Κομμουνισμός και ματαίωση: ενότητα και αντίφαση της κομμουνιστικής εμπειρίας στον 20ο αιώνα, τoυ Δημήτρη Μπελαντή

Κομμουνισμός και ματαίωση: ενότητα και αντίφαση της κομμουνιστικής εμπειρίας στον 20ο αιώνα, τoυ Δημήτρη Μπελαντή

1. Ουσία και πραγμάτωση της κομμουνιστικής ιδέας στον 20ο αιώνα
Μιλώντας για τον ιστορικό κομμουνισμό του 20ου αιώνα, εννοούμε κυρίως το ρεύμα του επαναστατικού μαρξισμού ή την εκδοχή του μαρξιστικού σοσιαλισμού-κομμουνισμού, όπως αυτή διαμορφώθηκε βασικά από τον Β. Ι. Λένιν και την Τρίτη Διεθνή και τα ρεύματα που την συνέχισαν ή που παρεξέκλιναν διαδοχικά από αυτήν, προερχόμενα, όμως, από αυτήν την κοιτίδα ή μήτρα, Δεν αναφερόμαστε στη σοσιαλδημοκρατία και τον αναρχισμό, που χρειάζονται ειδική και ξεχωριστή ανάπτυξη. Περιλαμβάνονται δηλαδή η κύρια τάση του ιστορικού κομμουνισμού, αυτή του «σοβιετικού κομμουνισμού», («σταλινισμού» με την ευρεία έννοια), κατά αλλά και μετά την εξουσία του Στάλιν («σταλινισμός» με την στενότερη έννοια, «μετασταλινισμός» ως χρουστσωφισμός, μπρεζνιεφισμός, διάδοχοι του Μπρέζνιεφ κα), αλλά και τα ρεύματα που διαχωρίστηκαν σταδιακά από αυτήν την κοιτίδα ( ο συμβουλιακός και αντιλενινιστικός/αντιμπολσεβίκικος κομμουνισμός επί Λένιν-Τρότσκυ ήδη, ο τροτσκισμός και λιγότερο σαφώς ο μπουχαρινισμός από τις δεκαετίες 1920 και 1930 και μετά, ο μαοϊσμός και ο μαοσταλινισμός στις διάφορες παραλλαγές τους μετά το 1956, κα.) [1]. Πρέπει, όμως, εδώ, να προχωρήσουμε σε μια βασική τοποθέτηση, να λάβουμε «θέση». Ποια είναι η σχέση ανάμεσα στην κομμουνιστική ιδέα και σχέδιο, όπως γενικά υπάρχει διαχρονικά στην Ιστορία των ταξικών κοινωνιών, αλλά και όπως ειδικότερα διαμορφώθηκε κατά τον 19ο αιώνα από τους Μαρξ και Ένγκελς[2], και στον ιστορικό κομμουνισμό του 20ου αιώνα; Είναι αυτός ο ιστορικός κομμουνισμός του 20ου αιώνα κυρίως έκφραση και αντανάκλαση αυτής της ιδέας και αυτού του σχεδίου ή κυρίως παραμόρφωση και εκφυλισμός τους ; Επίσης, η ιδέα του κομμουνισμού ως κοινωνίας ισότητας και δικαιοσύνης, χωρίς οικονομική εκμετάλλευση και κρατική καταπίεση, στην μαρξιστική ή την αναρχική της εκδοχή, η ακόμη παραπάνω στην διαχρονική προμαρξιστική της έννοια, είναι μια στατική ή μεταφυσική ιδέα/σύστημα ιδεών ; Είναι (μόνο;) μια υπεριστορική Ιδέα του Αιώνιου και του Αδιαλείπτου της Κοινωνικής Δικαιοσύνης ή είναι μια ιδέα με έναν ελάχιστο ιδεολογικό, γνωσιακό και αξιακό πυρήνα, ο οποίος όμως επανακαθορίζεται διαρκώς από την ιστορική πρακτική, την πρακτική των ταξικών δυνάμεων αλλά και της (σχετικά αυτόνομης) διαπάλης των πολιτικών και φιλοσοφικών ιδεών; Στο σημείο αυτό, αξίζει να υπάρξει στο ζήτημα ουσίας/πραγμάτωσης μια πιο ειδικά φιλοσοφική πραγμάτευση της σχέσης ανάμεσα σε ένα ιστορικά διαμορφωμένο και όχι μεταφυσικό σύστημα ιδεών, όπως η προμαρξική έννοια του κομμουνισμού και η μαρξική και μαρξιστική έννοια του κομμουνισμού, και στην ιστορική διαδρομή των ιδεών, που ουσιαστικά είναι και ο ως τώρα κυρίαρχος τρόπος ύπαρξης τους μέσα στην κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα, ιδίως μέσα στην κοινωνική και πολιτική διαπάλη συμφερόντων αλλά και ιδεών. Η φιλοσοφική αυτή πραγμάτευση δεν θα γίνει εδώ, αλλά θα υπάρξουν μόνο υπαινιγμοί και θα ακολουθήσει μια πιο ειδική, κατά το δυνατόν, τοποθέτηση σε άλλο κείμενό μας[3].

Κατά την γνώμη μας, η κομμουνιστική ιδέα και στρατηγική, όπως εκφράστηκε και πραγματώθηκε ιστορικά στον 20ο αιώνα (δηλαδή, ήλθε σε επαφή με τον υλικό κόσμο και επέδρασε σε αυτόν ή μεταμορφώθηκε διαμέσου αυτού), συνδύασε μια αντιφατική ενότητα ανάμεσα στην σε συγκεκριμένες συνθήκες εν μέρει γνήσια έκφραση/υλοποίησή της και την σε συγκεκριμένες συνθήκες εν μέρει παραμόρφωση /εκφυλισμό/έμπρακτη άρνησή της και εξουσιαστική της μορφοποίησή της (εξουσιαστική κατά των υποτελών τάξεων κυρίως), Η ύπαρξη του κομμουνισμού ιστορικά στον 20ο αιώνα συνδύασε μια επίμονη, μακρά και ηρωική προσπάθεια υλοποίησης των ιδεών και αξιών του κομμουνισμού ( ο κομμουνισμός ως ιδέα ή σύστημα ιδεών, σε γενικές γραμμές : πάλη κατά του καπιταλισμού και για την ανατροπή του, με σκοπό μια εξισωτική κοινωνία ελευθερίας και δικαιοσύνης, στην βάση της κοινωνικής ιδιοκτησίας και ελέγχου των μέσων παραγωγής, στην προοπτική του μαρασμού του κράτους, της αύξησης της πολύμορφης ανθρώπινης ελευθερίας ), αλλά, παράλληλα, και μια επανειλημμένη ματαίωσή τους και άρνησή τους από τις επαναλαμβανόμενες πρακτικές πολλών κομμουνιστών, ιδίως αλλά όχι μόνο ηγετικών, καθώς και από τις πάγιες πρακτικές αυταρχικών και εκμεταλλευτικών καθεστώτων που ορίσθηκαν –και με μια έννοια που σέβεται την ιστορικότητα ήταν πράγματι, τουλάχιστον ως ιδεολογικά οριζόμενα και αναγνωρίσιμα – «σοσιαλιστικά» ή «κομμουνιστικά». Από την άποψη της διαλεκτικής της εξέλιξης, η κομμουνιστική στρατηγική, συναντώμενη με τους συγκεκριμένους ιστορικούς όρους ύπαρξης της καπιταλιστικής κοινωνίας στον 20ο αιώνα (πάλη των τάξεων, κίνηση οικονομική των τάσεων του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, πολιτιστικές εξελίξεις, όψεις πολιτικής οργάνωσης των τάξεων, κρίσεις, πόλεμοι κ.λπ.), πραγματώθηκε με τρόπο που εν μέρει υλοποιούσε και πραγματοποιούσε γνήσια την ουσία της (όψεις αυτόνομης μαζικής κινητοποίησης και πολιτικής /ιδεολογικής διαφώτισης των εργαζομένων, όψεις οικονομικής και πολιτικής διεκδίκησης ή και κατάκτησης της πολιτικής εξουσίας από αυτούς, όψεις αυτοργάνωσης και αυτοδιεύθυνσης εργαζομένων και λαϊκών τάξεων στην οικονομία, την πολιτική, τον πολιτισμό, όψεις προχωρήματος μιας μετάβασης στον κομμουνισμό κα., όψεις ενός αυτοκατευθυνόμενου, δημιουργικού και κοινοτικού εργατικού-λαϊκού πολιτισμού ) και εν μέρει αλλοτρίωνε ή διέστρεφε ή και ακύρωνε πλήρως την ουσία της, αντικειμενοποιούμενη και πραγμοποιούμενη (“verdinglicht”, στα γερμανικά ) σε γραφειοκρατικά εξουσιαστικά επί του λαού καθεστώτα, κοινωνικές μορφές ή και πολιτικές πρακτικές που πρόδιδαν πλήρως την διεκδίκηση της κοινωνικής ισότητας και της κοινωνικής και πολιτικής ελευθερίας ή και την ίδια την ανθρώπινη αξιοπρέπεια ακόμη. Που ενσωμάτωναν αυτήν την ουσία κατά τρόπο σαφώς αλλοτριωτικό, την «ενσωμάτωναν» αλλά και την αντιπαρέθεταν στους εργαζόμενους, κατά την έννοια των «Οικονομικών και Φιλοσοφικών Χειρογράφων» (Μαρξ 1844), σύμφωνα με τις ιστορικές μορφές όπου είχε ενσωματωθεί, μορφές που συνιστούσαν, από ένα σημείο και μετά, μια απώλεια αλλά και μια φετιχιστική «πραγμοποίηση» αυτής της ουσίας, έναν μετασχηματισμό από την εφαρμογή στην πλαστογράφηση και στο Θέαμα [4]. Μια ενσωμάτωση της ιστορικά διαμορφωμένης ανθρώπινης υποκειμενικότητας σε «πράγματα» και ιδίως σε σχέσεις ή καθεστώτα και καταστάσεις κυριαρχίας, ριζικά αναιρετικά αυτής της υποκειμενικότητας και της ιστορικής δυνατότητας εκδίπλωσης των καταπιεσμένων ανθρώπινων αναγκών και δυνατοτήτων[5]. Καθεστώτα, επίσης, που σταδιακά «πάγωσαν» και μπλόκαραν την μετάβαση από τον καπιταλισμό στον κομμουνισμό ή και την παλινδρόμησαν προς την ταξική κοινωνία ενός ορισμένου είδους. Η κατάρρευση αυτών των ιδιόμορφων ταξικών καθεστώτων το 1989-1991 (Σοβιετική Ένωση, κα.) ή ο σταδιακός, χωρίς εμφανή πολιτική ή κρατική τομή, κλασσικός καπιταλιστικός μετασχηματισμός τους (Κίνα, Βιετνάμ κ. α.. ) επισφράγισαν την αποτυχία αυτών των πειραμάτων ως κομμουνιστικών και την επιτυχία τους ως μορφών συσσώρευσης του κεφαλαίου, η οποία είχε παγιωθεί πολύ πριν από την «κατάρρευση» και απλώς επικυρώθηκε ιστορικά μέσω αυτής και οδηγήθηκε στην πιο καθαρή της μορφή. Συνδυάσθηκε έτσι, ως έντονα αντιφατική ενότητα, μια ισχυρή όψη αγωνιστικού μεγαλείου και αυτοθυσίας με μια απεχθή όψη τραγωδίας και εγκατάλειψης, αλλοίωσης, αν όχι και σαφούς προδοσίας, των κομμουνιστικών αρχών. Όσο ο χρόνος απόστασης από τον Οκτώβρη μεγάλωνε, η διάσταση της γραφειοκρατικής φενάκης και της διαστροφής του κομμουνιστικού σχεδίου, τουλάχιστον εκεί όπου υποτίθεται ότι υπήρχε «σοσιαλιστική κρατική εξουσία», μεγάλωνε και η θετική αγωνιστική διάσταση υποβαθμιζόταν ( σε συνδυασμό και με ανεξάρτητες αιτίες που αφορούν την ταξική πάλη και την πορεία του εργατικού κινήματος στην Δύση και στον κλασσικό καπιταλισμό και μόνο)[6]. Ενώ η ρητορική περί ισότητας ανέβαινε όλο και πιο ψηλά, προς τον ουρανό, μαζί με τα ταξίδια του «Σπούτνικ», η κόκκινη σημαία (κατά την περίφημη φράση του Μάο) έπεφτε στη γη.

Η αλλοτρίωση του κομμουνιστικού σχεδίου, δηλαδή η πραγμάτωσή του ιστορικά, τουλάχιστον εν μέρει, κατά τρόπο που ματαίωσε ή ακύρωσε το χειραφετητικό του περιεχόμενο σχετίζεται, σε κάποιον βαθμό, και με την ιστορική θεωρητική τοποθέτηση του μαρξισμού και τα προβλήματα που η μαρξιστική θεωρία έθεσε και προσπάθησε να λύσει ήδη από την εποχή των κλασσικών. Σε ένα ειδικότερο κείμενο, θα δούμε και ορισμένα εγγενή προβλήματα της μαρξιστικής θεωρίας, που συνέβαλαν σχετικά στον εκφυλισμό του ιστορικού κομμουνισμού, Στο σημείο αυτό θα αρκεστούμε να τονίσουμε το γεγονός ότι το κομμουνιστικό σχέδιο στον καπιταλισμό, και ως θεωρητική σύλληψη και κατά την διαδικασία πρακτικής πραγμάτωσής του, είναι ένα αντιφατικό σχέδιο ( όχι λογικά αλλά πραγματικά αντιφατικό), διατρέχεται δηλαδή όχι μόνο από θεωρητική συνοχή αλλά και από ενεργές αντιφάσεις (contradictions) στο εσωτερικό του [7].Οι θεωρητικές (όπως και οι πρακτικές) αντιφάσεις είναι όψεις της κίνησης και εξέλιξης αυτού του σχεδίου στην ιστορική πράξη : στην εξέλιξή τους και στην εσωτερική τους διαπάλη, μπορούν δυνητικά να ενισχύσουν την υλοποίησή του, ή αντίθετα, να το ανασχέσουν ή και να το ματαιώσουν ακόμη ( βλ. αναλυτικά το εξαιρετικό έργο του Μπετελέμ για τους Ταξικούς Αγώνες στην ΕΣΣΔ., τ. 1-3, όπου παρουσιάζεται παράλληλα η υλική ταξική πάλη στην ΕΣΣΔ με την σύγκρουση ανάμεσα σε ανταγωνιστικές ή μη ανταγωνιστικές θεωρήσεις εντός του μαρξισμού, που εκφράζουν ουσιαστικά ανταγωνιστικούς και μη ανταγωνιστικούς πόλους των αντιφάσεων της μαρξιστικής θεωρίας ), Κάθε αντίφαση συνιστά μια ταυτόχρονη αντιφατική ενότητα αλλά και αέναη σύγκρουση ανάμεσα στους «αντίθετους» πόλους της ή πλευρές της[8]. Η σύγκρουση των πόλων των αντιφάσεων αυτών της θεωρίας συνδέεται με την πολιτική και ιδεολογική ταξική πάλη και σύγκρουση τόσο μεταξύ εργατικής τάξης/κεφαλαίου όσο και στο εσωτερικό της εργατικής τάξης και των μορφών οργάνωσής της ή ακόμη και μέσα στο εσωτερικό των κυρίαρχων ή αναδυόμενων κυρίαρχων τάξεων. Η ταξική πάλη εσωτερικεύεται και μέσα στην εργατική τάξη και γενικά τις υποτελείς τάξεις, σε συνδυασμό με τις αντιφάσεις της μαρξιστικής θεωρίας, ενώ η ιδεολογική επιρροή εσωτερική ή εξωτερική πάνω στις επαναστατικές τάξεις της ανατρεπτικής τάσης ή του αστικού/καθεστωτικού συστήματος ενεργοποιεί ταυτόχρονα τους πόλους των αντιφάσεων της μαρξιστικής θεωρίας στην εσωτερική τους σύγκρουση. Η έκβαση της υλικής ταξικής πάλης μεταξύ των τάξεων αλληλοσυνδέεται και με την έκβαση της πάλης μεταξύ των πόλων των αντιφάσεων της μαρξιστικής αλλά και γενικότερα της κομμουνιστικής θεωρίας. Η ίδια η Ιδέα του κομμουνισμού δεν είναι μια αφηρημένη πλατωνική ή θεωρησιακή Ιδέα[9] ή μια «καθαρή επιστήμη» (όπως λ.χ θα ήθελε ο Ένγκελς ή το αλτουσεριανό ρεύμα, στην πρώτη του φάση τουλάχιστον, την πιο θετικιστική) ή ένα απολύτως συνεκτικό ρεύμα ή σύστημα [10]αλλά επηρεάζεται και εξελίσσεται μέσα από την πάλη και την σύγκρουση μεταξύ των πόλων των αντιφάσεων της μαρξιστικής και γενικότερα της κομμουνιστικής θεωρίας, σε συνδυασμό και με την υλική σύγκρουση των κοινωνικών και ταξικών δυνάμεων, και μέσα από αυτήν την πολλαπλή διαλεκτική κίνηση μπορεί, βεβαίως, να μετασχηματισθεί τόσο θετικά όσο και αρνητικά, προς την ανατροπή, την παγίωσή ή την μετά-την –ανατροπή-επανασταθεροποίηση των κυρίαρχων εκμεταλλευτικών κοινωνικών και ταξικών σχέσεων. Ιδίως, ανάμεσα στους πιο σύγχρονους μαρξιστές, ο Σαρλ Μπετελέμ στο τρίτομο έργο του για τους «Ταξικούς Αγώνες στην ΕΣΣΔ», επιχείρησε να συνδυάσει την πολιτική ταξική πάλη με την ανάπτυξη και όξυνση των αντιφάσεων μέσα στην μαρξιστική θεωρία, όξυνση που συνδέεται και με την οικειοποίηση ορισμένων όψεων της μαρξιστικής θεωρίας από την εκάστοτε άρχουσα τάξη[11]. Ας δούμε μερικές από αυτές τις ενεργές αντιφάσεις εντός της μαρξιστικής θεωρίας για τον κομμουνισμό :

–          Αναγκαία κατοχή και κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας από την εργατική τάξη με στόχο, όμως, μετά την επίτευξη των στόχων αυτής της κατοχής της εξουσίας (απαλλοτρίωση των κυρίαρχων τάξεων, άρση της σχέσης κεφάλαιο-εργασία ) τον μαρασμό της, την απόσβεσή της. Αυτή είναι η επαγγελία και του Μαρξ αλλά και του Λένιν στο «Κράτος και Επανάσταση». Όμως, παρά το ότι αυτή η κατοχή και διατήρηση της κρατικής /πολιτικής εξουσίας είναι, όπως αποδείχθηκε συχνά και πρακτικά, ιστορικά αναγκαία, ιδίως στον βαθμό που μιλάμε και για την μετάβαση όχι μόνο από τον καπιταλισμό στον κομμουνιστικό τρόπο παραγωγής, αλλά και από την μακροχρόνια ταξική κοινωνία, προκαπιταλιστική και καπιταλιστική, στην αταξική κοινωνία, η κρατική εξουσία είναι μια «κατάσταση» που παλεύει να αναπαραχθεί και να επιβιώσει και όχι να μαρανθεί, αντιστέκεται βίαια στον μαρασμό της, Η θέση του Στάλιν στα 1936 ότι κατά την μετάβαση η εργατική εξουσία ενδυναμώνεται, καθώς η ταξική πάλη οξύνεται, απορρέει μεν από μια προσχηματική, όταν διατυπώθηκε, στρατηγική προνομίων της γραφειοκρατίας αλλά δεν είναι και αυτονόητα λάθος, τουλάχιστον όχι σε κάθε περίπτωση.

