που συμβαίνει σε μόνιμη βάση είναι ότι η «άριστη» κυβέρνηση κάνει μία «άριστη» επιλογή, μόνο που μετά αποκαλύπτεται ότι η επιλογή αυτή δεν είναι όσο άριστη προβάλλεται, αλλά συνήθως αποτέλεσμα διασυνδέσεων. Ξεσπάει σάλος, κυβερνητικά πρόσωπα απαντούν με θράσος, με ένα «ε και τι έγινε» και η ζωή συνεχίζεται. Το είδαμε στην επιλογή του νέου διοικητή της ΕΥΠ, του κ.Κοντολέοντα, όπου μάλιστα άλλαξε με τροπολογία ο νόμος προκειμένου να μπορεί να διοριστεί και ο Πρωθυπουργός απαντούσε άλλα αντί άλλων στη Βουλή. Το είδαμε στην περίπτωση του διευθυντή του γραφείου του Άδωνη Γεωργιάδη, που όμως, «είναι σαν να έχει δέκα πτυχία». Το είδαμε μαζικά στους διορισμούς των διοικητών των νοσοκομείων, με τον παραλίγο διοικητή του νοσοκομείου Καρδίτσας να αποκαλύπτει πως ακριβώς γίνεται η «δουλειά». Το είδαμε στην, επική, υπόθεση της «ερευνήτριας της NASA», Ελένης Αντωνιάδου, που βραβεύτηκε από την υπουργό Παιδείας, Νίκη Κεραμέως. Το είδαμε σε διορισμούς συγγενών και φίλων σε διάφορα πόστα.

Η Νέα Δημοκρατία έχει κάνει την «αριστεία» ταυτότητά και μονίμως, παρά την όποια συγκάλυψη από τα ΜΜΕ, αυτή η διακήρυξη της γυρίζει μπούμερανγκ, ξεγυμνώνοντάς την. Παράλληλα όμως, είναι προκλητική η αντιμετώπιση τέτοιων περιστατικών, που σε μία «κανονική χώρα», θα οδηγούσαν σε άμεση απόδοση ευθυνών και παραιτήσεις. «Αστοχία» λένε τη μία φορά, «δεν τον ξέρετε» την άλλη, σιωπή την τρίτη και «το θέμα θεωρείται λήξαν» την επόμενη.

Παράλληλα οι εμπλεκόμενοι σε σκανδαλώδεις υποθέσεις συνηθίζουν να κουνάνε και το δάχτυλο, προκαλώντας ακόμα περισσότερο και επιβεβαιώνοντας ότι η «αριστεία» τους είναι μόνο για τον καθρέφτη τους. Για παράδειγμα, είναι κραυγαλέα και κάπως αποκρουστική, η διαφορά ήθους και στάσης μεταξύ των απαντήσεων του Διαματάρη και της  Δήμητρας Τσιαντάκη, της καθαρίστριας που αρχικά καταδικάστηκε σε ποινή δέκα ετών για το πλαστό απολυτήριο Δημοτικού. Ο υφυπουργός δήλωσε «ιδιαίτερα απογοητευμένος» που η «παρερμηνεία οδήγησε σε αρνητικό σχολιασμό». Η καθαρίστρια ζήτησε συγγνώμη για το «λάθος» της. Αυτήν τη λεκτική πρόκληση και την αναίδεια τη βλέπουμε και σε δικαστικές υποθέσεις, που επιτρέπουν στον κάθε Νίκο Γιωργιάδη και τον κάθε Θόδωρο Τσουκάτο να αισθάνονται «δικαιωμένοι», μετά το τέλος των «περιπετειών» τους. Οι οποίες λήγουν με απαλλαγή λόγω παραγραφής.

Η «αριστεία» λοιπόν, όπως και η «ανομία», ή ο «φιλελευθερισμός», είναι απλά ο φερετζές. Πίσω από αυτήν κρύβονται η ισχύς, οι διασυνδέσεις και η ανισότητα. Η απάντηση στο ερώτημα «γιατί» είναι πάντα το «γιατί μπορούν», που το έχουμε δει και σε επίπεδο ευρωπαϊκών «θεσμών», με την κορυφαία περίπτωση του μεταπτυχιακού του Ντάισελμπλουμ αλλά και αυτές των περιστρεφόμενων πορτών της  Λαγκάρντ, Μπαρόσο και Αλμούνια.

Μπορεί λοιπόν η κατάσταση να θυμίζει συχνά σάτιρα και να πιστεύουμε ότι η πραγματικότητα μας κάνει πλάκα, ότι δεν είναι δυνατόν να γίνονται τέτοια πράγματα, τόσο ξεδιάντροπα. Όμως συμβαίνουν, πράγματι. Και τουλάχιστον, μέσα σε αυτήν την κραυγαλέα αντίφαση μεταξύ λόγων και πράξεων της κυβέρνησης Μητσοτάκη, είναι μια καλή ευκαιρία να καταλάβουμε για τι πράγμα ακριβώς μιλάμε. Να μην ανεχόμαστε την κοροϊδία και παράλληλα να μην κοροϊδευόμαστε και μεταξύ μας.

 

Υ.Γ. Είναι συγκλονιστικό το πώς ο Κυριάκος Μητσοτάκης, κήρυκας της «Αριστείας» και της «Αξιοκρατίας» και παράλληλα πανταχού παρών στις επευφημίες των συστημικών ΜΜΕ, είναι μονίμως απών σε κάθε δύσκολο ζήτημα που προκύπτει. Γενικά, ο Πρωθυπουργός δεν είναι μόνο για χειραψίες και lifestyle αφιερώματα.

/thepressproject.gr