–          -Κρατικοποίηση ή /και κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής ; Όπως επισημαίνει ο Μπετελέμ στο τρίτομο έργο του για τους «Ταξικούς Αγώνες στην ΕΣΣΔ», η κρατικοποίηση των μέσων παραγωγής σε βάρος των παλιών καπιταλιστών -ιδιοκτητών από ένα εργατικό κράτος αποτελεί αναγκαίο, σε πολλές περιπτώσεις, αλλά όχι ικανό όρο του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού και της ίδιας της κοινωνικοποίησης των μέσων παραγωγής( τ.Β’ σελ. 290-310, 497-499, Α’ Έκδοση, Αθήνα 1977, Ράππας ). Ζητήματα όπως ο κοινωνικός καταμερισμός εργασίας και ιδίως η σχέση χειρωνακτικής και διανοητικής εργασίας και γενικότερα διευθυνόντων –εκτελεστών στην παραγωγή και στην πολιτική, η επαναστατικοποίηση («συντριβή») ή μη του αστικού κράτους, η αυτοδιεύθυνση της παραγωγής από τους εργαζόμενους και την κοινωνία ή αντίθετα η μονοπρόσωπη και γραφειοκρατική της διεύθυνση, η γραφειοκρατικοποίηση της εργατικής εξουσίας, η σχέση γραφειοκρατικού σχεδιασμού, δημοκρατικού σχεδιασμού και οικονομίας αγοράς –εμπορευμάτων, η σχέση πολιτιστικής και κοινωνικής επανάστασης στα ευρύτερα ηθικά και κοινωνικά πεδία (πχ πιο ελεύθερη οργάνωση της σεξουαλικής ζωής στην ΕΣΣΔ τα πρώτα μετεπαναστατικά χρόνια και δέσμευσή της μετά) ή επιστροφής στον κοινωνικό κονφορμισμό, είναι κρίσιμα ζητήματα που ολοκληρώνουν ή ακυρώνουν την μετατροπή της νομικής κρατικοποίησης των μέσων παραγωγής σε πραγματική δημόσια και κοινωνική ιδιοκτησία. Ή την καθιστούν προκάλυψη και νομιμοποίηση μιας νέας ταξικής κυριάρχησης.

–          Αξιοποίηση της επιστήμης και της τεχνικής από την εργατική τάξη και τις κυριαρχούμενες τάξεις με σκοπό την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, αφού η μετάβαση στον κομμουνισμό, κατά τους κλασσικούς, απαιτεί μια ακόμη μεγαλύτερη ή και πολύ μεγάλη ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων (βλ. και πρόλογο του Μαρξ στην «Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας», κείμενο του 1859).. Παράλληλα, η έμφαση στην ποσοτική και εντατική ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων τείνει να αναπαράγει την αντίθεση εργατών και ειδικών, διευθυνόντων –εκτελεστών και, άρα, να διαιωνίσει την κοινωνική ιεραρχία και όχι να την άρει. Παρέκκλιση προς τον οικονομισμό, τεχνικισμό, παραγωγισμό.

–          Νόμοι της οικονομικής κι κοινωνικής ανάπτυξης, «κλειστοί» ή «ανοιχτοί». Στην περίπτωση των «κλειστών καθορισμών», σε τι έγκειται, άραγε, η προτεραιότητα της ταξικής πάλης; Είναι η ταξική πάλη πεδίο ελεύθερης έκβασης ή είναι πεδίο που «υλοποιεί» απλώς τους «κλειστούς» νόμους; Και αν υλοποιεί τους «κλειστούς νόμους» ή τις «νομοτελειακές τάσεις», γιατί άραγε είναι πρωτεύων κανόνας της Ιστορίας, όπως διακηρύσσεται στην αρχή του «Κομμουνιστικού Μανιφέστου»;

–          Διεθνισμός αλλά και εθνική οργάνωση της ταξικής πάλης και της πολιτικής εξουσίας των εργαζομένων. Διεθνής επανάσταση ή σοσιαλισμός σε μια μόνη χώρα;

–          Τονισμός του συνειδητού στοιχείου γύρω από το κόμμα και την πολιτική οργάνωση, η οποία μάλιστα στηρίζεται σε σημαντικό βαθμό στην ριζοσπαστική αστική διανόηση αλλά και διαμορφώνει αντικειμενικά μια πολιτική ελίτ εντός της τάξης, η οποία «εισάγει» την πολιτική συνείδηση στην τάξη, σύμφωνα με την άποψη των Καρλ Κάουτσκυ και Β. Ι. Λένιν, Για ποιόν λόγο η ιεραρχία που γεννιέται μέσα από την δόμηση της οργάνωσης ανάμεσα στην τάξη και την οργάνωση της τάξης είναι κάτι που θα υποχωρήσει αυτόβουλα και ανυστερόβουλα; Γιατί ένας μηχανισμός που στηρίζεται στην «διάκριση» και στην τουλάχιστον διανοητική και συμβολική εξουσίαση δεν θα παλέψει μονίμως για να την αναπαράγει ή και να μετατρέψει την συμβολική σε υλική εξουσίαση; Μπορεί, από την άλλη πλευρά, η ανάγκη για μια ξεχωριστή πολιτική οργάνωση της τάξης, να καταργηθεί (πχ απόψεις για συγχώνευση συνειδητού και αυθόρμητου στον συμβουλιακό κομμουνισμό ή τον αναρχισμό) ή να γίνει πολύ πιο χαλαρή και ελαστική ; Και σε ποιόν βαθμό είναι αυτό εφικτό ; Τι πρέπει να αλλάξει στην προσέγγισή μας σε μια κομμουνιστική πολιτική οργάνωση μετά από την αρνητική εμπειρία ενός αιώνα;

–          Αντικειμενική έδραση των τάξεων στις παραγωγικές σχέσεις αλλά και ρευστότητά τους και έντονη υποκειμενικοποίησή τους μέσα και κατά την ταξική πάλη, ιδίως σε σχέση με το ζήτημα της συνείδησης. Η εργατική τάξη αντικειμενικά σε σχέση με την υπαγωγή της στην καπιταλιστική παραγωγή δεν είναι ριζικά διαφορετική στον 21ο αιώνα από ό,τι ήταν στον 19ο. Υποκειμενικά, όμως, πράγμα που είναι πολύ σημαντικό, καθώς οι τάξεις εκδιπλώνονται και αναπτύσσονται, υπάρχουν πλήρως κυρίως μέσα από την ταξική πάλη και την συμμετοχή τους σε αυτήν, υπάρχουν σχεδόν αποκλειστικά μέσω της συμμετοχής τους στην ταξική πάλη ( Ν. Πουλαντζάς «Πολιτική εξουσία και κοινωνικές τάξεις», Αθήνα 1975, Θεμέλιο, τ.2), κατά πόσο είναι η σύγχρονη εργατική τάξη στο σύνολό της «προλεταριάτο» ή έστω δυνάμει προλεταριάτο ; Κατά πόσο και πώς ενοποιείται ιδεολογικά και πρακτικά μέσα στην ταξική πάλη; Κατά πόσο υπερβαίνει τον φυλετισμό του μεταμοντέρνου καπιταλισμού; Κατά πόσο, με τους όρους του Κονστάντσο Πρέβε, μπορεί σήμερα μια εργασιακή κοινωνική τάξη να μετασχηματισθεί σε «φιλοσοφική τάξη» (προλεταριάτο) που έχει ως ιστορικό σκοπό την αταξική κοινωνία μέσα από την καθημερινή δράση της; Επίσης, είναι η εργατική τάξη όργανο της Ιστορικής Ανάγκης ή είναι μια κοινότητα ανθρώπων, η οποία, εν μέσω σκληρών και πολλών προσδιορισμών και καταναγκασμών, είναι και ηθικό υποκείμενο, που επιλέγει υποκειμενικά την απελευθέρωσή της ή, αρκετά συχνότερα, την παράταση της ταξικής εκμετάλλευσης; Και ποια αξία έχει η εργατική τάξη για τους «επαγγελματίες επαναστάτες», όταν αρνείται ή απλώς δεν μπαίνει στον ιστορικό κόπο να υλοποιήσει τα σχέδιά τους; Όταν αποδεσμεύεται από την Ιστορία; Έχει, άραγε, κάποιαν αξία, στην περίπτωση αυτήν ; Ή έχει αξία μόνο ως όργανο των σχεδιασμών της Ιστορίας και των γραφειοκρατιών που την επικαλούνται;

–          Τάση του καπιταλισμού προς την «κατάρρευση» αλλά και τάση ανατροφοδότησής του μέσα από την ταξική πάλη. Η υποχώρηση της ανατροφοδότησης του κεφαλαίου από την ταξική πάλη (όπως εν μέρει συμβαίνει σήμερα) μπορεί να οδηγήσει στο βάλτωμα του καπιταλισμού, αναπτυξιακό ή και κοινωνικό-πολιτισμικό, στην στασιμότητα (M. Τronti 2015, W. Streeck 2016) [12]. Ο Mario Tronti στο συγκινητικό κείμενό του τού 2015 ( συνέντευξη με τον τίτλο “I am defeated” «είμαι ένας ηττημένος άνθρωπος») ορίζει συγκεκριμένα τον καπιταλισμό στο στάδιο της «νίκης του επί του κομμουνισμού» ως έναν καπιταλισμό στερημένο πια από γόνιμες δυναμικές, παρά την νίκη του ή μάλλον εξαιτίας αυτής. Ο καπιταλισμός χωρίς άμεσα ανατρεπτικό κίνδυνο γίνεται ένας αντι-ηγεμονικός ή μάλλον μη-ηγεμονικός καπιταλισμός.

Η αλλοτρίωση του κομμουνιστικού σχεδίου στον 20ο αιώνα ( και μέχρι σήμερα ουσιαστικά) σχετίζεται με παράγοντες υποκειμενικούς αλλά και αντικειμενικούς. Οι αντικειμενικοί αφορούν όρια και δυσκολίες κάθε συγκεκριμένης συγκυρίας και εμπειρίας (πχ μη επέκταση επανάστασης στη Δύση και απομόνωση της Σοβιετικής Ρωσίας). Οι υποκειμενικοί αφορούν, σε μεγάλο βαθμό, αυτό που ονομάζουμε έκβαση της πάλης των τάξεων(οικονομικής, πολιτικής, ιδεολογικής), Το εργατικό κίνημα στις πιο αναπτυγμένες καπιταλιστικές κοινωνίες και ο συνδυασμός εργατικού και αντιιμπεριαλιστικού κινήματος στις περιφερειακές και ημιπεριφερειακές χώρες έδωσε εξαιρετικά σημαντικούς αγώνες τόσο ποσοτικούς-διεκδικητικούς όσο και άμεσα επαναστατικούς αγώνες κατά του καπιταλισμού και του ιμπεριαλισμού. Οι αγώνες αυτές έφτασαν σε ανατρεπτικό/ επαναστατικό επίπεδο κυρίως στους τρεις επαναστατικούς κύκλους του 20ου αιώνα[13] : 1) την περίοδο 1917-1923, παρεκτεινόμενη έως και την Ισπανική Επανάσταση του 1936-1939 2) την περίοδο σοσιαλιστικών-αντιιμπεριαλιστικών επαναστάσεων μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, 1945-1950 και 3) την περίοδο των κινημάτων του Μάη 1968 στις καπιταλιστικές μητροπόλεις αλλά και στον «Υπαρκτό Σοσιαλισμό» καθώς και των μεγάλων αντιιμπεριαλιστικών εξεγέρσεων στην περιφέρεια ( 1965-1980). Επίσης, οι επαναστατικοί κύκλοι του 20ου αιώνα σχετίζονται και με έναν ευρύτερο διακοσαετή «Κύκλο των κλασσικών επαναστάσεων», που ξεκινά με το γαλλικό 1789 και τελειώνει το 1989 με την πτώση του «σοσιαλιστικού στρατοπέδου». Το τέλος του «τρίτου κύκλου» σηματοδοτεί και το τέλος του ιστορικού Μεγάλου Κύματος, που ήταν η «κλασσική εποχή των επαναστάσεων» (1789-1989)[14]. Βγαίνοντας από τον τρίτο επαναστατικό κύκλο του 20ου αιώνα (δεκαετία του 1980 το αργότερο), έχει, τουλάχιστον για μια μεγάλη ιστορική περίοδο, όχι μόνο χαθεί σε διεθνή κλίμακα το επαναστατικό στοίχημα αλλά ηττηθεί ακόμη και ο κλασσικός εργατικός ρεφορμισμός. Το έτος «1989» συμβολίζει αυτήν την μεγάλη ιστορική καμπή σε βάρος του εργατικού και αντιιμπεριαλιστικού κινήματος. Όποιος θεωρεί ότι βρισκόμαστε σε μια σχέση απόλυτης ιστορικής συνέχειας με το «1917», το «1945» ή και το «1968» ακόμη, είναι βαθιά νυχτωμένος και ιδεοληπτικός ή είναι κυνικός απατεώνας ή ταλαντεύεται ανάμεσα στα δύο, Οι υποκειμενικοί παράγοντες σχετίζονται και με την ραγδαία αναδιαμόρφωση του πολιτισμού, των κοινωνικών αναγκών και των συμβολικών σημασιών στις καπιταλιστικές μητροπόλεις και εν μέρει και παγκόσμια. Αυτή η αναδιαμόρφωση συντείνει στην καταναλωτική εξατομίκευση, στον ατομικιστικό ναρκισσισμό, στην κατάρρευση των παλιότερων συνειδήσεων και ταξικών, εθνικών ή άλλων συλλογικών δεσμών (γειτονιά, οικογενειακή κοινότητα, τοπικότητα, αντίληψη για την σεξουαλικότητα και την έμφυλη ζωή, που ήταν μεν εν μέρει συντηρητική και σεξιστική, αλλά ενείχε και προστατευτικές λειτουργίες, σχέση με φύση κα[15].) Το ζήτημα της «επανάστασης» (η εξέγερση είναι κάτι το πολύ διαφορετικό, έχει άλλες προϋποθέσεις) ως καθολικού μετασχηματισμού των κοινωνικών σχέσεων, ως «ολότητας» του κοινωνικού, έχει υποχωρήσει ριζικά στις κοινωνικές συνειδήσεις, ακόμη και της ποσοτικά αλλά όχι ποιοτικά διευρυνόμενης μισθωτής εργασίας. Το ότι μπορεί στο μέλλον να ανακάμψει, το ότι αξίζει να αγωνίζεται κανείς γι’ αυτό μέσα από τις αντιφάσεις του παρόντος, δεν σημαίνει ότι πρέπει να ζούμε σε μια «εικονική πραγματικότητα», σε μια προσομοίωση[16] (simulation), σαν αυτήν που πρεσβεύουν αλλά και «ζουν» εικονικά οι υπαρκτές οργανώσεις της μαρξιστικής Αριστεράς, με μια ρητορικά πληθωρική αλλά όχι πρακτική αναφορά στον μαρξισμό και τον σοσιαλισμό- κομμουνισμό και στην κατάσταση της κοινωνίας, η οποία αναδιπλασιάζει την αναντιστοιχία και το ψέμα. Διαφορετικό από την επανάσταση (revolution) ως καθολική κοινωνική και πολιτική αλλά και πολιτισμική διαδικασία, είναι το ζήτημα των εξεγέρσεων (uprisings), οι οποίες αναπτύσσονται –ευτυχώς- και στο παρόν (βλ. Χιλή, Κίτρινα Γιλέκα στην Γαλλία κα. ), εκφράζουν τον κοινωνικό ανταγωνισμό, αλλά έχουν λιγότερο οργανικό και μακροπρόθεσμο χαρακτήρα και πιο πολύ συγκυριακό και άμεσα παροντικό χαρακτήρα και δεν θέτουν ζήτημα πολιτικής και κοινωνικής εξουσίας,

Η αρνητική έκβαση της πάλης των τάξεων όσον αφορά το ανατρεπτικό εγχείρημα στον 20ο αιώνα και μέχρι και σήμερα συνδέεται με μια σειρά από παράγοντες. Κατ’ αρχάς, ακόμη και σε έναν τρόπο παραγωγής όπου η κυριαρχούμενη τάξη είναι εκπαιδευμένη, πειθαρχημένη, συντονισμένη και έχει εκπαιδευθεί στο να διευθύνει την παραγωγή, η νίκη της είναι ένα ιστορικό ενδεχόμενο και όχι μια νομοτέλεια ή μια αναγκαιότητα με την έννοια του φυσικού νόμου. Η ανατρεπτική δυνατότητα και ο κομμουνισμός συνιστούν πολύ ισχυρότερη ενδεχομενική δυνατότητα στον καπιταλισμό από εκείνη του κομμουνισμού ως κινήματος στις προκαπιταλιστικές κοινωνίες (Σπάρτακος, πόλεμος των χωρικών στη Γερμανία του 1520 κλπ), αλλά καθόλου δεν συνιστούν βεβαιότητα, νομοτέλεια ή αναπόφευκτη έκβαση. Επίσης, αυτή η δυνατότητα και ενδεχόμενο στις διάφορες φάσεις ή περιόδους του καπιταλισμού έχει διαβάθμιση ως προς την πιθανότητα ιστορικής επαλήθευσης. Μετά το τέλος της κλασσικής «εποχής των επαναστάσεων», βρισκόμαστε σε μια μακρά περίοδο, όπου οι τιμές πιθανής επαλήθευσης του ανατρεπτικού σχεδίου είναι μικρότερες από ό,τι κατά την «κλασσική εποχή των επαναστάσεων». Αυτό δεν αποκλείει την επάνοδο της επανάστασης, αλλά την καθιστά σχετικά πιο δύσκολη και πιο ασαφή ως προς τους κοινωνικούς και πολιτιστικούς της όρους, αν και όταν επανακάμψει. Όποιος το αρνείται αυτό, μάλλον κάνει λάθος.

Βεβαίως, η υποκειμενική ήττα της επανάστασης στον 20ο αιώνα συνδέθηκε και με σημαντικούς αντικειμενικούς παράγοντες, που έριξαν όλο το βάρος τους στην ζυγαριά. Την κτηνώδη και αμείλικτη αντίδραση του καπιταλισμού /ιμπεριαλισμού, την άνοδο του φασισμού-ναζισμού, ως αντιδραστικού κοινωνικού κινήματος αλλά και ως όπλου των καπιταλιστών κατά των εργατών, την περικύκλωση της ΕΣΣΔ και αργότερα του λεγόμενου «σοσιαλιστικού στρατοπέδου» από τον κλασσικό καπιταλισμό/ιμπεριαλισμό της Δύσης, την πυρηνική απειλή, τον φόβο θανάτου που συνδέεται με την επιλογή να μην επαναστατήσεις, τις καπιταλιστικές μεταρρυθμίσεις υπό την πίεση της ανατροπής και την για τριάντα τουλάχιστον χρόνια άνοδο του βιοτικού επιπέδου στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές κοινωνίες, την λειτουργία των ποικιλόμορφων Ιδεολογικών Μηχανισμών του αστικού κράτους, από τους οποίους ο κοινοβουλευτισμός, ακόμη και στην σύγχρονη υποτιμημένη του μορφή, είναι σαφώς ο διαρκέστερος και ισχυρότερος, σε συνδυασμό βεβαίως με την ακατάσχετη εμπορευματοποίηση και καταναλωτισμό κλπ, Υπάρχει, βεβαίως, και η άποψη ότι ο βασικός αντικειμενικός παράγων της αποτυχίας του κομμουνισμού στον 20ο αιώνα ήταν η ανωριμότητά του σε σχέση με όψεις της επιστημονοτεχνικής επανάστασης, που ακόμη δεν είχαν εμφανιστεί ( πληροφορική τεχνολογία, βιοτεχνολογία, γενετική, μικροηλεκτρονική κ.λπ.). Ότι ο κομμουνισμός του 20ου αιώνα ήταν ένας «πρωτόγονος κομμουνισμός »[17] που εξαιτίας αυτού του λόγου υποχώρησε για να επανέλθει υπό τις νέες συνθήκες της επιστημονοτεχνικής επανάστασης (4η επανάσταση) δριμύτερος. Δεν συμφωνούμε στις βασικές γραμμές με αυτήν την άποψη δεδομένου ότι α) αναπαράγει μια εγελιανή τελολογία, μεταφυσικού χαρακτήρα, για αυτό που δεν ήταν ώριμο να έρθει αλλά παρ΄ όλα αυτά έκρυβε αυτό-που-οπωσδήποτε-τελικά θα έλθει, μια βασική δηλαδή, ιδεολογική συνιστώσα του πάλαι ποτέ σοβιετικού μαρξισμού, και σε κάποιον μικρότερο βαθμό και του ίδιου του κλασσικού μαρξισμού και β) κυρίως, ενέχει μια αταξική και «ουδέτερη» τάση θαυμασμού στην «τεχνολογική πρόοδο», την οποίαν, παρά τις τερατώδεις συχνά επιπτώσεις της, θεωρεί σχεδόν εγγενώς ως φιλοκομμουνιστική, με κίνδυνο να θεωρηθεί ως βάση του σοσιαλισμού μια νέα τεχνολατρεία, συνέχεια της παλιάς θεωρίας των «παραγωγικών δυνάμεων» ή της υπεροχής της «επιστημονοτεχνικής επανάστασης» (ΕΤΕ) [18]. Και αυτή η τάση είναι απόρροια και συνέχεια του σοβιετικού μαρξισμού και των παρανοήσεών του.

 

2. Οι θλιβερές ματαιώσεις των κομμουνιστών/τριών στον 20ο αιώνα

 

Η πρακτική δράση των κομμουνιστών και κομμουνιστριών στον 20ο αιώνα και η στράτευσή τους συνδέθηκε άρρηκτα με την δράση και ύπαρξη των κλασσικών κομμουνιστικών κομμάτων και οργανώσεων (ΚΚ) αλλά και των ετερόδοξων κομμουνιστικών οργανώσεων (τροτσκιστικών, μαοϊκών, συμβουλιακών ή αναρχομαρξιστικών κλπ), Έχουμε αναφερθεί στις εμπειρίες αυτών των οργανώσεων στην σειρά κειμένων μας για την κριτική των κομμουνιστικών ρευμάτων στον 20ο αιώνα (υποσημείωση αρ. 1), αλλά θα επανέλθουμε και σε άλλο ειδικότερο κείμενο. Ανεξάρτητα από το αν αυτές οι οργανώσεις ήταν ή ήταν συνεχώς ή τμηματικά ή και όχι επαναστατικές οργανώσεις, συνδύασαν με διάφορους τρόπους, και οι ορθόδοξες αλλά και οι ετερόδοξες,, την αντίφαση υλοποίησης και διάψευσης, που χαρακτηρίζει όλη την υπαρκτή κομμουνιστική εμπειρία του 20ου αιώνα.

Κατά την γνώμη μας, στο σημείο αυτό, ίσως σημαντικότερο από το ζήτημα της φύσης των ετερόδοξων ή αιρετικών κομμουνιστικών οργανώσεων είναι το ζήτημα των πολλών χιλιάδων, αν όχι εκατομμυρίων, κομμουνιστών και κομμουνιστριών, που ματαιώθηκαν σταδιακά από την εμπειρία του ιστορικού κομμουνισμού, ιδίως από την εμπειρία του «ορθόδοξου κομμουνισμού», της ΕΣΣΔ και του «Υπαρκτού σοσιαλισμού», της εξέλιξής τους ιστορικά και πρακτικά[19], Η εμπειρία αυτής της «αλλοτρίωσης» αξίζει να αναδειχθεί μονιμότερα, αλλά και ιδίως στην εποχή μας, όπου ανακινείται μια ορισμένη μεταμοντέρνα «σταλινολατρία», όχι γιατί αποδείχθηκε δήθεν ότι ο Στάλιν και η ομάδα του είχαν δίκιο (βεβαίως, αναζητούνται πολλά επιχειρήματα και γι’ αυτό, ιδίως αυτό της contextualisation ή «πλαισιοποίησης», ότι δηλαδή ο σταλινικός κομμουνισμός αναπτύχθηκε σε μια εποχή βιαίων συγκρούσεων, φασισμού, μεγάλων κρατικών εγχειρημάτων, σκληρού ταξικού ανταγωνισμού κ.λπ.), αλλά γιατί οι άνθρωποι που αντιμετωπίζουν την σημερινή αγριότητα του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού και των ιμπεριαλιστικών μπλοκ, χρειάζονται, μην έχοντας τις δυνατότητες του παρελθόντος-την πειστική συλλογική πολιτική και συνδικαλιστική δράση- την ψυχική ανάγκη της αυταπάτης επιστροφής σε ένα «καθαρό επαναστατικό παρελθόν», όπου ήταν σαφείς και καθαροί οι ρόλοι ανάμεσα στους «καλούς» και τους «κακούς», όπου η ταξική πάλη λειτουργούσε «αυθεντικότερα» και όπου, κυρίως, υπήρχε μια ισχυρή Πατρική-Προστατευτική Μορφή, αρχικά ο Λένιν και μετά ο «φυσικός του διάδοχος», ο Στάλιν[20].Οι σημερινές κομμουνιστικές και αντικαπιταλιστικές οργανώσεις είναι σε μεγάλο βαθμό, για τους παραπάνω λόγους, Δομές Ψυχικής Προστασίας (ΔΨΠ) και οχήματα ψυχικής διαβίωσης και επιβίωσης μέσα στον μεταμοντέρνο καπιταλισμό.

Η εποχή μας, από το 1989 ως και σήμερα, χωρίς την αναγέννηση μιας κάποιας αξιόλογης και αποτελεσματικής ανατρεπτικής Αριστεράς να είναι άμεσα προβλέψιμη ή, πάντως, στο ορατό και βιώσιμο μέλλον, είναι η περίοδος μιας μακράς συλλογικής και καθολικής ψυχικής ματαίωσης ή μακροχρόνιου συλλογικού πένθους, άμεσου ή έμμεσου, για όσους/ες ενδιαφέρονται ακόμη για την υπόθεση του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού. Για πολλούς, η αντίδραση σε αυτήν την συλλογική ματαίωση ξεκινά από την ήττα της επανάστασης στον 20ο αιώνα και την τελική της συμπύκνωση το «1989» σε συνδυασμό με την τελική κατάρρευση της «σοσιαλιστικής οικοδόμησης» στην Ανατολική Ευρώπη αλλά και διεθνώς. Το ότι η ταξική πάλη συνεχίζεται δεν αναιρεί από μόνο του την στρατηγική ματαίωση-είναι βέβαιο ότι το σοσιαλιστικό μέλλον δεν είναι πια καθόλου προφανές και αναμενόμενο, υπάρχει, μάλιστα, και μια σοβαρή πιθανότητα να μην συμβεί ποτέ. Ζούμε σε μια Μεγάλη Νύχτα, της οποίας η Αυγή, τουλάχιστον στον προβλέψιμο και ορατό μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, είναι από αβέβαιη έως αδύνατη. Αυτό καθίσταται για πολλούς ανυπόφορο ψυχικό γεγονός. Όπως έχει εξηγήσει ο Tucker ( δες και τον β’ τόμο του της βιογραφίας του Στάλιν “Stalin in Power 1928-1941, Revolution from Above”), απέναντι σε τέτοιου τύπου ματαιώσεις, ατομικές ή συλλογικές, τα άτομα, οι ομάδες και οι κοινωνίες αναπτύσσουν στρατηγικές ψυχολογικής διαχείρισης και αντοχής, ώστε να μην καταρρεύσουν. Μια βασική τέτοια στρατηγική, όταν το υποκείμενο έρχεται σε σύγκρουση με το αντικείμενο της επιθυμίας του ή της ελπίδας του, το οποίο εξέπεσε στα μάτια των περισσότερων ανθρώπων, σε ένα ασυνείδητο επίπεδο και στα δικά του, αν και αυτό δεν το αποδέχεται, είναι η άρνηση του υλικού και αδιαμφισβήτητου γεγονότος στον ψυχικό κόσμο.. Λ.χ. Η ουσία του φαινομένου της ΕΣΣΔ, πρέπει να διασωθεί, ώστε να μην δικαιωθεί ο καπιταλισμός ή να μην καταστούν άνευ αντικειμένου οι αγώνες που δόθηκαν (αυτός ο συλλογισμός είναι ούτως ή άλλως εσφαλμένος γιατί οι αγώνες που δόθηκαν δεν εξαρτώνται μόνο ή αποκλειστικά από την ΕΣΣΔ και αλλά από τα δικά τους υλικά τους αποτελέσματα στον καπιταλιστικό κόσμο, κατά κανόνα θετικά αποτελέσματα). Αν η εμπειρία αυτή «κατέρρευσε», τότε «καταρρέουν» τα πάντα όχι μόνο γύρω μας αλλά και εντός μας, Πρέπει να γίνει δεκτή η κατάρρευση ως «μη κατάρρευση» αλλά ως ανατροπή από τις καπιταλιστικές ή ιμπεριαλιστικές δυνάμεις( ερμηνεία του ΚΚΕ και άλλων αντίστοιχων κομμάτων διεθνώς). Δεν αμφισβητούμε, εδώ, ότι οι καπιταλιστικές και ιμπεριαλιστικές δυνάμεις αυτές συνήργησαν πολιτικά στην «κατάρρευση» ( π.χ. ανταγωνισμοί πολεμικών εξοπλισμών, Πόλεμος των Άστρων, σαμποτάζ κλπ) αλλά επικεντρώνουμε στο ότι η κατάρρευση επήλθε κυρίως από την κίνηση των εσωτερικών κοινωνικών αντιφάσεων της ΕΣΣΔ και του «σοσιαλιστικού στρατοπέδου». Η πρώτη, λοιπόν, στρατηγική είναι η μεταμόρφωση της κατάρρευσης ενός συστήματος ήδη αποτυχημένου ιστορικά ( του γραφειοκρατικού καπιταλισμού) σε ανατροπή ενός συστήματος, που παρά τα σοβαρά προβλήματά του στην δεκαετία του 1980 ( αυτό πια αναγνωρίζεται ακόμη και από δυνάμεις όπως το ΚΚΕ) ήταν στον πυρήνα του «σοσιαλιστικό» (παρά το ότι, κατά την ίδια ερμηνεία, αλώνιζαν οι «καιροσκόποι», οι συνεχιστές του Χρουστσόφ, οι γκορμπατσοφικοί, οι εισαγωγείς αγοραίων στοιχείων, οι κατάσκοποι κ.λπ.).

Η δεύτερη ψυχική στρατηγική που απαντά στην «συλλογική ματαίωση» του «1989» είναι ο διπλασιασμός ή η σχάση ανάμεσα σε μια «καλή Σοβιετική Ένωση» και μια «πραγματικά κομμουνιστική ηγεσία» και σε μια «χαλασμένη Σοβιετική Ένωση» και μια προδοτική ψευτοκομμουνιστική ηγεσία, ο διπλασιασμός ή η σχάση του αντικειμένου της επιθυμίας, αυτό που η Μέλανι Κλάιν ορίζει ως διαίρεση ανάμεσα σε μια θετική και μια αρνητική μητρική imago[21].. Έτσι, το ΚΚΕ αλλά και άλλα φιλοσοβιετικά κόμματα, οργανώσεις ή ιδεολογικά μορφώματα αναγνωρίζουν τον πλήρη εαυτό τους στον Στάλιν και την ηγετική του ομάδα και στη Σοβιετική Ένωση ως το 1956 ( κάτι περίπου σαν το παλιό μ-λ ρεύμα). Η εξέλιξη από το 1956 και τον Χρουστσόφ είναι βασικά αρνητική- ρεβιζιονιστική και ολοκληρώνεται στον προδότη Γκορμπατσόφ. Με τον τρόπο αυτόν, μια πορεία που παρά τις ασυνέχειές της και τις αντιφάσεις της έχει βασικά ενιαία χαρακτηριστικά, διασπάται στα δύο, για να διασωθεί το παλιό αυθεντικό κομμάτι. Θα μπορούσε να διερωτηθεί κανείς : γιατί να υποστηρίξει κανείς την εξόντωση των αντιπολιτεύσεων των Μπολσεβίκων, την εκτόπιση εκατομμυρίων αγροτών στην Σιβηρία ως «ψευδοκουλάκων», την σφαγή μεγάλου μέρους των Μπολσεβίκων από τον Στάλιν το 1936-1938[22], την καταστολή της ισπανικής επανάστασης, τις επεμβάσεις της ΕΣΣΔ στην Ουγγαρία, την Τσεχοσλοβακία, την Πολωνία κλπ; Θα μπορούσε να λάβει ως καλό κομμάτι τον Λένιν και την λενινιστική περίοδο και να αποποιηθεί τον «σταλινισμό» και την κληρονομιά του, Όμως, αυτή η στρατηγική αναδιπλασιασμού της σοβιετικής εμπειρίας, αν και πατά πιο γερά στην πραγματικότητα και στις αρχές του σοσιαλισμού – εν μέρει, τουλάχιστον- είναι απολύτως αναποτελεσματική στρατηγική ως στρατηγική διαχείρισης του άγχους απώλειας του «σοσιαλιστικού» αντικειμένου επιθυμίας και ως ψυχική διαχείριση της σχέσης με τον παροντικό καπιταλισμό. Είναι προφανές ότι οι πιο ραφιναρισμένοι ιδεολόγοι του καπιταλισμού θα απαντήσουν σε μια τέτοια πολύ μερική «ανάκτηση» του αντικειμένου επιθυμίας ότι ο Λένιν κυβέρνησε μόνο πέντε χρόνια ουσιαστικά, ότι η σοσιαλιστική εμπειρία δεν ήταν μια διαρκής και επιτυχημένη εμπειρία, ότι εβδομήντα τέσσερα χρόνια «σοσιαλισμού» ήταν πάνω κάτω δέκα χρόνια σοσιαλιστικής μετάβασης και εξήντα τέσσερα χρόνια γραφειοκρατικής δεσποτικής κυριαρχίας ή, κυρίως, ενός ιδιόμορφου Ολοκληρωτισμού, Και αν αυτό θα ίσχυε; Μπορεί να πρέπει να αποδεχτεί κανείς αυτήν την πραγματικότητα για να προχωρήσει παραπέρα στην αναζήτηση της κοινωνικής δικαιοσύνης. Είναι, όμως, μια δύσκολη και δυσάρεστη πραγματικότητα, που βάζει πολύ ανησυχητικά ερωτήματα για το αν είναι όντως εφικτή η σοσιαλιστική λύση. Ας δεχθούμε την πρόκληση αυτήν ότι όντως η σοσιαλιστική λύση είναι δύσκολη και ας δουλέψουμε χωρίς «παραμυθιάσματα». Πιστεύουμε ότι η σοσιαλιστική και κομμουνιστική λύση εξακολουθεί να είναι ανοιχτή ιστορική δυνατότητα, παρά την κατάρρευση του «Υπαρκτού»- είναι, όμως, σίγουρα πολύ πιο ενθαρρυντικό να πιστεύεις στα 74 χρόνια σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ, αν και υπήρξε η διαβρωτική επενέργεια των Χρουστσόφ –Γκορμπατσόφ[23], ότι εκεί όντως λειτούργησε ο σοσιαλισμός (σαν η ύπαρξη εργασιακών και κοινωνικών δικαιωμάτων και μόνο να είναι απόδειξη του σοσιαλισμού), ότι υπάρχει ένα ψυχολογικό αποκούμπι ενός αιώνα για να κρατηθεί κανείς και να περιμένει το δεύτερο κύμα. Επίσης, ο αναδιπλασιασμός υπό την μορφή « ο καλός Στάλιν- οι κακοί επίγονοι και διάδοχοί του» έχει το «πλειονέκτημα» απέναντι στον σημερινό ισχυρό καπιταλισμό να αντιπαραθέτεις το ισχυρό σοσιαλιστικό κράτος, που δεν μαραίνεται αλλά ενισχύεται «με την όξυνση της ταξικής πάλης», τον ισχυρό και ατσάλινο «πατέρα Στάλιν» και όχι τον «εύθραυστο «, αντιφατικό και ανοιχτό στην ματαίωση και την αρρώστια Λένιν. Ο Λένιν υπήρξε, παρά την ακούσια μουμιοποίησή του, ανθρώπινος [24] και αυτό το στοιχείο του δεν συνιστά «αναπληρωτική» ή «αντισταθμιστική» ψυχολογική στρατηγική για την πλειοψηφία των κομμουνιστών σήμερα. Αντίθετα, λειτουργεί στο πλαίσιο της αναπληρωτικής του πένθους «τέλειας αποτελεσματικότητας» αρνητικά., Χρειάζεται ένας υπερ-πατέρας χωρίς αντιφάσεις, αδυναμίες, ταλαντεύσεις και συναισθηματισμούς. Στην καλύτερη περίπτωση, πρέπει να είναι και κάπως «εξολοθρευτής με αγαθή πρόθεση και κίνητρα», κάτι σαν τον Ιβάν Τρομερό ή τον Αλέξανδρο Νιέφσκι ή τον Μεγάλο Πέτρο σε αριστερή εκδοχή (όλοι τους πρότυπα του Στάλιν), Επίσης, αν και αυτό δεν λέγεται ποτέ φανερά, πρέπει να είναι, έστω και λίγο, Ρώσος εθνικιστής, αφού και οι πιο έντονα διαφωνούντες με τον εθνικισμό στο ΚΚ διατηρούν μια σχέση κρυφής επιθυμίας για την Ρωσία, σοβιετική ή και μετασοβιετική.. Επίσης, πρέπει να μιλά, κωδικά, συνέχεια για την «συνωμοσία των ταξικών εχθρών κατά του σοσιαλισμού», αντιστρέφοντας έτσι ασυνείδητα την δική του «σφαγιαστική συνωμοσία κατά των κομμουνιστών» ( αυτό το έχει υπαινιχθεί έμμεσα, μιλώντας σε «αλγεβρική γλώσσα», ο Καρλ Ράντεκ στην απολογία του τον 1.1937[25], στην δεύτερη μεγάλη Δίκη της Μόσχας και το έχει υποστηρίξει σε κάποια έκταση ο Σλ. Ζίζεκ στο βιβλίο του «Μίλησε κανείς για ολοκληρωτισμό;» -στην πραγματικότητα ο Στάλιν υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους εξολοθρευτές κομμουνιστών στην σύγχρονη πολιτική Ιστορία). Το πρόσωπο αυτό, για την πλειοψηφία των ματαιωμένων κομμουνιστών του σήμερα, δεν είναι ούτε ο Λένιν ούτε ο Τρότσκυ ούτε πολύ περισσότερο η πολύ εύθραυστη και ασθενική Ρόζα Λούξεμπουργκ. Είναι ο «πανίσχυρος» -φαινομενικά- Ιωσήφ Στάλιν και μόνο. Το παρωνύμιο Στάλιν αυτό σημαίνει άλλωστε : άνθρωπος από ατσάλι. Ο Γεωργιανός που έγινε Μεγαλορώσος.

Ας περάσουμε, τώρα, κλείνοντας αυτή την μελέτη, σε αυτούς και αυτές που ξεκινώντας από μια κομμουνιστική στράτευση και πολιτική ένταξη ματαιώθηκαν από τον ιστορικό κομμουνισμό, όσο ακόμη υπήρχε, από την «σοσιαλιστική ΕΣΣΔ», όσο ακόμη υπήρχε[26].

Αυτό το ζήτημα έχει μεγάλη και διακλαδική θεωρητική έκταση και θα αποτελέσει αντικείμενο μιας ξεχωριστής ανάπτυξης. Εδώ, θα προβούμε σε κάποιες προκαταρκτικές επισημάνσεις και μόνο.

Κατά αρχάς οι κομμουνιστές και οι κομμουνίστριες που ματαιώθηκαν από τον «ιστορικό κομμουνισμό» ήταν πολλοί και πολλές, ορθότερα, πάμπολλοι και πάμπολλες. Δεν ματαιώθηκαν όλοι και όλες για τους ίδιους λόγους ούτε στην ίδια περίοδο ούτε αντέδρασαν όλοι με τον ίδιο τρόπο σε αυτήν την ματαίωση. Επίσης, θα εξαιρέσουμε από την προβληματική της «ματαίωσης» και του «πένθους» αυτούς που για πολύ σύντομο διάστημα ενεπλάκησαν στον κομμουνισμό, ίσως και από εφηβική ή νεολαιίστικη αντίδραση και ανησυχία, συνήθως προερχόμενοι από την αστική ή την μεσοαστική τάξη, και μετά επανήλθαν, σύντομα, χωρίς σοβαρά προβλήματα, στην τάξη τους. Θα ασχοληθούμε μόνο με ανθρώπους που όντως στρατεύθηκαν για υπολογίσιμο διάστημα στο κομμουνιστικό κίνημα και αφιέρωσαν σε αυτό σημαντικό τμήμα του υλικού και ψυχικού τους εαυτού.

Θα αναφερθούμε σε μια σειρά διαφορετικών αντιδράσεων σε αυτήν την ματαίωση, ιδίως στον βαθμό που αυτή η ματαίωση συνδέεται με αποξενωτικές εμπειρίες από την δράση και λειτουργία των κομμουνιστικών οργανώσεων, κυρίως των επίσημων αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις, και των ετερόδοξων οργανώσεων, κυρίως των τροτσκιστικών. Τέτοιες εμπειρίες ήταν σε μακρο-κλίμακα οι μεγάλες καμπές της κομμουνιστικής πολιτικής, η σταλινοποίηση και «μπολσεβικοποίηση» των ΚΚ στα μέσα ως τέλη της δεκαετίας του 1920, η ήττα του Τρότσκυ και η εξόρισή του, η νίκη του ναζισμού στην Γερμανία, η καταστολή των αντιπολιτεύσεων των Μπολσεβίκων από τον Στάλιν, ιδίως δια των Μεγάλων δικών της Μόσχας, η Ισπανία και το Λαϊκό Μέτωπο, το «παράδοξο» Σύμφωνο Ρίμπεντροπ -Μολότοφ, οι διώξεις εθνοτήτων στην ΕΣΣΔ, το 20ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ, η καταστολή της Βουδαπέστης το 1956 ή της Πράγας το 1968, η σινοσοβιετική διένεξη μετά το 1963 κα.. Σε μικρο-κλίμακα, θα μπορούσε να είναι ένας κομματικός υποβιβασμός ή διαγραφή ή εξοστρακισμός, μι κομματική σοβαρή διένεξη, όψεις κομματικού ανταγωνισμού για αξιώματα, όψεις της γραφειοκρατικής εξουσίασης ή χειραγώγησης στα ΚΚ ή και σε αντιπολιτευτικές οργανώσεις, όψεις «προδοσίας» ή «αποστασίας» κοντινών συντρόφων στον ταξικό εχθρό κλπ.

Η ματαίωση ταυτίζεται, ή πάντως αποτελεί μια βασική μορφή εκδήλωσης αυτού που η ψυχολογία και η ψυχανάλυση ορίζουν ως πένθος, ως η συναισθηματική δηλαδή αντίδραση και επεξεργασία του ατόμου απέναντι στην απώλεια ενός επιθυμητού και αγαπητού αντικειμένου, υπό την έννοια του θανάτου ενός αγαπητού προσώπου, του τέλους μιας ερωτικής σχέσης/δεσμού, του τέλους μιας αγαπημένης δραστηριότητας, της αποτυχίας ενός σχεδίου όπου έχει επενδυθεί συναίσθημα και λίμπιντο κλπ. Ο Σ. Φρόυντ στο γνωστό μικρό αλλά πολύ περιεκτικό γραπτό του «Πένθος και Μελαγχολία» του 1915 εκφράζει την άποψη ότι η μελαγχολία αποτελεί την «νοσηρή» παρεκκλίνουσα περίπτωση όπου μια διαδικασία πένθους- από μόνη της φυσιολογική και καθόλου νοσηρή- για μια σειρά εσωτερικούς λόγους δεν μπορεί να προχωρήσει και να ολοκληρωθεί και, κατά κάποιον τρόπο, «λιμνάζει»[27]. Επίσης, όπως επισημαίνει ο Φρόυντ, στην περίπτωση της μελαγχολικής κατάστασης, το υποκείμενο, κατά κανόνα ή πάντως αρκετά συχνά, «χρεώνει» στον εαυτό του την απώλεια, γεγονός που συνδυάζεται με μια γενική απουσία ή μείωση της αυτοεκτίμησης.

Η πρώτη μορφή αντίδρασης στην συναισθηματική ματαίωση που επιφέρει η αποτυχία της κομμουνιστικής στράτευσης είναι αυτό που θα λέγαμε απόλυτη άρνηση του δυσάρεστου ή αγχογόνου και καταθλιπτογόνου περιστατικού ή περιστατικών και άρνηση να οδηγηθεί κανείς στην αμφισβήτηση του ιστορικού κομμουνισμού ή έστω κάποιων μορφών του και διαγραφή ουσιαστικά από την συνείδηση του περιστατικού ή των περιστατικών ώστε να μην υπάρξει μια αρνητική επαγωγή από τα περιστατικά αυτά, να μην επακολουθήσει μια άρση της στράτευσης γενικά ή και της συγκεκριμένης και ειδικής μορφής στράτευσης. Πολλοί κομμουνιστές και κομμουνίστριες αντιμετώπισαν κατά την στράτευσή τους όψεις γραφειοκρατικής και εξουσιαστικής διαχείρισης και χειραγώγησής τους ή απογοήτευσής τους λόγω μεγάλων ιστορικών γεγονότων και καμπών στην Ιστορία του ΚΚ. Οι περισσότεροι/ες από αυτούς αποφάσισαν να μην τα αναγνωρίσουν ως ψυχικά σημαντικά και να συνεχίσουν στην οργάνωσή τους, αποπειρώμενοι να τα θεωρήσουν ως μη συνεκτικά ή ως συγκυριακά και να τα «βελτιώσουν», Συχνά, μάλιστα προέβαλαν το αρνητικό γεγονός όχι σε μια γενικότερη παθολογία, πολιτική και ιδεολογική του τύπου οργάνωσης και πάλης όπου είχαν ενταχθεί, αλλά στην αρνητική συμπεριφορά ορισμένων συγκεκριμένων στελεχών και ηγετών, τάσεων και μερίδων κλπ. Αυτό που προείχε ήταν η συνέχεια της στράτευσης. Από πολιτική και ιστορική σκοπιά, αυτό συχνά ήταν σωστή επιλογή, εκ του αποτελέσματος, και όχι εκ της ουσίας., Αυτό, όμως, δεν συνεπαγόταν αναγκαστικά την άρση των ψυχικών αντιφάσεων/ συγκρούσεων ή την ψυχική, σωματική και ηθική υγεία αυτού που επέλεγε αυτήν την στρατηγική διαχείρισης. Επίσης, η συχνή καταστολή του «εσωτερικού εχθρού» μέσα στην οργάνωση αντιπάλου συχνά σωρευόταν με αυτήν την απογοήτευση ( πχ διαγραφές διαφωνούντων) διαμόρφωνε έναν καταλύτη για την πιο θωρακισμένη αντίσταση/άρνηση απέναντι στην ματαίωση, την πιο θωρκισμένη συμπαράταξη με τον κορμό του κόμματος.

Θα αναφερθούμε σε μια καθαρά λογοτεχνική περιγραφή της διαδικασίας όπου ο ήρωας νοιώθει απανωτές ματαιώσεις και διαψεύσεις στην σχέση του με το ιστορικό ΚΚΕ, του οποίου έχει υπάρξει στέλεχος. Ιδίως, η σχεδόν απωθητική επαφή με ανώτερα στελέχη στην παρανομία αποτυπώνει μέσα του την σύγκρουση με τον ανθρωπότυπο του σταλινικού κομμουνιστή γραφειοκράτη. Παρ’ όλα αυτά, δίνει πολύ χρόνο στον εαυτό του, μετατρέποντας την σταθερή πίστη του στις αρχές του κόμματος και στα ιδεώδη του σε ένα είδος παρατεταμένο ψυχικό βάσανο. Πρόκειται για την περιγραφή του κομμουνιστή ήρωα Μάνου Συμωνίδη στο περίφημο μυθιστόρημα-τριλογία «Ακυβέρνητες Πολιτείες» του Στρατή Τσίρκα και την μακρά δύσκολη σχέση του με την μορφή που αντιπροσωπεύει την ανώτερη κομματική καθοδήγηση, με το ψευδώνυμο «το Ανθρωπάκι»[28].

Επίσης, η περίπτωση του μεγάλου κομμουνιστή ηγέτη Νικολάι Μπουχάριν κατά την διάρκεια του 1937 και το μικρό διάστημα του 1938 ως την Τρίτη Δίκη της Μόσχας και την καταδίκη και άμεση εκτέλεσή του ( Μάρτιος 1938) εκφράζει χαρακτηριστικά μια διαπάλη ανάμεσα στην άπόρριψη του αντικειμένου επιθυμίας και την άρνηση αυτής της απόρριψης. Απόρριψη του αντικειμένου, καθώς ο Μπουχάριν δεν «ομολογεί» πλήρως στην δίκη του τον Μάρτιο 1938, αλλά αποδέχεται μεν την συμμετοχή στην «αντικομματική» οργάνωση, χωρίς να αποδέχεται ποτέ την υποκίνηση συγκεκριμένων εγκλημάτων και κατανοεί, πιθανότατα πολύ καλά, ότι η «εγκληματική οργάνωση» δεν είναι η φανταστική του κατηγορητηρίου αλλά η υπόσταση των Μπολσεβίκων, όπως έχουν μετασχηματιστεί από την σταλινική ηγετική ομάδα, με σοβαρές ευθύνες και αυτού του ίδιου. Άρνηση της απόρριψης, καθώς ο Μπουχάριν εν μέρει ομολογεί, γιατί δεν θέλει να ματαιώσει και αποκηρύξει πλήρως το Κόμμα, που είναι η οικογένειά του κι κατά μια έννοια και η κοινωνική τάξη του πια, επειδή θεωρεί ότι η ομολογία του αντικειμενικά ενισχύει τις δυνάμεις του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ αλλά και επειδή, όπως δείχνει η τελευταία προσωπική επιστολή του στον Κόμπα-Στάλιν …. ακόμη ενδιαφέρεται πολύ να μάθει αν ο Κόμπα- Στάλιν, ο παλιός εν όπλοις σύντροφος και φίλος, ανεξάρτητα από τις σκοπιμότητες της δίωξης, εξακολουθεί να τον θεωρεί κομμουνιστή και φίλο του ή αν έχει εκπέσει ολοκληρωτικά της εκτίμησης του Στάλιν, αν και ο τελευταίος είναι ο δήμιός του ουσιαστικά[29]. Οι ταλαντεύσεις αυτές του Μπουχάριν έναντι του σταλινικού κομμουνισμού περιγράφονται με πολύ ενδιαφέροντα τρόπο στο πρόσωπο του «κατηγορουμένου Ρουμπάσοφ» ( alter ego του Μπουχάριν) από τον Άρθουρ Καίστλερ στο μυθιστόρημά του «Το μηδέν και το άπειρο» ( ελλ. έκδοση, Αθήνα 1974, Κάκτος). Το ότι ο Καίστλερ, ως αποτέλεσμα της προσωπικής του ματαίωσης, καταλήγει σε μια βαθύτερη άρνηση και της ιδέας του κομμουνισμού, δεν μειώνει την αξία της εναργούς περιγραφής αυτών των εσωτερικών συγκρούσεων του ήρωα.

Η όλως αντίθετη μορφή διαχείρισης ήταν η συνολική απόρριψη της σοσιαλιστικής στράτευσης γενικότερα και μια ορισμένου τύπου ειρήνευση στην σχέση με τον καπιταλιστικό κόσμο και περίγυρο, Εδώ έχουμε πάρα πολλές περιπτώσεις εργατών, μεσοαστών, ριζοσπαστών αστών και διανοουμένων, οι οποίοι, μέσα από μάκρο- ή μίκρο- εμπειρίες, ήρθαν σε ρήξη όχι μόνο με την ένταξή τους, συχνά στελεχική, σε συγκεκριμένα ΚΚ και κομμουνιστικές οργανώσεις αλλά με την ίδια την υπόθεση του σοσιαλισμού-κομμουνισμού γενικότερα, Χωρίς να θεωρούμε ότι αυτός που εγκαταλείπει την κομμουνιστική υπόθεση γίνεται αυτόματα και «αντικομμουνιστής». Δυστυχώς, η έννοια του «αντικομμουνισμού» έχει στην εποχή μας, επίσης, μια διογκωμένη υπερ-χρήση, που επεκτείνεται ακόμη και σε αυτούς που πρεσβεύουν έναν διαφορετικό από τον δικό μας σοσιαλισμό ή κομμουνισμό. Ιδίως οι ποικιλόμορφοι σταλινικοί κομμουνιστές ειδικεύονται σε αυτήν την διαστέλλουσα υπερ-χρήση του «αντικομμουνισμού». Όμως, όντως, ορισμένοι από τους ματαιωμένους κομμουνιστές /τριες, και ίσως όχι τυχαία ορισμένοι και από ηγετικά κλιμάκια κομμουνιστικών οργανώσεων, μετέβησαν σε έναν πολύ μαχητικό αντικομμουνισμό. Εδώ, έχουμε μια μεταστροφή του αντικειμένου της επιθυμίας, μέσα από την κατανόηση ότι αυτό δεν είναι «τέλειο», στο «απολύτως Κακό», από το όραμα της απολύτως καθαρής Κοινωνικής Δικαιοσύνης στην δυστοπία του πιο φρικτού Ολοκληρωτισμού.. Αρκετές τέτοιες περιπτώσεις διανοουμένων εμφανίζονται ως συμμετέχοντες στον συλλογικό τόμο “The God that Failed” ( «Ο Θεός που Απέτυχε», αρχική έκδοση, Harper and Brothers, 1949), του 1949, που συνδέεται και με την πραγματοποίηση το 1950-1951 του περίφημου Συνεδρίου για την Πολιτιστική Ελευθερία στο Βερολίνο, στα πλαίσια του Ψυχρού Πολέμου (χρηματοδοτημένου σαφώς από την CIA και τις αμερικάνικες μυστικές υπηρεσίες, όπως αργότερα κατέστη γνωστό). Στον τόμο αυτόν συμμετείχαν σημαντικές και γνωστές προσωπικότητες, που είχαν παλιότερα ενταχθεί στο ΚΚ, ακόμη και ηγετικά, ή το συμπαθούσαν πολιτικά, όπως ο Άρθουρ Καίστλερ (Arthur Koestler), ο «συνοδοιπόρος» Αντρέ Ζιντ ( Andre Gide), ο «φίλος» για χρόνια Λούις Φίσερ ( Louis Fischer), ο πρώην κομμουνιστής ηγέτης Ιγκνάτσιο Σιλόνε ( Ignazio Silone, για αυτόν υπάρχει και η άποψη ότι από παλιότερα είχε συνεργαστεί με το ιταλικό φασιστικό κράτος) κ.α. Τα κίνητρα της ματαίωσης του καθενός ήταν πολύ διαφορετικά ή τουλάχιστον έτσι εμφανίζονται στο βιβλίο: ο μεν Καίστλερ είχε μια προσωρινή και ιδιόμορφη σχέση με το γερμανικό ΚΚ πριν από το 1933, το οποίο, αντί να τον εντάξει στην οργάνωσή του κανονικά, τον χρησιμοποιούσε ως μια μορφή «κατασκόπου» στον μεγάλο εκδοτικό οίκο της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης Ουλλστάιν (μια σαφώς μη κλασσική περίπτωση στράτευσης). Από την άλλη πλευρά, ο «συνοδοιπόρος» Ζιντ επιμένει ότι στο ταξίδι του στην ΕΣΣΔ το 1935 διαπίστωσε πλήθος προνομίων και καταπιέσεων, ενώ οι σοβιετικοί συνοδοί του δεν του έδειχναν την δυσμενή πραγματικότητα αλλά κατασκευασμένα « πρότυπα χωριά Ποτέμκιν». Θεωρούμε ότι μια πολύ πιο χαρακτηριστική περίπτωση «ματαιωμένου σοσιαλιστή» ( δεν εντάχθηκε ποτέ σε κομμουνιστική οργάνωση, αλλά για κάποια διαστήματα ανήκε στο Independent Labour Party και στην μαρξιστική του τάση και ήταν συμπαθών στον τροτσκιστικό μαρξισμό) είναι αυτή του Τζωρτζ Όργουελ. Γνωρίζουμε πολύ καλά κάποιες ιδιαίτερα σκοτεινές πλευρές του ύστερου Όργουελ. Ότι λειτούργησε ως πληροφοριοδότης της μυστικής βρετανικής υπηρεσίας IRS προς το τέλος της δεκαετίας του 40, κυρίως από ηθικά και όχι από υλικά κίνητρα, και κατήγγειλε άλλους συγγραφείς ως κομμουνιστές. Ότι το «1984», πέραν της ψυχροπολεμικής χρήσης του όχι μόνο κατά του «Υπαρκτού Σοσιαλισμού» αλλά και κατά της ιδέας του κομμουνισμού, γράφτηκε, εκ μέρους του, και ως αντίδραση στο βρετανικό, υπό γένεση, κράτος προνοίας, το οποίο ο Όργουελ είδε ως έμβρυο ολοκληρωτικής «σοσιαλιστικοποίησης». Αυτά ισχύουν και σίγουρα δεν φιλοτεχνούν μια θετική και πολιτικά αξιόλογη εικόνα για τον ύστερο Όργουελ. Όμως, αγνοείται εδώ ένα ιδιαίτερα μεγάλο κεφάλαιο που είναι η σε πολλούς αγωνιστές της Αριστεράς καταθλιπτική σταλινική εμπειρία κατά την Ισπανική Επανάσταση[30]. Aυτά που εμπειρικά και γλαφυρά περιγράφει ο Όργουελ για την ισπανική επαναστατική εμπειρία, ιδίως στην Καταλωνία, στο αυτοβιογραφικό έργο του «Φόρος Τιμής στην Καταλωνία» ή «Πεθαίνοντας στην Καταλωνία» ( “Homage to Catalonia”) διασταυρώνονται πλέον με τα αξιόπιστα έργα πολλών αριστερών ιστορικών[31] : η κατάπνιξη των θεσμών και μορφών της εργατικής κοινωνικής επανάστασης από το ισπανικό δημοκρατικό κράτος, με την Σοβιετική Ένωση, την Διεθνή και τους ανθρώπους της στην Ισπανία και το ισπανικό ΚΚ να πρωτοστατούν σε αυτήν την φυσική και ηθική εξόντωση αγωνιστών του POUM αλλά και αναρχικών αγωνιστών και με την απίστευτη συκοφάντησή τους ως «φασιστών» ήταν αρκετά δεδομένα για να οδηγήσουν στην ματαίωση και το πολιτικό πένθος ακόμη και ανθρώπους ψημένους για χρόνια στην ταξική πάλη, πόσο μάλλον τον ευαίσθητο αριστερό διανοούμενο Όργουελ. Η ίδια η ηγεσία του ισπανικού ΚΚ, το οποίο ενορχήστρωσε ως όργανο του Στάλιν την αντεπαναστατική καταστολή «λύγισε» στην συνέχεια, υπό το βάρος αυτής της εμπειρίας, και ιδίως της δολοφονίας τον Ιούνιο 1937 του Αντρές Νιν, ηγέτη του POUM, από σοβιετικά και σταλινικά κρατικά όργανα, αλλοδαπών αναρχικών όπως ο Καμίλο Μπερνέρι, ο Κουρτ Λαντάου κ. α., Ο μεν Χοσέ Ντίαθ (Jose Diaz),ο Γραμματέας του ισπανικού ΚΚ, αυτοκτόνησε ή «αυτοκτονήθηκε» στην Σοβιετική Ένωση το 1942, όπου ήταν πολιτικός πρόσφυγας. Ο υπουργός Εκπαίδευσης του ΚΚ στην κυβέρνηση του σοσιαλιστή πρωθυπουργού Λ. Καμπαλέρο ( 9.1936-6.1937) Χεσούς Χερνάντεζ Τομάς ( Hernandez –Thomas) αποκήρυξε την Σοβιετική Ένωση, εξόριστος πια στο Μεξικό, με το βιβλίο του «Υπήρξα Υπουργός του Στάλιν», και αργότερα πέρασε στον ανοιχτό αντικομμουνισμό. Ο Τρίγια ( Gabriel Leon Trillia), ιδρυτικό ηγετικό στέλεχος του ισπανικού ΚΚ, δολοφονήθηκε το 1945 στην Γαλλία από αντάρτες του Ισπανικού ΚΚ, με διαταγή της εξόριστης στην Μόσχα ηγεσίας του ( Σ. Καρίγιο, Πασιονάρια). Ο εξέχων σοβιετικός δημοσιογράφος και συγγραφέας Μιχαήλ Κολτσόβ, ο σοβιετικός πρέσβυς στην δημοκρατική Μαδρίτη Μαρσέλ Ρόζενμπεργκ και ο μπολσεβίκος ηγέτης Αντόνοφ-Οβζέενκο (ο άνθρωπος που κατέλαβε ουσιαστικά τα Χειμερινά Ανάκτορα τον Οκτώβρη 1917, αργότερα τροτσκιστής και αργότερα βασικός άνθρωπος του Στάλιν και της αντιτροτσκιστικής καταστολής στην Ισπανία το 1937 ), άνθρωποι που εκπροσώπησαν καθοριστικά την σοβιετική πολίτική στην δημοκρατική Ισπανία ως κρατικό κι πολιτικό προσωπικό, εκτελέστηκαν, όχι τυχαία, κατά τις «εκκαθαρίσεις» στην Σοβιετική Ένωση, αφού στα 1937 κι 1938 ανακλήθηκαν «ταυτόχρονα» από την δημοκρατική Ισπανία στην ΕΣΣΔ – η ηγεσία Στάλιν δεν ήθελε να αφήσει πίσω βασικούς μάρτυρες για την πολιτική που άσκησε στην Ισπανία. Οι βασικοί άνθρωποι των σοβιετικών μυστικών υπηρεσιών στην Ισπανία Αλεξάντερ Ορλόφ ( NKVD, Διεθνές Τμήμα) και Βάλτερ Κριβίτσκυ ( GRU, αντικατασκοπεία του Κόκκινου Στρατού) «αποστάτησαν» στην Δύση για να μην «εκκαθαριστούν». Τούτων δεδομένων, η αντικομμουνιστική μετάλλαξη του σοσιαλιστή Όργουελ δεν είναι μεν δικαιολογημένη, αλλά είναι πολιτικά και ηθικά απόλυτα κατανοητή στις συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες. Υπάρχουν και πολλές άλλες περιπτώσεις άρνησης της μαρξιστικής «στράτευσης» συνολικά, οι οποίες δεν είναι όλες ταυτόσημες. Δεν μπορεί, για παράδειγμα, να μπει στο ίδιο τσουβάλι η τελική «άρνηση» του κομμουνισμού εκ μέρους της Μαργκαρέτε Μπούμπερ-Νόυμαν ( Buber-Neumann), συζύγου του Γερμανού κομμουνιστή ηγέτη και ανώτερου στελέχους της Κομμουνιστικής Διεθνούς Χάιντς Νόυμανν, ο οποίος εκκαθαρίστηκε στη Σοβιετική Ένωση το 1937, να ταυτιστεί με τις περιπτώσεις «άρνησης» των ηγετών του τροτσκισμού στις ΗΠΑ James Burnham, Max Shachtman και Max Eastman. Η Μπούμπερ- Νόυμαν, αφού κρατήθηκε από την NKVD σε σταλινικά στρατόπεδα, λόγω της συζυγικής της σχέσης με τον εκτελεσμένο από τους Σοβιετικούς Νόυμανν και μόνο, παραδόθηκε, με το περίφημο Σύμφωνο Ρίμπεντροπ- Μολότοφ, από την σοβιετική NKVD στην ναζιστική Γκεστάπο[32] -στα πλαίσια των αμοιβαίων «φιλοφρονήσεων» για το Σύμφωνο Ρίμπεντροπ-Μολότοφ, και κατάφερε να επιβιώσει για πέντε χρόνια στο Ράβενσμπρυκ. Έγραψε αργότερα το αυτοβιογραφικό βιβλίο «Ανάμεσα σε δύο δικτάτορες»[33]. Αν εμάς μας φαίνεται υπερβολική ή και εσφαλμένη η θεωρία των «δύο ολοκληρωτισμών», η δική της υποκειμενική εμπειρία δεν απείχε πάρα πολύ από μια ορισμένη πρακτική υλοποίηση αυτής της θεωρίας. Έπρεπε η Νόυμανν μετά από όλα αυτά να παραμείνει κομμουνίστρια; Έπρεπε να μπορεί να ξεχωρίσει, παρά την οδυνηρότητα της έμπρακτης ματαίωσής της το «αιώνιο» της Ιδέας από την χρονικά προσδιορισμένη της εφαρμογή, και μάλιστα με την ίδια άνεση που μπορούμε να το κάνουμε εμείς που ζούμε σε μια ειρηνική σχετικά περίοδο; Ανθρώπινα μιλώντας, θα ήταν πολύ δύσκολο, θα προϋπέθετε μιαν υπεράνθρωπο. Από την άλλη πλευρά, οι παραπάνω ηγέτες του αμερικάνικου τροτσκισμού, οι οποίοι αποχωρούν από το ορθόδοξο τροτσκιστικό κόμμα SWP το 1940, διαφωνώντας με τον Τρότσκυ στο ζήτημα της «υπεράσπισης της Σοβιετικής Ένωσης»[34], ωθούνται, σε διαφορετικούς χρόνους και με διαφορετικούς τρόπους ο καθένας, όχι μόνο στην εγκατάλειψη τελικά του μαρξισμού αλλά ( ιδίως οι Eastman και Burnham και λιγότερο ο Max Shachtmann), τελικά στον μαχητικό αντικομμουνισμό. Εδώ, παίζει ρόλο και ο παράγων κοινωνικής και πολιτικής απομόνωσης, αφού η ιδέα ενός «τρίτου σοσιαλιστικού στρατοπέδου» ανάμεσα στον καπιταλισμό και τον σοβιετικό σχηματισμό, εν μέσω του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και της αντιφασιστικής συμμαχίας, αποτυγχάνει παταγωδώς. Σίγουρα, όμως, και τα ταξικά τους χαρακτηριστικά ως Νεοϋορκέζων διανοουμένων, μεσοαστικής προέλευσης, έπαιξαν και αυτά τον ρόλο τους στην ριζική-τελικά- μεταστροφή τους. Η τελική αποκήρυξη του μαρξισμού από αυτούς έγινε σε συνθήκες κοινωνικής άνεσης και σχετικής επανόδου στην τάξη τους, συνθήκες ριζικά διαφορετικές από εκείνες της Μπούμπερ-Νόυμανν. Η περίπτωση των «ασήμων» και «μη αναγνωρίσιμων» αγωνιστών ήταν αρκετά διαφορετική. Αυτοί είτε εκούσια εγκατέλειπαν την οργανωμένη πάλη και ιδιώτευαν ή «πείθονταν» να το κάνουν καταναγκαστικά κάτω από την πίεση της κρατικής καταστολής, της ανέχειας και της φτώχειας ή και της υλικής εξαγοράς.

Στο σημείο αυτό θα θέλαμε να τονίσουμε ότι, κατά την άποψη του ιστορικού και πολιτικού επιστήμονα R.Tucker ( “Stalin ΙΙ –Stalin in Power 1928-1941 -The Revolution from Above”, ιδίως σελ.160-175, αλλά και σελ. 250-260, σελ. 242-243, σελ. 398 και 424, σελ. 538 επ.) ο ίδιος ο Στάλιν ως ψυχική προσωπικότητα, o οποίoς έχει διαμορφώσει τον ιδεώδη εαυτό του σε πλήρη συνοχή, ταύτιση και «φυσική» διαδοχή με τον Λένιν, σε σημαντικές αρνητικές και δύσκολες καμπές των πολιτικών επιλογών του στην ΕΣΣΔ ( αρχές έτους 1930 με μεγάλες δυσκολίες στην κολλεκτιβοποίηση και κίνδυνο αποσταθεροποίησης του κράτους, όταν γράφει το άρθρο «Ίλιγγος από τις Επιτυχίες» ( Dizzy with success”, Μάρτιος 1930), αντίστοιχα, άνοιξη και καλοκαίρι 1934, όταν ουσιαστικά έχει ηττηθεί στο 17ο Συνέδριο (Συνέδριο των «Νικητών» ) από την χαλαρή «ομάδα Κίροφ», όξυνση της εσωκομματικής κάθαρσης το καλοκαίρι 1937, γερμανική εισβολή στις 22 Ιουνίου 1941) νοιώθει την ισχυρή ματαίωση του έργου του, τον κίνδυνο αποτυχίας και κρατικής κατάρρευσης και εσωτερικεύει την αποτυχία των επιλογών του αρχικά ως προσωπική του αποτυχία και ματαίωση : ο ιδεώδης Στάλιν, δηλαδή ο πιστός κι παντοδύναμος μαθητής του Λένιν, μέμφεται έντονα τον «αποτυχημένο Στάλιν». Σε ένα σύστημα, όπου η αποτυχία σε σχέση με την αναγκαιότητα λογίζεται ως Έγκλημα κατά του κράτους, πιθανόν, τουλάχιστον ασυνείδητα, σε αυτές τις καμπές ο Στάλιν να θεώρησε τον εαυτό του όχι μόνο ανίκανο συνεχιστή του Λένιν αλλά και «εγκληματία» κατά μια έννοια. Αυτή η αποδοχή της αποτυχίας και της ματαίωσης δεν μπορούσε, όμως, να είναι διαρκής και αποδεκτή ψυχολογική στρατηγική για τον Στάλιν, αφού, τουλάχιστον, φαντασιωσικά, ένα κράτος καθοδηγούμενο από έναν ανίκανο-χρεωκοπημένο-εγκληματία θα χρεωκοπούσε, με αποτέλεσμα να καταστραφεί το κοινό έργο των Λένιν-Στάλιν. Αν ο Στάλιν το δεχόταν αυτό, έπρεπε ή να αυτοκτονήσει ή να παραδοθεί στην καταστολή του «σοσιαλιστικού» κράτους, που ο ίδιος είχε οικοδομήσει. Μετά την αποδοχή της ματαίωσης και πριν από την εμπέδωσή της, ο Στάλιν χρησιμοποίησε τον ψυχικό μηχανισμό της προβολής (projection) [35]: Εγκληματίας δεν είναι ο ίδιος ούτε αποτυχημένος. Αποτυχημένοι είναι οι συνεργάτες του και το κρατικό-κομματικό προσωπικό, οι οποίοι ως «αποτυχημένοι» δεν μπορούν παρά να είναι, ταυτόχρονα, και «εγκληματίες-προδότες». Η ψυχαναγκαστική αδυναμία αποδοχής της «αποτυχίας» οποιουδήποτε στο τέλειο κράτος οδηγεί στο διαδοχικό συμπέρασμα ότι οι «αποτυχημένοι» δεν είναι πραγματικά «αποτυχημένοι» αλλά σαμποτέρ, κατάσκοποι και αντεπαναστάτες. Έτσι, η αρχική αίσθηση αποτυχίας του ή και «προδοσίας» του σε ιστορική κλίμακα του ίδιου του Στάλιν και σύγκρουσης με τον «ιδεώδη Στάλιν» ή τον «ιδεώδη πατέρα Λένιν» (ψυχικά αυτά τα δύο ήταν μάλλον ομόλογα ή και ταυτόσημα) καταλήγει ως ψυχική στάση να γίνει, σε συνδυασμό και με την εξέλιξη της κοινωνικής πάλης, ιδίως ως αποτέλεσμα των μεγάλων κλυδωνισμών από την κολλεκτιβοποίηση- ταχεία εκβιομηχάνιση, ένα βασικό κίνητρο για τον Τρόμο και τις τεράστιες κομματικές-κρατικές αλλά και κοινωνικές εκκαθαρίσεις και διώξεις της περιόδου 1936-1938.

Ο τρίτος δρόμος αντιμετώπισης του «πένθους» και της «ματαίωσης» ήταν αυτός μιας διαχείρισης- επεξεργασίας και μιας μερικής μετάθεσης των περιστατικών που οδηγούσε σε μια ρήξη με τον σταλινισμό αλλά χωρίς την πλήρη ρήξη με τον κομμουνισμό-σοσιαλισμό και την αναζήτηση κάποιου δρόμου προς την κοινωνική δικαιοσύνη. Στην ουσία εδώ συνδυάζεται μια ορισμένη αποδοχή της ματαίωσης και άρνηση του ως τώρα αντικειμένου επιθυμίας ( του Κομμουνιστικού Κόμματος) με την μετάθεση της επιθυμίας/αγάπης σε ένα άλλο επαναστατικό υποκείμενο, μια αντιπολιτευτική κομμουνιστική οργάνωση ή μια μικρότερη ομάδα θεωρητικής επεξεργασίας και μόνο, έναν «κύκλο ανθρώπων», βασικά διανοουμένων ή με αποκλειστικά διανοητική δραστηριότητα και απομόνωση από την υλική ταξική πάλη[36]. Αυτή η επιλογή συνίστατο αρχικά στην διαμόρφωση των αντιπολιτευτικών οργανώσεων, ιδίως των τροτσκιστικών και τροτσκιζουσών. Όμως, για πολλούς αγωνιστές και αγωνίστριες, αυτή η επιλογή κατέληξε να είναι, ομοίως, μια απογοητευτική επιλογή. Τουλάχιστον, η ορθόδοξη στράτευση είχε το προσόν ότι επικρατούσε άνετα αν όχι απέναντι στον καπιταλισμό, πάντως, απέναντι στις ετερόδοξες οργανώσεις, έχοντας πίσω της ένα Κράτος Οδηγό ή ένα Σύστημα Κρατών Οδηγών.

Κατά μια έννοια, η ένταξη στις αντιπολιτευτικές κομμουνιστικές οργανώσεις –ιδίως τις μη σταλινικές- είχε ένα κατ’ αρχάς θετικό ιδεολογικό και αξιακό περιεχόμενο, στον βαθμό που αυτές οι οργανώσεις-παρά τις προφανείς ατέλειες και σφάλματά τους- κρατούσαν ανοιχτή μια επαναστατική ιδεολογική κατεύθυνση σε σχέση με τα ΚΚ, που ως τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν μερικώς επαναστατικά κόμματα και μετά δεν ήταν πλέον καθόλου. Επίσης, κρατούσαν ανοιχτό ένα μέτωπο στην γραφειοκρατικοποίηση της εξουσίας στην ΕΣΣΔ και τα ΚΚ καθώς και στην μερική εγκατάλειψη της διεθνούς επανάστασης από την ΕΣΣΔ και την ΚΔ. Επίσης, ασκούσαν μια «αριστερή» κριτική στα ΚΚ και τα ΣΚ, η οποία- αν και όχι πάντοτε ορθή- δημιουργούσε μια ριζοσπαστική πίεση πάνω σε αυτά. Βεβαίως, υπήρξαν και πολλές περιπτώσεις όπου η κριτική ήταν υπερβολική ή και λανθασμένη ή και ισοπεδωτική ( βλ. λ.χ. την κριτική του Καστοριάδη στο ΚΚΕ-ΕΑΜ ότι σκόπευε να επιβάλει στην Ελλάδα ντε και καλά ένα σοβιετικό ολοκληρωτικό καθεστώς).

Από την άλλη πλευρά, τόσο η αίγλη της ΕΣΣΔ και η διατήρηση της μεγάλης πλειοψηφίας των αγωνιστών στα ΚΚ όσο και η σεχταριστική τακτική στάση, συχνά, αυτών των οργανώσεων – ή αντίθετα, η πρόταση πολιτικών συμμαχιών που ήταν ανέφικτες ή, πάντως, δεν μπορούσαν να υποστηριχθούν πειστικά από αυτές τις οργανώσεις, λόγω μεγέθους τους, οδηγούσε σε μια σταδιακή πολιτική και κοινωνική απομόνωση. Στην αρχή μιας ρήξης ή αποχώρησης από τα ΚΚ, ακολουθούσε συνήθως την αντιπολιτευτική οργάνωση ένας αριθμός μελών, άλλοτε μικρός άλλοτε μεγαλύτερος[37], που σταδιακά-σχεδόν πάντοτε- συρρικνωνόταν. Η σχέση με τον καπιταλιστικό εξωκόσμο, μετά την ρήξη με τον κατασταλτικό αλλά και προστατευτικό εσωκόσμο της παραδοσιακής οργάνωσης, ήταν συνήθως τρομακτική. Στον βαθμό που αυτό ήταν ο κανόνας, η διάθεση στράτευσης κατέληγε σε αδιέξοδο, καθώς οι φιλότιμες μακροχρόνιες προσπάθειες δεν άλλαζαν τον πολιτικό συσχετισμό δύναμης έναντι των ΚΚ. Επίσης, η χλεύη και η επίθεση από τα ΚΚ, σε συνδυασμό με την αστική κρατική καταστολή, δημιουργούσε μια πολύπλευρη περικύκλωση, που ωθούσε στην συνθηκολόγηση και την εγκατάλειψη της αντιπολιτευτικής οργάνωσης. Παρά το γεγονός ότι σε ορισμένες από αυτές τις ομάδες αναπτύχθηκε πολύ αξιόλογος ιδεολογικός και θεωρητικός προβληματισμός, κατά κανόνα πολύ ανώτερος από την «παγωμένη» και καιροσκοπική θεωρία των σταλινοποιημένων ΚΚ[38], τόσο σε ορισμένες τροτσκιστικές ομαδοποιήσεις, όσο κυρίως σε ομαδοποιήσεις που διαχωρίσθηκαν από τον ορθόδοξο τροτσκισμό (καστοριαδικοί του «Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα», κλιφφικοί κλπ) ή που ήταν σχεδόν εξαρχής αντιμπολσεβίκικες μαρξιστικές/κομμουνιστικές «από τα υπεραριστερά» ( π.χ. ομάδες του συμβουλιακού κομμουνισμού, όπως αυτή του Πάουλ Μάττικ στο Σικάγο, κυρίως από εξόριστους Γερμανούς συμβουλιακούς κομμουνιστές, η οποία εξέδιδε στη δεκαετία του 1930 την “Councils Correspondence” ), η συνεχής πολιτική αποτυχία οδηγούσε στις εξής εναλλακτικές επιλογές: είτε να αποσυρθούν από την οργανωμένη πάλη εντελώς, αποδεχόμενοι ρητά ή έμμεσα την ήττα τους[39], είτε να προσηλωθούν ακόμη περισσότερο σε μια «τελετουργική» στράτευση, με σαφή θεολογικά χαρακτηριστικά, η οποία είχε πιο πολύ φαντασιωσικό παρά πραγματικό χαρακτήρα, με την έννοια των υλικών επιπτώσεων στον εξωτερικό κόσμο. Κατά τον Κονστάντσο Πρέβε, αυτοί ήταν οι σοφοί αλλά πλήρως αναποτελεσματικοί έναντι των σταλινικών Φιλισταίων, Εσσαίοι του μαρξισμού.

 

3.  Η ασταθής και δύσκολη εναλλακτική της ( συνήθως μοναχικής) επαναστατικής κριτικής διανόησης

 

Ο τέταρτος τρόπος διαχείρισης της ματαίωσης και του πένθους έχει κοινά στοιχεία με τον τρίτο υπό την έννοια μιας επεξεργασίας με στοιχεία αποδοχής της ήττας και διαχωρισμού από τις υπαρκτές πολιτικές οργανώσεις του Μαρξισμού χωρίς όμως συνθηκολόγηση με τον καπιταλιστικό ταξικό αντίπαλο και χωρίς την εγκατάλειψη της ιδέας του σοσιαλισμού-κομμουνισμού, Βασικό στοιχείο αυτού του δρόμου είναι η για χρόνια πολιτικοποιημένη και ριζοσπαστική μοναχική πορεία, που έχει, όμως, ακόμη στοιχεία μιας δημόσιας απεύθυνσης. Χαρακτηριστικές συγκλίνουσες περιπτώσεις, που χρήζουν αναλυτικής συζήτησης, είναι αυτές τριών κομμουνιστών διανοουμένων, του Βίκτωρ Σερζ, του Άντε Σίλιγκα και του Μπορίς Σουβαρίν ( V. Serge, A. Ciliga, B. Souvarine), Και οι τρεις υπήρξαν στελέχη του επίσημου κομμουνισμού, έζησαν κατά περιόδους στην Σοβιετική Ένωση, οι δε Σερζ και Σίλιγκα υπήρξαν και μέλη-στελέχη του ίδιου του Κόμματος των Μπολσεβίκων, ενώ ο Σουβαρίν μετέσχε στην δεκαετία του 1920 στην ηγεσία του ΚΚ Γαλλίας και στην ηγεσία της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Και οι τρεις έπεσαν σε δυσμένεια, οι δε Σερζ και Σίλιγκα φυλακίστηκαν στη Σοβιετική Ένωση, ο μεν Σερζ κατέληξε σε διοικητική εξορία ως το 1935, ενώ ο Σίλιγκα όχι μόνο εξορίστηκε αλλά γνώρισε και το σύστημα των στρατοπέδων συγκέντρωσης (γκουλάγκ), κρατούμενος ως το 1935 στο συγκρότημα στρατοπέδων Verkhne Uralsk,στην περιοχή των Ουραλίων. Έγραψε δε το πολύ ενδιαφέρον βιβλίο του “The Russian Enigma”( έκδοση 1937-1938), όπου περιγράφει με ενάργεια την σταλινική καταστολή, παραμένει μαρξιστής, αλλά αντιτίθεται στην σταλινική «κρατικοκαπιταλιστική» δήθεν οικοδόμηση του σοσιαλισμού, επιρρίπτοντας σοβαρές ευθύνες και στον Λένιν για την εξέλιξη αυτήν (βλ. το απόσπασμα του παραπάνω βιβλίου με τον τίτλο «Κι εσύ Λένιν», μεταφρασμένο και παρουσιασμένο από εμάς στο σάιτ μας controversy.gr ). Ο Μπορίς Σουβαρίν πάλι υπήρξε ιδρυτικό ηγετικό στέλεχος του Γαλλικού ΚΚ και της Διεθνούς, από τα μέσα της δεκαετίας του 1920 τάχθηκε με τον τροτσκισμό και κατέληξε να γράψει κατά την δεκαετία του 1930 μια τεράστια και πλούσια σε ιστορικό υλικό βιογραφία του Στάλιν, που είναι ουσιαστικά και Ιστορία της Σοβιετικής Ένωσης μέχρι τότε, το βιβλίο “Stalin, a critical survey of Bolshevism” ( για μια πρόσφατη έκδοση, Kessinger Publishing, 2007, υπάρχει και ως pdf στο διαδίκτυο), Κι αυτός, όπως οι Σερζ και Σίλιγκα, οδηγήθηκε στην ρήξη με τον τροτσκισμό ως όχι επαρκώς «αντισοβιετική» τάση και στην εκτίμηση της ΕΣΣΔ ως γραφειοκρατικής κρατικοκαπιταλιστικής δύναμης και κοινωνικού σχηματισμού. Παρουσιάζει δε εκτενώς τις ιστορικές αναλογίες του Στάλιν με τον τσαρικό απολυταρχισμό και με άλλες μορφές δεσποτισμού.

Ο μεν Σερζ ( ψευδώνυμο του Βίκτορ Κιούλμπασιτς), Γαλλορωσοεβραίος μεγάλος επαναστάτης και περίφημος συγγραφέας[40], συγκρούστηκε με το σταλινικό καθεστώς, τασσόμενος με την Αριστερή Αντιπολίτευση, φυλακίστηκε και στάλθηκε σε διοικητική εξορία σε διάφορα μέρη της Σοβιετικής Ένωσης. Μετά από διεθνή αντίδραση, αφέθηκε ελεύθερος και το 1936 μετέβη στην Γαλλία. Η στάση του αρχικά ήταν μια στάση συμπόρευσης με τον Τρότσκυ. Όμως, λόγω της διαφορετικής του εκτίμησης για την φύση της ΕΣΣΔ ( την θεωρούσε ταξική γραφειοκρατική κοινωνία), της μη ανεκτικής στάσης του Τρότσκι προς αυτόν και άλλους ετερόδοξους διανοητές, αλλά και της συμπάθειάς του προς τον αναρχισμό μετατοπίστηκε από τον τροτσκισμό προς έναν πιο ελευθεριακό κομμουνισμό. Δεν σιώπησε. Προχώρησε και με τα παραπάνω απομνημονεύματά του και με τα λογοτεχνικά βιβλία του και με τις δημόσιες τοποθετήσεις του σε μια ( προσωπική) μαχητική δημόσια τοποθέτηση, αν και λόγω της ρήξης του με τον τροτσκισμό ήταν πια εκτός οργανώσεων. Δεν συμβιβάστηκε ούτε με τον σταλινικό κομμουνισμό ούτε με τις αντιφάσεις του τροτσκισμού ούτε πολύ παραπάνω με τον δυτικό καπιταλισμό. Έδειξε με την στάση του ότι οι κομμουνιστές διανοούμενοι, ακόμη και όταν απομονώνονται πολιτικά, μπορούν να επηρεάζουν με την στάση τους το κοινωνικό γίγνεσθαι και να μην είναι «φωνές βοώντων εν τη ερήμω» ( πολλά χρόνια προτού ο Λουί Αλτουσέρ το διατυπώσει αυτό και ρητά). Αυτό, βέβαια, δεν συνεπάγεται ότι ο Σερζ γλύτωσε την πολιτική πικρία. Ένας από τους λόγους του θανάτου του στα τέλη της δεκαετίας του 1940 ήταν ακριβώς αυτή η έντονη πικρία.

Οι τρεις περιπτώσεις αυτές συγκλίνουν σε μια αρχική άρνηση του σταλινικού κομμουνισμού, στα πλαίσια του ιστορικού υλισμού και της κομμουνιστικής αναζήτησης (αρχικά υπό το όχημα του τροτσκισμού), και στην συνέχεια στην απόρριψη και της τροτσκιστικής εναλλακτικής ως ψευδοεναλλακτικής. Η κοινή επιλογή τους ως τα τέλη της δεκαετίας του 1930 είναι η ιστορική και θεωρητική κριτική κατανόηση, στα πλαίσια ακόμη του ιστορικού υλισμού, του τι συνέβη στη Σοβιετική Ένωση και πώς το μεγάλο επαναστατικό γεγονός του 1917 μετατράπηκε σε μια αιματηρή αντεπαναστατική τραγωδία. Αρχικά και οι τρεις διατηρούν μια σοβαρή απόσταση από την σοσιαλδημοκρατία και τον αστικό φιλελευθερισμό και διαχωρίζουν σαφώς την ιδέα του μαρξιστικού κομμουνισμού από την εφαρμογή της στην Ρωσία. Εμπνέονται από έναν αντιγραφειοκρατικό και ελευθεριακό κομμουνισμό, που βάζει στο στόχαστρο και την σταλινική αλλά και την μπολσεβίκικη γενικότερα εμπειρία. Προσπαθούν, επίσης, να δημιουργήσουν χώρους συζήτησης, διαμόρφωσης μιας μη τροτσκιστικής κομμουνιστικής εναλλακτικής. Ο Σουβαρίν στηρίζει τον Σερζ, μετά την επιστροφή του τελευταίου στην Γαλλία, στην έκδοση των γραπτών του και συγκλίνουν σε μ ια ρήξη με τον ορθόδοξο τροτσκισμό και σε μια μη μπολσεβικική επαναστατική αναζήτηση ( όπως και ο Σίλιγκα μετά την επιστροφή του στην Δυτική Ευρώπη). Η πορεία τους αρχικά συγκλίνει και με άλλα αποχωρήσαντα στελέχη του μαρξιστικού χώρου, όπως ο Καταλανός Χουλιάν Γκορκίν, από την καταδιωγμένη ηγεσία του ισπανικού POUM, ή ο Αυστριακός Φραντς Μπορκενάου, στέλεχος της Κομιντέρν, που αποχωρεί μετά την ισπανική εμπειρία και αυτός.

Η συντριπτική πόλωση των «στρατοπέδων» εντός της Αριστεράς εν όψει και κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο καθιστά την αρχική κοινή θέση αυτού του μικροχώρου ( μαρξισμός- αντίθεση σε σταλινισμό αλλά και σε σοσιαλδημοκρατία- διεθνισμός- αναζήτηση κομμουνιστικής προοπτικής –αποκήρυξη του τροτσκισμού ως μη ριζικής αντιπολίτευσης στον σταλινισμό ) σταδιακά απολύτως ασταθή, αδύνατη, μη βιώσιμη, και τελικά εγκαταλείψιμη. Αυτοί που θεωρούν ότι κινδυνεύουν πολύ περισσότερο από τον σταλινικό ολοκληρωτισμό από ό,τι από την αστικοδημοκρατική Δύση, μετακινούνται προς τον σοσιαλδημοκρατικό- αστικοφιλελεύθερο χώρο. Επίσης, λόγω ιδιαιτέρως ατομικών τους χαρακτηριστικών, οι παραπάνω διανοητές δεν συγκλίνουν οργανωτικά με τις πολύ μικρές ομαδοποιήσεις του συμβουλιακού κομμουνισμού, οι οποίες υπάρχουν σε διάφορες χώρες της Ευρώπης από το 1920 περίπου ή με τις αναρχικές ομαδοποιήσεις. Η πλειοψηφία του χώρου αυτού θα μετακινηθεί στις αρχές της δεκαετίας του 1940 προς τον αστικό φιλελεύθερο και σοσιαλδημοκρατικό χώρο, προβάλλοντας το ζήτημα του υποτιθέμενα εγγενούς στον μαρξισμό Ολοκληρωτισμού και του αναγκαίου γενικευμένου φιλελεύθερου αλλά και έντονου αντικομμουνισμού. Αυτή είναι η περίπτωση του Σουβαρίν, ο οποίος, πάντως, συμβάλλει στην ιστορική μνήμη των σοσιαλιστικών εξεγέρσεων, ιδρύοντας το Ινστιτούτο Κοινωνικής Ιστορίας στο Παρίσι (σήμερα: στο Άμστερνταμ). Επίσης, είναι, σε ακόμη μεγαλύτερο βαθμό, η εξέλιξη του Χ. Γκορκίν (Gorkin) και του Φρ. Μπορκενάου (Borkenau). Ο Σίλιγκα είναι μια ιδιόμορφη περίπτωση: όντας Κροάτης ( πρώην μέλος του Π.Γ. του ΚΚ Γιουγκοσλαβίας κατά την δεκαετία του 1920), μετατοπίζεται κυρίως προς τον κροατικό εθνικισμό και λιγότερο προς τον αστικό δημοκρατικό φιλελευθερισμό. Ως Γιουγκοσλάβος εμιγκρές στην Δύση, για δεκαετίες μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ασκεί κριτική στο καθεστώς Τίτο για υποβάθμιση του κροατισμού στην ενιαία Γιουγκοσλαβία. Θα συνδεθεί μεταπολεμικά με το κίνημα των Ουστάσα στο εξωτερικό της Γιουγκοσλαβίας, το οποίο σαφώς είχε ακροδεξιά και ακραία εθνικιστικά χαρακτηριστικά, εξυμνώντας σε μεγάλο βαθμό το φιλοναζιστικό καθεστώς Πάβελιτς κατά την γερμανική κατοχή.

Ο Βίκτωρ Σερζ απομένει, ως τον θάνατό του, παρά τις εύλογες αμφιβολίες του, η μοναδική ουσιαστικά μορφή αυτού του χώρου που δεν ωθεί την άρνηση του ιστορικού κομμουνισμού, ιδίως του σταλινικού κομμουνισμού, ως το σημείο ρήξης με το επαναστατικό/κομμουνιστικό πρόταγμα γενικότερα, ούτε και συμφιλιώνεται με τον φιλελεύθερο καπιταλισμό ή την σοσιαλδημοκρατία ή την Δύση γενικότερα. Κατά κάποιον τρόπο, ο Σερζ των γηρατειών ξαναγυρνά, με έναν γόνιμο τρόπο, σε έναν ιδιόμορφο αναρχισμό-αναρχοσυνδικαλισμό, σαν αυτόν που τον διέκρινε στα νιάτα του( ανήκε στην περίφημη αναρχική συμμορία Μπόνο, η οποία «απαλλοτρίωνε» τράπεζες στην Γαλλία του 1901-1910). Χωρίς, όμως, ποτέ να αποδοκιμάσει πλήρως την εμπειρία του Οκτώβρη και της Ρώσικης Επανάστασης. Παρά την κοινωνική αποδρομή της, πίστεψε βαθιά σε αυτήν. Κι έμεινε πιστός.

———————————————————-

Άλλα πρόσφατα κείμενά μου ( 2015-2019) για τον ιστορικό κομμουνισμό και την σοβιετική εμπειρία

1. «Κομμουνιστές χωρίς την επανάσταση –μια θέση για το σύγχρονο επαναστατικό υποκείμενο», 2015, www.rednotebook.gr

2. «Το ίχνος του Οκτώβρη», Φλεβάρης 2017, www.pandiera.gr

3. «Δέκα Θέσεις για τον ιστορικό και τον σύγχρονο κομμουνισμό», Νοέμβρης 2017, www.pandiera.gr

4. «Κατά του σταλινισμού σε κάθε του μορφή», Οκτώβριος 2015, www.pandiera.gr

5. «Για τον τροτσκισμό παλιό και νέο», Φεβρουάριος 2016, www.pandiera.gr

6. Το επαναστατικό κόμμα στον Λένιν, περιοδικό «Τετράδια πολιτικού διαλόγου, έρευνας και κριτικής» 68-69, 2017, σελ. 101 επ.

7. «Μπολσεβίκοι εναντίον του Λένιν. Η περίπτωση των «Αριστερών Κομμουνιστών» το 1918 και ο εργατικός έλεγχος», περ. Ουτοπία τ. 122/21017, σελ. 63 επ. www.controversy.gr

8. «Ο άνθρωπος είναι ένα φυγόπονο ζώο. Οι θέσεις του Λέον Τρότσκυ το 1919-1921 για την καταναγκαστική εργασία και τον ρόλο των συνδικάτων. Παρουσίαση και κριτική». Φεβρουάριος 2019, www.controversy.gr :

9. Μια σύντομη μορφή αυτού του κειμένου παρουσιάστηκε και στο διεθνές Συνέδριο για την Ρώσικη Επανάσταση, στην Νομική Σχολή, 12-14/4/2019 με τον τίτλο « Ο Τρότσκυ ως υποστηρικτής της καταναγκαστικής εργασίας».

10. Η προστασία του λενινιστικού σοβιετικού καθεστώτος από τους αντιπάλους του, περ. Θέσεις τ. 67/1999 και τ. 69/1999. Βλ. και σε ηλεκτρονικό αρχείο του περιοδικού www.theseis.com

Επίσης, στα βιβλία μου :

-«Αριστερά και Εξουσία, ο «δημοκρατικός δρόμος» προς τον σοσιαλισμό», Αθήνα 2014, Τόπος ( πολιτικό δοκίμιο).

-«Ο Στάλιν στην Κολιμά», Αθήνα 2017, Τόπος ( μυθιστόρημα).

 

-Το παρόν κείμενο αποτελεί τμήμα ενός μεγαλύτερου κειμένου για τον ιστορικό κομμουνισμό του 20ου αιώνα, που θα δημοσιευθεί σε επόμενο διάστημα. Είναι τα κεφάλαια 1, 5 και 6 του κειμένου αυτού.

[1] Βλ. και την σειρά έξι  κειμένων μας κριτικής παρουσίασης των  ρευμάτων του κομμουνισμού  στο σάιτ www.pandiera.gr , από τον 10.2015 ως και το φθινόπωρο του 2016 ( «Κατά του σταλινισμού, σε κάθε του μορφή» , «Για τον τροτσκισμό, παλιό και νέο» , «Για τον λαϊκομετωπισμό», «Ο Ευρωκομμουνισμός: πρόκληση ή έξοδος από το  Κομμουνιστικό Κίνημα;»,  «Για τον μαοϊσμό της περιόδου της σινοσοβιετικής  ρήξης», «Για τον μαοϊσμό της Πολιτιστικής Επανάστασης»). Τα κείμενα για τον σταλινισμό, τον τροτσκισμό και τον ευρωκομμουνισμό υπάρχουν και στο σάιτ μας www.controversy.gr .
[2] Δευτερευόντως και από άλλους στοχαστές, όπως ο  Α. Μπλανκί, ο  Π.-Ζ.  Προυντόν,  ο Μόζες Χες, ο Χ. Χάινε,  σε αναρχική/κολλεκτιβιστική  κατεύθυνση ο  Μιχ. Μπακούνιν, κα.  Βλ. και  σε Φώτη Τερζάκη « Ο κομμουνισμός στον αναρχισμό», Αθήνα 2014, Πανοπτικόν..
[3] Βλ. προς το παρόν,  την πολύ ενδιαφέρουσα και ξεχασμένη πια συζήτηση μεταξύ των κριτικά μαοϊκών στοχαστών Ρομπέρ Λινάρ και Σαρλ Μπετελέμ « Ιστορικότητα και επικαιρότητα του μαρξισμού» {1977}, Αθήνα 1980, εκδόσεις  Ρηξίπυλον.Ο Μπετελέμ αναφέρεται και στη διάκριση επιστημονικού πυρήνα και ιστορικών μορφών εμφάνισης του μαρξισμού( «ιστορικοί μαρξισμοί»).

[4] Για την έννοια της “πραγμοποίησης” ως μορφής ή εκδήλωσης της  αλλοτρίωσης βλ. σε Κ. Μαρξ «Οικονομικά και Φιλοσοφικά Χειρόγραφα» , Γλάρος 1975, σελ. 90 επ. (« Η αποξενωμένη εργασία»). Επίσης, σε Ιστβαν Μεσάρος «Η θεωρία του Μαρξ  για την αλλοτρίωση» {1974}, Αθήνα 2016, Κουκίδα, σελ. 131 επ.(Οικονομικές πλευρές) , σελ. 161 επ.( Πολιτικές πλευρές) κα.. Η έννοια της «αλλοτρίωσης-πραγμοποίησης» ειδικότερα  ως απόκρυψης ή και διαστρεβλωμένης ύπαρξης των  κοινωνικών σχέσεων  ή αναγωγής των ανθρώπινων  κοινωνικών σχέσεων σε «πράγματα» ή «σχέσεις μεταξύ πραγμάτων» εκφράζεται και  στον Α’ Τόμο του «Κεφαλαίου»  μέσα από  την μορφή του «φετιχισμού του κεφαλαίου» στον καπιταλισμό ( Κεφάλαιο «ο φετιχισμός των εμπορευμάτων και το μυστικό του»).  Διαψεύδοντας, έτσι, πλήρως την «αντι-ανθρωπιστική» άποψη ότι η «αλλοτρίωση» είναι μια έννοια του νεαρού Μαρξ  και μόνο (κατά τον Λ. Αλτουσέρ). Μια  έντονα  εγελιανή εφαρμογή της πραγμοποίησης στον ιστορικό υλισμό και σε Γκ. Λούκατς «Ιστορία και Ταξική Συνείδηση» {1922}  εκδόσεις Οδυσσέας, δεκαετία 1970,  ανατύπωση 2001, , σελ. 149 επ. ( «Η πραγμοποίηση και η συνείδηση του προλεταριάτου»).
[5] Για την ανθρώπινη φύση ως  ιστορικά προσδιορισμένη εκδίπλωση ή μη των ανθρώπινων  δυνατοτήτων και αναγκών  βλ. σε Κ. Πρέβε «Κριτική Ιστορία του Μαρξισμού» , Αθήνα 2010, ΚΨΜ.
[6] Με την επιφύλαξη της καπιταλιστικής περιφέρειας, όπου για ειδικούς λόγους αυτών των σχηματισμών ο κομμουνισμός, με ή χωρίς εισαγωγικά , άντεξε περισσότερο.
[7] Βλ. εδώ και σε Λ. Αλτουσέρ «Η κρίση του μαρξισμού» , Αθήνα 1980, εκδόσεις Αγώνας, που επισημαίνει ορθότατα ότι ο σταλινισμός λειτούργησε αρνητικά για την εξέλιξη του μαρξισμού, «παγώνοντας τις αντιφάσεις» του ως θεωρητικού συστήματος. Ιδίως το  πολύ ενδιαφέρον κείμενό του σε αυτό το βιβλίο με τον τίτλο «Επιτέλους ξέσπασε η κρίση του  μαρξισμού» (σελ. 23 επ.), κείμενο πολύ διαφορετικό από την αρχική θετικιστική του προσέγγιση ως προς την απόλυτη  διάκριση ιδεολογίας/επιστήμης  στα μέσα της  δεκαετίας του 60 ( «Για τον Μαρξ», Αθήνα 2016, Εκτός Γραμμής)  .
[8] Mao tse tung “On Contradiction» {1937}, www.marxists/org, Mao tse tung Archive,  στα ελληνικά «Για τις Αντιθέσεις» , Αθήνα 1975, Ιστορικές Εκδόσεις. Ο σωστός όρος είναι «αντίφαση» και  όχι «αντίθεση», όπως τότε μεταφράστηκε. Όπως επισημαίνει ο  Σαρλ Μπετελέμ, η λενινιστική περίοδος της ΕΣΣΔ εείναι η περίοδος ανάδειξης των αντιφάσεων του μαρξισμού και του κομμουνιστικού σχεδίου, ενώ η σταλινική υπερτονίζει την ενότητα και συγκαλύπτει τις αντιφάσεις.
[9] Όπως σχεδόν παρουσιάσθηκε στον συλλογικό τόμο που ακολούθησε το συνέδριο για τον κομμουνισμό  στο Birkbeck “The idea of communism”, που είχε και ορισμένα… sequels ( “The idea of communism” 2,3 )   (eds Costas Douzinas,  Slavoi Zizek, Verso 2009) Ο θεωρησιακός αυστηρά μαρξισμός αποτελεί συχνό ιδεολογικό όπλο της φιλελεύθερης Αριστεράς    (τύπου ΣΥΡΙΖΑ) αλλά και ορισμένων «ακραίων»  αντιγράφων του ΣΥΡΙΖΑ.
[10] Βλ. και την άποψη του Γ. Μηλιού παλιότερα, στο έργο του  «Ο μαρξισμός ως σύγκρουση τάσεων», Αθήνα 1996, Εναλλακτικές  Εκδόσεις. Η τοποθέτησή του αυτή , θετικά κατά την γνώμη μας, αποκλίνει σημαντικά από την γενικότερη θέση του για τον «επιστημονικό», κυρίως,  χαρακτήρα  του μαρξισμού.
[11] Σαρλ Μπετελέμ» Οι ταξικοί αγώνες στη Σοβιετική Ένωση», τ. Α’ (1917-1923), τ.Β’ (1923-1930) , τ. Γ’ (1930-1941) . Όλοι μεταφρασμένοι  στα ελληνικά, τελευταία τους έκδοση από τις εκδόσεις Κουκίδα (2007, 2010, 2016). Η παραπομπή εδώ σε σελ. 290-310 και 497-499 του Β’ Τόμου , της α’ έκδοσης, εκδόσεις Ράππα, Αθήνα  1977, μετάφραση Γιάννη Κρητικού). Επίσης, σε Εισαγωγή του Γ’ Τόμου.    Η πρώτη έκδοση από τις εκδόσεις Ράππα  αφορούσε μόνο τους δύο πρώτους τόμους  (1975,1977) .  Ο Γ’ τόμος ’ υπάρχει μόνο από την Κουκίδα, από το 2016,  πράγμα που εκδοτικά υπήρξε για την Ελλάδα  μεγάλο γεγονός, αν και δεν συζητήθηκε καθόλου  ανάλογα. Οι οργανώσεις της Αριστεράς «απώθησαν» πλήρως  αυτό το  κορυφαίας αξίας βιβλίο, και όχι παράδοξα. Το να παρουσιάζεις την τερατώδη όψη της αμιγώς σταλινικής διακυβέρνησης από κριτική μαρξιστική και όχι αστική-φιλελεύθερη  οπτική γωνιά, δεν είναι το 2019 ένα εύκολα καταπόσιμο διανοητικό εγχείρημα.
[12] https://cominsitu.wordpress.com/2015/03/08/mario-tronti-i-am-defeated/, W.Streeck “How will capitalism end? Essays on a failed system” , Verso 2016.
[13]  Δ. Μπελαντή «Κομμουνιστές χωρίς επανάσταση-μια θέση για το  σύγχρονο  επαναστατικό υποκείμενο», www.rednotebook.gr , Δεκέμβριος 2015. Οι τρεις επαναστατικοί κύκλοι συνδέονται και με την θεωρία του Ερνέστ Μαντέλ  για τα Μακρά Κύματα της Καπιταλιστικής Ανάπτυξης ( σχετικά σε Ε. Μαντέλ  «Ο ύστερος καπιταλισμός», Αθήνα 1975, Gutenberg, σελ. 88-148).H έννοια των «μακρών κυμάτων» στην οικονομία   πηγάζει κυρίως από τον σοβιετικό οικονομολόγο  Νικολάι Κοντράτιεφφ (Kondratieff), που εκτελέσθηκε στις σταλινικές εκκαθαρίσεις του 1937-1938. .
[14] Και σε  Γ. Σωτηρόπουλου «Διψώντας για δικαιοσύνη – περί της θεωρίας και ιστορίας της επανάστασης» , Αθήνα 2017, futura .
[15] Βλ. σχετικά και την αξιόλογη κριτική στην απόλυτη φιλελευθεροποίηση της ύπαρξης  εκ μέρους των πιο ριζοσπαστικών όψεων του αμερικάνικου κοινοτισμού ( Christopher Lash, Robert Sennet κα).
[16] Δες το περίφημο έργο του Ζαν Μπωντριγιάρ “Simulation and Simulacra” {1981}, University of Michigan Press, 1994, πρόσφατα (2019)  μεταφρασμένα στα ελληνικά από τις εκδόσεις Πλέθρο με τον τίτλο «Προσομοίωση και ομοιώματα». Ο Μπωντριγιάρ ορίζει ως ομοιώματα ένα σύστημα σημασιών ή εικονικών μορφών, το οποίο δεν παραμορφώνει ή μεταθέτει απλώς την πραγματικότητα, αλλά αποκρύπτει ότι πίσω από αυτά δεν υπάρχει καμία πραγματικότητα. Σε μεγάλο βαθμό,  προεκτείνει και επεξεργάζεται την σκέψη του Γκυ Ντεμπόρ για την «Κοινωνία του Θεάματος» ( Αθήνα 2016,Μεταίχμιο).
[17] Βλ. πχ το ενδιαφέρον βιβλίο του Περικλή Παυλίδη « Ιστορία και Κομμουνισμός», εκδόσεις ΚΨΜ, 2017.  Γενικότερα, η σχολή του  σοβιετικού φιλοσόφου Βίκτορ  Βαζιούλιν (« Η Λογική της Ιστορίας») .  Το  σημαντικό βασικό ομώνυμο βιβλίο του Βαζιούλιν έχει μεταφραστεί και στα ελληνικά το 2013 από τις εκδόσεις ΚΨΜ.
[18] Βλ. για μια παλιότερη διατύπωση του κυρίαρχου ρόλου της ΕΤΕ το βιβλίο του Τσέχου φιλοσόφου και ιδεολογικού  παράγοντα της Άνοιξης της Πράγας   Ρ. Ρίχτα «Ο πολιτισμός στο σταυροδρόμι», Αθήνα 2008 , εκδόσεις Κέδρος.
[19] Στην Ιταλία κυκλοφόρησε παλιότερα  για το ζήτημα της ματαίωσης των κομμουνιστών  και ένα συλλογικό βιβλίο με τον τίτλο «Η σιωπή των κομμουνιστών»( Βιτόριο Φόα, Μύριαμ Μαφάι , Αλφρέντο Ράιχλιν κλπ) , ελληνική έκδοση : Αθήνα 2002, εκδόσεις Φιλίστωρ.
[20]  Σημαντικά στοιχεία για την  ιδιαίτερη ψυχολογική πρόσληψη του Λένιν από τον Στάλιν εισφέρει ο  Αμερικάνος πολιτικός επιστήμονας  και σημαντικός  βιογράφος του Στάλιν   R.Tucker στο έργο του   “Stalin I – Stalin as a Revolutionary, 1879-1929”, Norton 1974,σελ. 115 επ.
[21] Μέλανι Κλάιν «Η ψυχανάλυση των παιδιών», Αθήνα 1979, Πύλη, σελ. 322 επ. ( «Ο αντίκτυπος των αγχογενών καταστάσεων στην  σεξουαλική ανάπτυξη του αγοριού»).
[22] Διώχθηκε περίπου το 1/3 των μελών του κόμματος. Βλ. σε St.Kotkin “Stalin 1928-1941, waiting for Hitler” , Penguin Books, 2017.
[23] Δες εδώ και τα παραληρηματικά βιβλία του αμερικάνου  καθηγητή Ιστορίας  Grover Furr υπέρ του Στάλιν και κατά του Χρουστσόφ “Chrustchev lied” “Blood lies”, κλπ που επιμένει- εν έτει 2019-  ότι  οι Τρότσκυ και Μπουχάριν  ήταν πράκτορες του ιμπεριαλισμού, των Γιαπωνέζων φασιστών κλπ
[24] Παρά την μουμιοποίησή του.  Η γυναίκα του , η Ναζντέζντα Κρούπσκαγια, και πολλοί συνεργάτες του ήταν αντίθετοι, αλλά το καθεστώς που σταδιακά ανέβαινε, είχε διαφορετική γνώμη και ανάγκες.
[25] R. Tucker “Stalin in Power –Revolution from Above”, 1990,  οπ.π., σελ. 392-440.
[26] Δες και το άρθρο της Ρ. Ροσάντα « Οι  επαναστάτες διανοούμενοι και η Σοβιετική Ένωση», Ο Πολίτης  61, Ιούνιος-Ιούλιος 1983,  σελ. 57 επ..
[27]  Σ. Φρόυντ «Πένθος και Μελαγχολία», Αθήνα 2016, Principia, μετάφραση και πρόλογος Νίκου Χρηστίδη, εισαγωγή Παναγιώτη Παπαδόπουλου.
[28] Ο Τσίρκας διαγράφηκε από το ΚΚΕ, κατά την δεκαετία του 1960,   λόγω της μη αποκήρυξης αυτού   του βιβλίου.
[29] Αναλυτικά σε R.Tucker Stalin in Power –Revolution from Above”(Vol.2), Norton 1990,. σελ. 479-526,  Επίσης , σε R. Conquest “The Great Terror- A Reassessment”, 1990 , συμπληρωμένη έκδοση του αρχικού του έργου ”The Great Terror” (1968),   σελ. 341 επ. ( για την Τρίτη Δίκη  της Μόσχας του 3.1938). Η ανάγνωση του Conquest προσφέρει σημαντικές πληροφορίες, αλλά λόγω της έντονης αντίθεσής του στο κομμουνιστικό φαινόμενο χρήζει, στις αξιολογήσεις του ιδίως, κριτικής μελέτης.
[30]  Βλ., αντί πολλών, σε P.Broue- E.Temime “Revolution and Civil War in Spain”, ΜΙΤ Press 1970. Νεότερη έκδοση των  Broue -Temime,  Haymarket Books 2008 ( series  Historical Materialism). .
[31] Βλ. και σε B. Bolloten “Revolution and Counterrevolution in Spain” , University of North Carolina, 1991, V. Alba – St. Schwartz “ Spanish Marxism vs Soviet Communism- a history of the POUM” , Transaction Publishers 1988 , Jose Peirats “The CNT in the Spanish Revolution”, 2005, vol. 1-3, κα .
[32] Αναλυτικά για την παράδοση των  προσφύγων στην ΕΣΣΔ Γερμανών  κομμουνιστών από την σοβιετική  NKVD στην Γκεστάπο ως τμήμα του Συμφώνου Ρίμπεντροπ-Μολότοφ   βλ. σε St.Kotkin “Stalin 1929-1941- Waiting  for Hitler”, 2017, Penguin Books,σελ. 700-710.
[33] M. Buber-Neumann “Under two dictators”, V.Golancz, 1949.
[34] Σχετικά με την συζήτηση αυτήν, βλ. και  L. Trotsky “On the Defense of Marxism” , www.marxists.org, Trotski Archive
[35] Για τον μηχανισμό της «προβολής» στον Σ. Φρόυντ βλ. μεταξύ πολλών άλλων  το έργο του Σ. Φρόυντ «Τρία ιστορικά ασθένειας», Αθήνα 1995, Επίκουρος, ιδίως τα σχετικά με την ασθένεια του «Προέδρου Σρεμπέρ» σελ. 203-230  ( «Σχετικά με τον παρανοϊκό μηχανισμό»).
[36] Σχετικά και σε Πέρρυ Άντερσον « Ο δυτικός μαρξισμός», Αθήνα  1978 , Ράππας.Ο Άντερσον εξηγεί γιατί οι μαρξιστές διανοούμενοι από  πολιτικά στελέχη σε μια πρώτη φάση κατέληξαν μετά τη δεκαετία του 1930 κυρίως διανοητικοί και ακαδημαϊκοί θεράποντες του μαρξισμού, εκτός της πολιτικής ταξικής πάλης.  Οι περισσότεροι διαφωνούσν πια με τον επίσημο μαρξισμό των ΚΚ.
[37] Π.χ. η Αρχειομαρξιστική διάσπαση του ΚΚΕ   στην Ελλάδα, γύρω από την οργάνωση «Αρχείο του Μαρξισμού», η οποία για ένα διάστημα μόνο συνδέθηκε με τον Τρότσκυ και την Διεθνή Αριστερή Αντιπολίτευση, κατά τον Μεσοπόλεμο, και ιδίως στα 1925-1932, ήταν μια αρκετά μαζική διάσπαση, που σε αρκετούς εργασιακούς  χώρους «έπαιζε» το ΚΚΕ στα ίσα. Ο Τρότσκυ εξεπλάγη, όταν περνώντας από το λιμάνι του Πειραιά, σε  θαλάσσιο ταξίδι του, στις αρχές της δεκαετίας του 1930,  είδε να τον χαιρετούν συγκεντρωμένοι,  με θαυμασμό,  χιλιάδες Έλληνες εργάτες, κάτι που δεν συνέβαινε, τότε, σε καμία χώρα.    Όμοια, ο Leninbund ( «Ένωση Λένιν»)  της ζηνοβιεφικής Ρ. Φίσερ, μετά την διαγραφή της ομάδας της από το ΚΚ Γερμανίας το 1927, είχε στην περιοχή του Βερολίνου ίση τουλάχιστον δύναμη με τους εναπομείναντες στο ΚΚ Γερμανίας   ( Οι Ρ. Φίσερ και Α. Μασλόφ ήταν οι  συγγραμματείς του ΚΚΓ ως την πτώση τους το 1927, λόγω της  στενής σχέσης τους με την ζηνοβιεφική τάση στους Μπολσεβίκους).  Η μεγαλύτερη και σημαντικότερη ετερόδοξη μαρξιστική επαναστατική οργάνωση  (μη σοσιαλδημοκρατική και μη σταλινική)   στην Δύση εκτός της  Τρίτης Διεθνούς ήταν το POUM στην Ισπανία. Μεταξύ 12.1936 και 6.1937 είχε περίπου 40.000-70.000 μέλη και έπαιξε σχετικά σημαντικό ρόλο στην Ισπανική Επανάσταση, συγκεντρώνοντας την οργή και την καταστολή εκ μέρους του σοβιετικού κέντρου.    .
[38] Έτσι, και σε Κ. Πρέβε «Κριτική Ιστορία..» οπ.π. , στο τελικό κεφάλαιο του βιβλίου .
[39] Βλ. πχ την σημαντική περίπτωση του Ιταλού κομμουνιστή ηγέτη Αμαντέο Μπορντίγκα , ιδρυτή του ΚΚ Ιταλίας το 1921. Ο Μπορντίγκα διαμόρφωσε ένα ρεύμα συγγενές με τον τροτσκισμό , τον μπορντιγκισμό, που υποστήριζε ότι η ΕΣΣΔ δεν ήταν κρατικός καπιταλισμός αλλά κλασσικός καπιταλισμός , σαν την Δύση. Διαγράφηκε τυπικά στ τέλη της δεκαετίας του 1920. Μετά το 1930, ο Μπορντίγκα ουσιαστικά εγκατέλειψε την πολιτική, αμφισβητώντας την πολιτική ύπαρξη και του ίδιου ( ανεξαρτητοποιημένου πια από αυτόν) του μπορντιγκισμού.
[40]  Τα βιβλία του έχουν τα περισσότερα μεταφραστεί στα ελληνικά. Καθοριστικό έργο του το «Απομνημονεύματα ενός επαναστάτη» , Αθήνα  2008,scripta. Επίσης, το μυθιστόρημά του ‘Υπόθεση Τουλάγιεφ» που αναφέρεται στις «εκκαθαρίσεις» ( scripta), τα βιβλία του  «Χρόνια δίχως έλεος»  (Θύραθεν), «Κατακτημένη πόλη» ( Ελεύθερος Τύπος) , «Έτος Ένα της Ρώσικης Επανάστασης»( σε έκδοση του Μαρξιστικού Βιβλιοπωλείου αλλά και σε έκδοση των “Bookmarks”  κα.).

.kommon.gr/